Γράφει ο Σταύρος Λυγερός
Η διόγκωση των εισροών στα νησιά του Αιγαίου επανέφερε την παράνομη μετανάστευση στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας το πρόβλημα, το οποίο είχε περάσει στα “ψιλά” μετά την ευρωτουρκική συμφωνία των αρχών του 2016. Και τούτο παρά το γεγονός ότι κάθε τόσο είχαμε εκτεταμένα επεισόδια σε δομές φιλοξενίας με αποτέλεσμα μεγάλες ζημιές και τραυματισμούς

Η κυβέρνηση Τσίπρα παρέμενε προσηλωμένη στο ιδεολόγημά της ότι μέσω της παράνομης μετανάστευσης θα επιλυθεί με ένα είδος κοινωνικής μηχανικής το δημογραφικό πρόβλημα. Δεν είναι, βεβαίως, άσχετο ότι ο πρώην πρωθυπουργός είχε συμφωνήσει με τη Γερμανίδα καγκελάριο να δέχεται πίσω η Ελλάδα παράνομους μετανάστες, οι οποίοι εισήλθαν στην Ευρώπη από τη χώρα μας, αλλά στη συνέχεια μετέβησαν με κάποιον τρόπο στη Γερμανία.

Η παράνομη μετανάστευση, όμως, που τροφοδοτήθηκε και από τα κύματα προσφύγων, έχει προκαλέσει εκτεταμένες κοινωνικές παρενέργειες σε πολλά επίπεδα και σ’ όλη την Ευρώπη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να έχει μετατραπεί σε κεντρικό πολιτικό πρόβλημα, ακόμα και σε χώρες που δεν έχουν δεχθεί μεγάλους αριθμούς. Είναι αξιοσημείωτο, πάντως, ότι σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει περισσότερο ή λιγότερο στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές κοινωνίες, στην Ελλάδα το μεταναστευτικό ήταν τα τελευταία τρία χρόνια χαμηλά στην ατζέντα της δημόσιας συζήτησης.

Οι μόνοι που κατά καιρούς αντιδρούν είναι οι τοπικές κοινωνίες, οι οποίες υφίστανται το πρόβλημα, αλλά κι αυτές αντιδρούν, έχοντας πάνω από το κεφάλι τους τον πέλεκυ ότι θα κατηγορηθούν για ξενοφοβία και ρατσισμό! Η ιδεολογική τρομοκρατία που ασκήθηκε σ’ αυτό το επίπεδο από τον ΣΥΡΙΖΑ έπαιξε οπωσδήποτε τον ρόλο της, όπως επίσης και η υπαρκτή ανθρωπιστική διάσταση του προβλήματος.

Κατά την εκτίμησή μου, όμως, ο σημαντικότερος λόγος είναι ότι στα χρόνια της κρίσης η ελληνική κοινωνία κατακερματίστηκε και τα αντανακλαστικά συλλογικής αντίδρασης αμβλύνθηκαν, εάν δεν ισοπεδώθηκαν. Με την εξαίρεση του Μακεδονικού, κυριάρχησε το δόγμα “ο καθένας για την πάρτη του”. Αυτό όχι μόνο στο μέτωπο των εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά και σε ζητήματα όπως το μεταναστευτικό.

Οι πρόσφατες αποφάσεις του ΚΥΣΕΑ δείχνουν ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη εγκαταλείπει την πολιτική της κυβέρνησης Τσίπρα. Επιχειρεί αφενός να θέσει ένα φραγμό στις διογκωμένες εισροές, αφετέρου να αποφορτίσει τα νησιά, με τη μεταφορά προσφύγων-μεταναστών σε δομές στην ηπειρωτική Ελλάδα. Αν και οι εν λόγω αποφάσεις κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, δεν αρκούν από μόνες τους για να λύσουν με στρατηγικούς όρους το πρόβλημα.

Το κύμα από Ανατολική Ευρώπη

Ας αρχίσουμε, όμως, από την αρχή. Αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και λόγω των γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η Ευρώπη γνώρισε σημαντικές εσωτερικές μεταναστευτικές ροές, οι οποίες κατά κανόνα προέκυψαν αφενός για εθνοτικούς λόγους, αφετέρου ως αποτέλεσμα του πολέμου. Στη δεκαετία του 1950 και του 1960 η Δυτική Γερμανία δέχθηκε νόμιμους μετανάστες από την Ιταλία, την Ελλάδα, την τότε Γιουγκοσλαβία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Τουρκία, προκειμένου να τροφοδοτήσει την ταχέως αναπτυσσόμενη βιομηχανία της.

Αλλά και χώρες της Ευρώπης με αποικιοκρατική παράδοση (Βρετανία, Γαλλία, Ολλανδία κ.ά.) δέχθηκαν σημαντικές μεταναστευτικές ροές κυρίως από τις (τότε ή πρώην) αποικίες τους στην Αφρική και στην Ασία. Οι ροές αυτές ήταν αποτέλεσμα αφενός των δεσμών της μητρόπολης με τις αποικίες, αφετέρου της ανάγκης για φθηνά εργατικά χέρια σε μια περίοδο που οι ευρωπαϊκές οικονομίες βρίσκονταν σε ανοδική τροχιά. Γι’ αυτούς τους λόγους, αλλά και επειδή οι ροές ήταν κατανεμημένες στον χρόνο, δεν προκάλεσαν ισχυρές κοινωνικές παρενέργειες.

Το επόμενο ισχυρό μεταναστευτικό κύμα προέκυψε μετά την κατάρρευση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης το 1989-1990. Επρόκειτο, επίσης, για ενδοευρωπαϊκή μετανάστευση, αλλά με μονόδρομη ροή από την Ανατολική προς τη Δυτική Ευρώπη.

Διαβάστε τη συνέχεια στο SLpress.gr

το διαβάσαμε στο Πρώτο Θέμα