Πάνω από μια δεκαετία έχει ανοίξει ένας παγκόσμιος διάλογος σχετικά με την κυρίαρχη δύναμη για τον 21ο αιώνα. Στο πλαίσιο αυτού του διαλόγου η Κίνα παρουσιάζεται ως η επικρατέστερη υποψήφια και οι ΗΠΑ ως η απερχόμενη δύναμη.

Μετά τους θεαματικούς, σχεδόν αδιάλειπτους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης των τελευταίων δεκαετιών, έχουν δημιουργηθεί δύο στρατόπεδα. Το ένα υποστηρίζει την παγκόσμια κυριαρχία της Κίνας. Το άλλο υποστηρίζει ότι η Κίνα δεν θα καταφέρει να εκτοπίσει τις ΗΠΑ από την παγκόσμια κυριαρχία.

Το 2011, π.χ., οι δύο πλευρές της διαμάχης εκπροσωπήθηκαν σε ανοιχτό διάλογο στο Τορόντο του Καναδά με τον ιστορικό της οικονομίας Νάιαλ Φέργκιουσον και τον καθηγητή Ντέιβιντ Ντάκιουι Λι –οικονομολόγο από το Χάρβαρντ, καθηγητή Οικονομικής και διευθυντή του Κέντρου για την Κίνα στην Παγκόσμια Οικονομία (CCWE) στο Πανεπιστήμιο Τσινγκουά της Κίνας– να υπερασπίζονται την Κίνα και, από την άλλη, τον γνωστό δημοσιογράφο του CNN και συγγραφέα Φαρίντ Ζακάρια και τον Χένρι Κίσινγκερ να είναι κατά της υπόθεσης κυριαρχίας της Κίνας.

Οι υπερασπιστές της υπόθεσης της Κίνας τονίζουν τον υβριδικό χαρακτήρα του αναγεννημένου μοντέλου από τα τραύματα της περιόδου του Μάο. Η σημερινή κυβέρνηση με ηγέτη τον Σι Τζινπίνγκ έχει προτάξει την ηγεμονία του Κομμουνιστικού Κόμματος και τη διατήρηση των ρυθμών ανάπτυξης.

Ομως η αναγκαία κοινωνική ειρήνη –ως προϋπόθεση της ανάπτυξης– έχει προκύψει μέσα από μια άτυπη συμφωνία η οποία έλκει την καταγωγή της από την εποχή της σφαγής στην Πλατεία Τιεν Αν Μεν το 1989. Η συμφωνία του τότε διαδόχου του Μάο, του Τενγκ Σιαοπίνγκ, με τους πολίτες της χώρας είχε περίπου ως εξής: Εμείς, το Κόμμα και η κυβέρνηση, θα φροντίσουμε για την ευημερία σας και εσείς θα φροντίσετε να απέχετε από πολιτικές ανησυχίες με δημοκρατικό πρόσημο ελευθεριών δράσης και λόγου.

Αλλά εάν υποθέσουμε ότι αυτή η άτυπη συναλλαγή ισχύει για την ηπειρωτική χώρα, δεν ισχύει, το ίδιο, για το Χονγκ Κονγκ. Το Χονγκ Κονγκ, που επέστρεψε στην κινεζική κυριαρχία το 1997, έχει υποστεί τη σκληρή πολιτική του Πεκίνου και την παρέμβασή του στις υποθέσεις των κατοίκων του, με την απομάκρυνση των διαφωνούντων που επέμεναν ότι η ρύθμιση «μια χώρα, δύο συστήματα» θα πρέπει να καθοριστεί με σαφή διατάγματα που θα επιτρέπουν ελευθερίες οι οποίες ταυτόχρονα θα υποχρεώνουν τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας να παραμένει έξω από την τοπική διακυβέρνηση της πρώην αποικίας.

Το τελευταίο δεν ενθουσιάζει το Πεκίνο που, από την πλευρά του, δεν έχει επιδείξει τον παραμικρό σεβασμό στο ημι-αυτόνομο καθεστώς της Ειδικής Διοικητικής Περιφέρειας (Special Administrative Region – SAR) που δημιουργήθηκε με την αποχώρηση της Βρετανίας. Και αυτό έγινε αντιληπτό σε πολλές περιπτώσεις.

Αν και έχουν επανασυνδεθεί με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, οι κάτοικοι της πρώην αποικίας θεωρούν τους εαυτούς τους διαφορετικούς από τους κατοίκους της ηπειρωτικής χώρας. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν συνεχώς ότι, στην πλειονότητά τους, θεωρούν τους εαυτούς τους όχι «Κινέζους» αλλά «Χονγκονγκονέζους».

Το Χονγκ Κονγκ, με δικούς του κανόνες δικαίου, με δικές του ελευθερίες έκφρασης του λόγου και με εκστρατείες πολιτικής διαμαρτυρίας, όπως αυτή της «επανάστασης της ομπρέλας» του 2014 ενάντια στον αυστηρότερο έλεγχο που θέλει να του ασκήσει το Πεκίνο, είναι δύσκολο να ευθυγραμμιστεί με το σύστημα της Κίνας και, ως εκ τούτου, δίνει μια εντυπωσιακή εικόνα των περιορισμών του «κινεζικού ονείρου» του Σι Τζινπίνγκ.

Στο Χονγκ Κονγκ η ομπρέλα παραμένει σύμβολο των διαδηλώσεων υπέρ του εκδημοκρατισμού και της πολιτικής ανυπακοής των ασύνταχτων σήμερα εικοσάχρονων (twenty somethings) που μιλούν καντονέζικα και μεγάλωσαν στον ελεύθερο κόσμο. Αυτό το τυπικό αξεσουάρ των κατοίκων του Χονγκ Κονγκ έδωσε το όνομά του στο κίνημα των πολιτών το 2014, που ζητούσαν από το Πεκίνο περισσότερες πολιτικές ελευθερίες.

Απ’ ό,τι φαίνεται, τα εκατομμύρια των νέων του Χονγκ Κονγκ θέλουν να αποτρέψουν από τώρα την αναγκαστική ένταξη της ημιαυτόνομης πόλης-κράτους τους στην ηπειρωτική χώρα, όταν θα τερματιστεί η μεταβατική ρυθμιστική φόρμουλα «μια χώρα, δύο συστήματα» σε περίπου τριάντα χρόνια.

Το αν θα επικρατήσει το Πεκίνο ή οι διαδηλωτές στο Χονγκ Κονγκ, μένει να το δούμε. Οπωσδήποτε, μια λύση τύπου Πλατεία Τιεν Αν Μεν, δεν συμφέρει κανέναν. Η δράση δυνάμεων του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού θα είναι καταστροφική και για την Κίνα – εκτός και εάν το Πεκίνο έχει αποφασίσει πως το Χονγκ Κονγκ (το 3% του κινεζικού ΑΕΠ) είναι κάτι αναλώσιμο.

Ετσι, η Κίνα θα πρέπει να κάνει επιλογές. Το Χονγκ Κονγκ δεν μπορεί να ελεγχθεί εύκολα γιατί αποτελεί κρίσιμη οικονομική γέφυρα μεταξύ Κίνας και του υπόλοιπου κόσμου. Και η κυβέρνηση της Κίνας, λαμβάνοντας υπόψη τις καταστροφικές συνέπειες μιας στρατιωτικής καταστολής, θα πρέπει να αναδιπλωθεί. Εως τότε, θα επαναλαμβάνεται –με ταλαντεύσεις μεταξύ βίας και μη βίας– η πιο καινοτόμος και έντονη μορφή ανυπακοής που συνορεύει με υβριδικό πόλεμο.

efsyn.gr