Οι ενδείξεις για την οικονομική πορεία της Τουρκίας είναι αντιφατικές. Ο πληθωρισμός βρίσκεται πλέον σε διαχειρίσιμα επίπεδα, οι τιμές των αγαθών έχουν μειωθεί, ενώ οι εξαγωγές κινούνται συνεχώς ανοδικά. Μάλιστα, λόγω της μείωσης στη ζήτηση και της επακόλουθης απομείωσης των εισαγωγών, περιορίστηκε (περιστασιακά;) και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών.

Η υποτίμηση της λίρας διευκολύνει την προσέλκυση (ακόμη) μεγαλύτερου αριθμού τουριστών, τώρα που έχουν εξουδετερωθεί και οι τρομοκρατικές ενέργειες στο εσωτερικό. Από την άλλη, το ιδιωτικό χρέος κρίνεται μη διαχειρίσιμο, οι τράπεζες αδυνατούν να απορροφήσουν την αδυναμία αποπληρωμής δανείων, η ανεργία έχει χτυπήσει κόκκινο με 1,2 εκατ. περισσότερους ανέργους μέσα σε ένα έτος, η ανάπτυξη είναι πλέον αναιμική, οι παρεμβάσεις στην κεντρική τράπεζα υπονομεύουν την αξιοπιστία της και εν γένει η χώρα είναι ευάλωτη στις διεθνείς οικονομικές πιέσεις και την ισοτιμία λίρας – δολαρίου.

Εξίσου μεγάλη είναι και η εξάρτηση από τις ξένες επενδύσεις, οι οποίες επηρεάζονται σημαντικά – όχι ακόμη σε ανησυχητικά επίπεδα – από τις ανορθόδοξες επιλογές Ερντογάν. Η χώρα όμως χρειάζεται «ζεστό» χρήμα, καθώς μέσα στο επόμενο εντεκάμηνο καθίστανται ληξιπρόθεσμα 175 δισ. δολάρια εξωτερικού χρέους. Εξάλλου, οι συνεχείς υποτιμήσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της Τουρκίας αποτυπώνουν την ανησυχία αγορών και επενδυτών για το αν η χώρα θα είναι σε θέση να εκπληρώνει τις οικονομικές υποχρεώσεις.

Η παρουσία του γαμπρού του τούρκου προέδρου, Αλμπαϊράκ, στο τιμόνι του υπουργείου Οικονομικών και η δεδομένη ανεπάρκειά του έχει έναν διαρκή αρνητικό αντίκτυπο και μετά τις αλλαγές στην κεντρική τράπεζα, όπου παύθηκαν 9 στελέχη κατόπιν της απόλυσης του κεντρικού τραπεζίτη, ο φόβος είναι για τυχόν απότομη μείωση των επιτοκίων (ο Ερντογάν τα έχει χαρακτηρίσει πηγή όλων των δεινών), η οποία ναι μεν θα έδινε ανάσα στην κατανάλωση, ενισχύοντας την ανάπτυξη, αλλά με σαθρό τρόπο.

Η γεωπολιτική διάσταση, σε μία κατάσταση συνεχών αντιπαραθέσεων με τη Δύση και γειτονικές χώρες, είναι καθοριστική. Γίνεται αντιληπτό ότι υπό τις παρούσες συνθήκες ενδεχόμενες κυρώσεις από αμερικανικής πλευράς για την εξαγορά των S-400 θα είχαν οδυνηρές συνέπειες για την τουρκική οικονομία. Αλλωστε, η Αγκυρα πασχίζει να αποφύγει την προσφυγή σε διεθνή χρηματοδοτική βοήθεια, κάτι που θα κριθεί τους προσεχείς μήνες.

Για την ώρα, ο Τραμπ, συνυπολογίζοντας και την οικονομική/επιχειρηματική διάσταση (ο Ερντογάν υπογραμμίζει την επικείμενη εξαγορά 100 Boeing ως μέσο πίεσης), δεν φαίνεται διατεθειμένος να ανταποδώσει για την προμήθεια του ρωσικού αντιαεροπορικού S-400, με την επιβολή περιοριστικών μέτρων σε βάρος της Αγκυρας.

Υπάρχει ασφαλώς και ένας επιπρόσθετος λόγος: παρατείνοντας την αγωνία των Τούρκων, χωρίς να είναι διόλου δεδομένο ότι στο τέλος θα αποφευχθούν οι κυρώσεις, η Ουάσιγκτον εκτιμά ότι αφενός, ο Ερντογάν δεν θα μπορεί να βρίσκεται επ’ αόριστον σε τροχιά σύγκρουσης με τις ΗΠΑ – υπό τον φόβο της ανά πάσα στιγμής ενεργοποίησης των κυρώσεων – και αφετέρου, του δίνεται η ευκαιρία να δείξει στο εσωτερικό (σε μία ιδιαίτερα δυσμενή συγκυρία για αυτόν) ότι χαίρει του σεβασμού ακόμη και ενός προβληματικού τα τελευταία χρόνια εταίρου.

Οταν όμως οι ΗΠΑ εισέλθουν σε προεκλογικό κλίμα, δεδομένης και της ομόθυμης στάσης του Κογκρέσου, η πίεση θα ενταθεί και η Τουρκία θα κληθεί να επιλέξει, με το βλέμμα στραμμένο όχι μόνο στον γεωπολιτικό αλλά και τον οικονομικό αντίκτυπο.

Ο δρ Κωνσταντίνος Φίλης είναι εκτελεστικός διευθυντής του ΙΔΙΣ. Η 3η έκδοση του βιβλίου «Τουρκία, Ισλάμ, Ερντογάν» κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία

πηγη, ΤΟ ΒΗΜΑ