Ὁ Αριστοτέλης Κουντούρωφ γεννήθηκε το 1896 στην Τιφλίδα, οι πρόγονοι του ήταν κρητικοί. Άρχισε τις μουσικές του σπουδές με δάσκαλο έναν μαθητή του Ριμσκι Κόρσακοφ και το 1922 απέσπασε το πρώτο βραβείο στο Διαγωνισμό Συμφωνικής Μουσικής Καυκασίων Συνθετών. Δύο χρόνια αργότερα άρχισε η συνθετική, συναυλιακὴ και διδασκαλική σταδιοδρομία του στη σοβιετική πρωτεύουσα. (Δίδασκε Μονωδία και Μελοδραματική τέχνη στο περίφημο Στούντιο του συνθέτη Ἱππολίτοφ Ἰβάνωφ).

Η επιθυμία του να προλάβει να ζήσει στην Ελλάδα τον έφερε μαζί με την οικογένειά του στην Αθήνα τον Δεκέμβρη του 1930. Παρά τις περγαμηνές του, ἡ πορεία του στην Ελλάδα ήταν επώδυνη καθώς τον προσγείωσε σε μια σκληρή πραγματικότητα που δεν είχε τίποτε κοινό με τα ρομαντικά όνειρα περί επιστροφής στην πατρίδα. «Συν τοις άλλοις, ο χαμηλών τόνων χαρακτήρας του μαζί με την φυσική του ροπή στο να σέβεται τους ανθρώπους και να μην υποτιμά ποτέ κανέναν, καθώς  και να συγχωρεί την αχαριστία κρίνοντας σαν ανθρώπινη αδυναμία, έδινε την εικόνα ενός αδύναμου να αντιδράσει ή να απαιτήσει. Έτσι λοιπόν, εθεωρείτο εύκολο θύμα των… ευγενέστερων», μου είχε πει ο γιος του. Το 1932 προσλαμβάνεται ως θεωρητικός στην Ανωτέρα Σχολή του Πολωνού σολίστα -και καθηγητή επιφανών πιανιστών- Wodemar Freeman καθώς και για λίγες ώρες διδασκαλίας σολφέζ και χορωδίας στο Ωδείο Αθηνών. «Επέμενε να συνθέτει για την γλυκιά προσωπική του ικανοποίηση», μου έλεγε ο γιος του.
Η ευτυχέστερη πάντως περίοδος για τη μουσική του ήταν η δεκαετία του ’60. Από τους ελάχιστους που τον τίμησαν εκείνα τα χρόνια ήταν ο Αλέκος Κόντης και ο Αντίοχος Ευαγγελάτος.

Από το 1943 μέχρι το 1964 ὁ Αριστοτέλης  Κουντούρωφ εργάστηκε στην Ελληνική Ραδιοφωνία προσφέροντας με αφοσίωση, υποδειγματικές υπηρεσίες. Για χρόνια πριν έρθει στην Ελλάδα είχε εργαστεί και στο Ραδιοφωνικό σταθμό Μόσχας .

Πέθανε τόσο άγνωστος όσο έζησε , το 1969 στις αρχές του Ιούλη,  αιφνίδια, μετά από καρδιακή προσβολή. Βρισκόταν στο Βόλο όπου για χρόνια ήταν υπεύθυνος της περίφημης Σχολής της Έλλης Αδάμ και στην αρχή του καλοκαιριού προήδρευε στις εξετάσεις της.

Δεκάδες φορές προσπάθησα να πείσω την διεύθυνση των μουσικών συνόλων της ΕΡΤ για την ανάγκη να παιχτεί το έργο του ανθρώπου που οργάνωσε την βιβλιοθήκη-παρτιτοθήκη της. Άλλοι δεν τον γνώριζαν καν και άλλοι θα το έκαναν οπωσδήποτε και … θα ήμασταν σε επικοινωνία για να το οργανώσουμε. Πόσο γραφικά αλλά και τραγικής σημασίας επαναλήψεις  είναι όλα αυτά στον τόπο μας; Το βέβαιο είναι ότι δεν φταίει η μουσική γι αυτό.


Για όσους ενδιαφέρονται να ανακαλύψουν έναν σπουδαίο μουσουργό μας, κυκλοφορεί ακόμα το βιβλίο μου. Εκεί αναφέρονται και οι προσπάθειες  να διδάξω  τα έργα του Κουντούρωφ σε νέους , παιδιά 12-17 ετών ήταν τότε, αλλά παρακολουθούσαν με συνέπεια και πάθος τα ετήσια αυτά σεμινάρια στο Ωδείο Κασσιανής Αλεξοπούλου, συμμετέχοντας σε πολλές συναυλίες και παίζοντας πολλές δεκάδες έργα ελληνικά για πιάνο.  Κάποια κομμάτια, και του Κουντούρωφ, ηχογραφήθηκαν στο cd «Σε άσπρο και μαύρο», που ηχογραφήσαμε με τους μαθητές μου, με την υποστήριξη και την βοήθεια του Τρίτου Προγράμματος, σε μια εποχή που αυτά θεωρούνταν… αδιανόητα. Μαζί με τα παιδιά, μπήκαμε στην παρέα του cd η Μαριάννα Αϊβάζοβα κι εγώ, με την Κέρκυρα του Κουντούρωφ. Δεν θα ξεχάσω την συγκίνηση του γιου και της νύφης του όταν τους πρόσφερα αντίτυπα του cd. Πόσο τους καταλαβαίνω!
Σήμερα λοιπόν το cd αυτό που έχει πλέον εδώ και χρόνια εξαντληθεί, θα μας ταξιδέψει στο νησί της μουσικής.
Δακρύζω όταν θυμάμαι την πρώτη παρουσίαση του έργου αυτού για δύο πιάνα, στην αίθουσα Μαρία Κάλλας του τότε Ατενέουμ, στην οδό Αμερικής, με την οικογένεια του συνθέτη, μαθητές και φίλους του αλλά  και τον Οδυσσέα Δημητριάδη ανάμεσά μας. Από αυτή τη συναυλία, συμβολικά, πήραμε την ηχογράφηση και την προσθέσαμε στο cd.
Με την Μαριάννα Αϊβάζοβα παίξαμε αρκετές φορές μαζί, απολαύσαμε πολλές συνθέσεις παλιές και νέες για δυο πιάνα, αλλά την συγκίνηση από αυτήν τη συναυλία (23/1/ 1998) καμιά μας δεν την έχει ξεχάσει.