Ο Εμμανουήλ Κριαράς γεννήθηκε στις 28 Νοεμβρίου του 1906 στον Πειραιά από οικογένεια κρητικής καταγωγής. Τα πρώτα παιδικά του χρόνια έζησε στη Μήλο και το 1914 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στα Χανιά, όπου περάτωσε τις γυμνασιακές του σπουδές.

Είχε πει:

«Το ξέρω καλά. Οι περισσότεροι- ειδικά κάποιοι νεόκοποι από τις τηλεοράσεις που έρχονται να με δουν, να μου ζητήσουν “δηλώσεις”, δεν είναι γιατί γνωρίζουν και εκτιμούν το έργο και την προσωπικότητά μου. Είναι η ηλικία μου που τους κάνει εντύπωση. Δεν επεπόθησα ξέρετε τόσο μακρύ βίο… Έγινε. Δεν θέλω πια άλλο να ζήσω. Η χαρά μου -η αγαπημένη μου σύζυγος- έφυγε. Ο έρωτας- τον οποίο η ύπαρξή της και μόνο μου ενέπνεε, ο έρωτας για τη ζωή, τη δημιουργία και την εργασία, για τη δημιουργία, δεν υπάρχει πια. Οπότε, σας ευχαριστώ για τις ευχές και τα δώρα αλλά… είναι πλέον περιττά. Και η εποχή μας δεν το θέλει το περιττό..».

Το 1924 ξεκίνησε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1929. Από το 1930 έως το 1950 εργάστηκε στο Μεσαιωνικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών, αρχικά ως συνεργάτης και από το 1939 ως διευθυντής. Παράλληλα με την εργασία του στο Μεσαιωνικό Αρχείο συνέχισε τις σπουδές του και το 1930 μετέβη στο Μόναχο με υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών, για να ενημερωθεί σε θεωρητικά και τεχνικά ζητήματα της λεξικογραφίας στο περιβάλλον του Thesaurus Linguae Latinae.

Το 1938 έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, με τη διατριβή «Μελετήματα περί τας πηγάς του Ερωτοκρίτου». Ως διδάκτορας πλέον μετεκπαιδεύτηκε στο Παρίσι στη βυζαντινολογία (1938-1939) και τη συγκριτική γραμματολογία (1945-1948). Το 1948 ήταν υποψήφιος για την έδρα της νέας ελληνικής φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, την οποία όμως κατέλαβε ο Λίνος Πολίτης. Δύο χρόνια αργότερα, εκλέχτηκε στη θέση του τακτικού καθηγητή της μεσαιωνικής ελληνικής φιλολογίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο.

Στη Θεσσαλονίκη δίδαξε, κυρίως, μεσαιωνική φιλολογία, εκτάκτως μεσαιωνική ελληνική ιστορία, νεοελληνική φιλολογία, αλλά και γενική και συγκριτική γραμματολογία, αφού χάρη στις δικές του ενέργειες ιδρύθηκε το 1965 η πρώτη -και για πολλά χρόνια μοναδική στην Ελλάδα- έκτακτη αυτοτελής έδρα της Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας.

Το διδακτικό έργο του Εμμανουήλ Κριαρά διακόπηκε βίαια τον Ιανουάριο του 1968, όταν η Χούντα των Συνταγματαρχών αποφάσισε να τον απολύσει για τα δημοκρατικά του φρονήματα. Η απόλυσή του από το Πανεπιστήμιο τον έστρεψε με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στη σύνταξη του μείζονος έργου του «Λεξικό της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας (1100-1669)», το οποίο εμπλουτίζεται συνεχώς από το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας στη Θεσσαλονίκη.

Ο Εμμανουήλ Κριαράς πέθανε στις 22 Αυγούστου 2014 από ανακοπή καρδιάς, σε ηλικία 107 ετών. Από το 1936 έως τον θάνατό της το 2000, ήταν νυμφευμένος με την καθηγήτρια της ψυχοτεχνικής στη Βιομηχανική Σχολή της Θεσσαλονίκης (σημερινό Πανεπιστήμιο Μακεδονίας), Αικατερίνη Στριφτού.

Ειχε πει:

-«Οι νέοι να μην φεύγουν στο εξωτερικό. Να μάθουν να επιμένουν και να υπομένουν. Χάνουμε το αίμα μας ως έθνος με τη φυγή των νέων. Δεύτερον: ΝΑ μείνουν εδώ, να δουλέψουν, να αγαπήσουν την εργασία, να μην απεργούν (ειδικά οι δάσκαλοι, οι γιατροί…) Και τρίτον… εγώ να φύγω… Κουράστηκα πια. Δεν θέλω άλλο να ζω για να βλέπω αυτή την κατάσταση».