Η ακροθαλασσιά δεν έχει όραση, να βλέπει, ούτε ανθρώπινη λαλιά για να καταγγείλει την αλήθεια. Αν είχε, ίσως κάποια ν’ άλλαζαν στις μεταξύ μας σχέσεις.

Ο νέος με την ξύλινη τάβλα στο δεξί του χέρι, τη φορτωμένη ζαχαρωτά, ή αλλιώς λουκουμάδες, περπατούσε χιλιόμετρα στην αμμουδιά τής παραλίας, με τον πυρακτωμένο ήλιο να του καίει το πρόσωπο και άλλα γυμνά μέλη τού σώματός του. Δύσκολο βάδισμα, με τα πόδια του να βυθίζονται δυο και τρία εκατοστά σε κάθε του βήμα στην καυτή άμμο. Ο ιδρώτας κατηφόριζε από το μέτωπο στη μύτη και στα μάγουλα. Η φανέλα του είχε αλλάξει χρώμα και η φωνή του είχε γίνει βραχνή.

Ένας από τους πολλούς νέους που κάθε καλοκαίρι οργώνουν τις ελληνικές παραλίες, πασχίζοντας να βγάλουν ένα κάποιο μεροκάματο. Σαφώς, όχι μεροκάματο του τρόμου, αλλά μεροκάματο της εξάντλησης, της ανελέητης κούρασης. Όσοι έχουν περπατήσει έστω πεντακόσια μέτρα σε τέτοιες συνθήκες, αντιλαμβάνονται τι σημαίνει να διανύεις χιλιόμετρα και φορτωμένος.

Ένας εύπορος νέος, ένας νέος που θα μπορούσε να βγάλει κάπως αλλιώς το μεροκάματό του, με τίποτα δεν θα πουλούσε λουκουμάδες καταμεσήμερο στους λουόμενους, που απολάμβαναν την αύρα κάτω από τις ομπρέλες τους, με τον δροσερό καφέ δίπλα στην ξαπλώστρα τους. Άλλωστε, φυγόπονους νέους, βλέπαμε πολλούς. Περιφέρονταν ανάμεσα στα τραπέζια πουλώντας μικροαντικείμενα και επικαλούμενοι οικονομική δυσπραγία γιατί δήθεν είχαν βγει από ιδρύματα απεξάρτησης, ή είχαν κάποιο μέλος της οικογένειάς τους σε νοσοκομείο. Άλλοι, πάλι, ζητιάνευαν χωρίς προσχήματα: «Είκοσι λεπτά να πάρω ένα καφεδάκι…»

Μάταια διαλαλούσε το εμπόρευμά του ο νέος. Κανένα από τα παιδάκια που έπαιζαν ξέγνοιαστα δεν συγκινήθηκε. Το ίδιο και ο ενήλικας. «Συγκινήθηκε», όμως, ο ιδιοκτήτης του καταστήματος. Για να ακριβολογώ: Εξαγριώθηκε. Και όρμησε πάνω του. Γιατί – λέει – ήταν παράνομος, γιατί δεν μπορούσε να πουλάει στην παραλία χωρίς σχετική άδεια από τη δημοτική ή άλλη αρχή, ενώ ο ίδιος πλήρωνε για να στήσει ομπρέλες και ξαπλώστρες.

Βέβαια, ο νέος, ούτε που πλησίαζε τις ομπρέλες και τις ξαπλώστρες. Από δυο μέτρα μακριά περνούσε. Αλλά και να πλησίαζε κάποιον, που θα τον καλούσε ν’ αγοράσει τον λουκουμά, σίγουρα δεν θα στερούσε από την επιχείρηση ούτε ένα ευρώ, αφού αυτός που έκανε χρήση της ομπρέλας και της ξαπλώστρας, ούτως ή άλλως είχε παραγγείλει τον καφέ ή το αναψυκτικό του.

Όρμησε ο επιχειρηματίας απειλώντας τον. Στην προσπάθειά του να του αφαιρέσει και την τάβλα από τα χέρια του, έπεσαν και κάποιοι λουκουμάδες στην άμμο. Έφυγε ο μικροπωλητής με την απογοήτευση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, την έκπληξη, την πικρία και τον θυμό…

Θυμός όμως γεννήθηκε και σε όσους παρακολουθούσαν τη σκηνή. Κάποιοι είπαν: «Με δυσκολία συγκρατηθήκαμε. Ήταν τα παιδιά μπροστά. Αλλιώς θα τον κάναμε μαύρο στο ξύλο…»

Βέβαια, μαύρο έβαλαν στο μαγαζί.

Η ιστορία, όμως, δεν σταματάει εδώ. Μέχρι εδώ ήταν η αναίδεια, η απανθρωπιά, η επίδειξη δύναμης του ισχυρού απέναντι στον ανίσχυρο. Του χορτάτου απέναντι στον πεινασμένο.

Η ιστορία έχει συνέχεια, χωρίς τον μικροπωλητή, με πρωταγωνιστή την παραβατικότητα.

Η ώρα περνά. Όσο μεσημεριάζει οι λουόμενοι αυξάνονται. Οι ομπρέλες και οι ξαπλώστρες γεμίζουν. Το αφεντικό δίνει εντολή: Δεκάδες ομπρέλες στήνονται πέρα από τον οριοθετημένο χώρο. Σαν αλαφιασμένοι οι νεαροί που εξυπηρετούν τους πελάτες επιδίδονται σε αγώνα δρόμου. Σχεδόν μέχρι εκεί που σκάει το κύμα ‘‘φυτεύονται’’ ομπρέλες, απλώνονται ξαπλώστρες.

Η παραβατικότητα σε όλη της τη διάσταση. Ο ιδιοκτήτης χαμογελά, τρίβει τα χέρια του. Ώρα για ‘‘κονόμα’’. Εδώ ο νόμος και η τήρησή του πάνε περίπατο. Ο λουκουματζής του έφταιγε. Ο νόμος έπρεπε να εφαρμοστεί για τον πλανόδιο φουκαρά. Όχι για τον ίδιο…

 

Έχει όμως συνέχεια το σκηνικό. Άλλη μέρα, όχι την ίδια… Ίδιος ο τόπος, ίδια η επιχείρηση.

Οι πρωινοί πελάτες καταλαμβάνουν τον χώρο τους. Προφανώς δεν ξέρουν τι έχει διαδραματιστεί την προηγούμενη μέρα. Είχαν αρκετή απόσταση από το περιστατικό.

Παραγγέλνουν τον καφέ τους.

Και περιμένουν… Πέντε λεπτά, δέκα λεπτά, είκοσι λεπτά. Αναζητούν τον σερβιτόρο ή τον βοηθό του. Τους εντοπίζουν σ’ ένα τραπεζάκι. Αραχτούς. Και διαμαρτύρονται: «Πού είναι ο καφές;»

Ο σερβιτόρος χάνει τα λόγια του. Αμήχανος. Ψελλίζει πως δεν σερβίρουν. Ότι πήραν εντολή, από τη διεύθυνση, να μη σερβίρουν, αλλά να καθίσουν σ’ ένα τραπέζι και να κάνουν τους πελάτες.

«Γιατί;» ρωτούν όσοι περίμεναν τον καφέ τους, αλλά και άλλοι που στο διάστημα αυτό είχαν καταλάβει τραπέζια.

Ακόμα πιο αμήχανος, ο νεαρός σερβιτόρος, απαντά πως έχουν βγει για έλεγχο και πως οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι δεν είναι δηλωμένοι στο ΙΚΑ.

Οι διαμαρτυρίες πληθαίνουν. Κάποιοι από τους πελάτες πηγαίνουν και παίρνουν μόνοι τους τον καφέ και το νερό τους.

Ώρα αρκετή μετά εμφανίζεται το αφεντικό. Μ’ ένα πλατύ χαμόγελο προσπαθεί να διασκεδάσει τη βαριά ατμόσφαιρα που έχει δημιουργεί. Ο… κίνδυνος απομακρύνθηκε, οι σερβιτόροι ξαναπιάνουν δουλειά.

Οι εντυπώσεις αλγεινές.

 

Αυτός ο ίδιος ιδιοκτήτης είναι αυτός που άλλες φορές έκανε κήρυγμα κι έλεγε πως δεν υπάρχει κράτος.

Πώς να υπάρξει κράτος, αφού εσύ που το διατυμπανίζεις, είσαι πρώτος και καλύτερος στην κλεψιά και στην απάτη;

Εσύ είσαι που θέλεις να υπάρχει κράτος μόνο για τους άλλους, για τον βιοπαλαιστή μικροπωλητή, όχι όμως και για σένα που έχεις τρία τέσσερα μαγαζιά και πληρώνει με 2.50 ευρώ την ώρα τούς ανασφάλιστους σερβιτόρους.

Δεν σε συμφέρει να υπάρχει κράτος. Αν υπήρχε ίσως να έπιανε και τη φοροδιαφυγή σου, ίσως και τις τόσες υγειονομικές παραβάσεις που έχεις, προκειμένου να «τ’ αρπάξεις» απ’ όλους εμάς που ψάχνουμε για λίγο ίσκιο, έναν καφέ κι ένα δροσερό νερό στην παραλία. Εμάς που σε τιμούμε και σε συντηρούμε, εμάς που περιφρονείς καταπατώντας τους νόμους…

Το καλοκαίρι τελειώνει. Πολλοί θα ξαναπούν πως δεν υπάρχει κράτος.

Κάποιοι, εκεί που το κράτος έκανε την εμφάνισή του, εναντιώθηκαν. Έφτασαν στη βιαιοπραγία. Γιατί η ποινή πονάει. Και γιατί οι ποινές πρέπει να υπάρχουν μόνο για τους άλλους. Να μην αγγίζουν εμάς. Εμείς να κλέβουμε τους πελάτες, το προσωπικό, το κράτος.

Αγιόκαμπος Λάρισας, 18/8/2019