Από κανέναν επισκέπτη της Ολλανδίας δεν περνά απαρατήρητο το ποδήλατο που οδηγεί μία νεαρά κυρία, συνοδευόμενη από 2 και περισσότερα παιδιά μέσα σ’ένα καρότσι,-το αποκαλούμενο bakfietsmoeders. Όμως, ο προσεκτικός επισκέπτης προβληματίζεται όταν συναντά μαμάδες και παιδιά όλες τις ώρες της ημέρας και όλες τις ημέρες της εβδομάδας. Το πρώτο λογικό ερώτημα: εδώ, τα μικρά παιδιά βρίσκονται όλη την ημέρα στο δρόμο; Δεν πάνε σε κάποιο παιδικό σταθμό; Και αυτές οι μαμάδες; Όλες άνεργες είναι;

Ε! λοιπόν, όχι. Ούτε άνεργες είναι, ούτε τα παιδιά πάνε καθημερινά σε παιδικό.

Άνεργες δεν θα μπορούσαν να είναι γιατί η Ολλανδία έχει έλλειψη εργατικών χεριών και οι παιδικοί λογίζονται για «παρκινγκ παιδιών»! Ποιος γονιός θα έβλεπε το παιδί του έστω και ως δίτροχο;

Βεβαίως, είναι και θέμα ολλανδικής νοοτροπίας: πρόκειται για προτεσταντική κοινωνία, με σταθερές αναφορές στην αξία της οικογένειας. Η ταύτιση του δικαιώματος της γυναίκας στην εργασία με τη χειραφέτηση της δεν απασχόλησε ποτέ την Ολλανδέζα και αυτό για ιστορικούς λόγους. Το προαναφερόμενο ζήτημα τέθηκε στον 20 αι. κυρίως με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι γυναίκες αναγκάστηκαν να αντικαταστήσουν τους άντρες τους που βρίσκονταν στο μέτωπο, στην εργασία τους. Όμως, η Ολλανδία έμεινε ουδέτερη κατά τον Α’ Παγκόσμιο και έτσι η καθιερωμένη ζωή των δύο φύλλων δεν άλλαξε ρόλους. Η κατάσταση δεν άλλαξε «δραματικά» ούτε μετά τον Β’ Παγκόσμιο. Θεώρησαν την απασχόλησή τους στις «αντρικές» δουλειές ως κάτι το προσωρινό και μετά το 1945 επέστρεψαν στην πεπατημένη τους. Άλλωστε, έως το 1957, όποια Ολλανδέζα εργαζόταν έως την ημέρα του γάμου της, έδινε την παραίτηση της με που απαντούσε στην πασίγνωστη ερώτηση με το «Yes I do».

 

Το 1982, η ολλανδική οικονομία βρέθηκε σε μεγάλη κρίση. Τότε, τα εργατικά συνδικάτα συμφώνησαν με την Κυβέρνηση να υπάρξει πάγωμα των μισθών με αντιστάθμισμα την καθιέρωση της μερικής απασχόλησης, με αποτέλεσμα τα εισοδήματα των συζύγων να μην μπορούν να καλύψουν πλέον τις οικογενειακές ανάγκες. Έτσι, οι γυναίκες μπήκαν στην «μερική απασχόληση» και εκεί θέλησε να παραμείνει η συντριπτική πλειοψηφία τους. «Προτιμώ να εργάζομαι λιγότερο και να συμβάλλω προσωπικά στην ανάπτυξη των παιδιών μου», λένε οι περισσότερες, χωρίς βέβαια να αποκρύπτουν ότι η χρήση των παιδικών σταθμών απαιτεί το 20% των καθαρών οικογενειακών εισοδημάτων, έναντι του 10% στη Γαλλία και του 4% στην Σουηδία.

Και όταν τα παιδιά μεγαλώσουν και πάρουν το δικό τους δρόμο, αυτές τι θα κάνουν; Η απάντηση τους είναι αφοπλιστική: «το χρόνο μου που τώρα τα παιδιά απασχολούν, θα τον αξιοποιήσω προς όφελός μου. Εξάλλου, στην Ολλανδία ο ελεύθερος χρόνος έχει οικονομική αξία, όπως και η καριέρα που κάποιοι επιλέγουν να κάνουν. Γιατί λοιπόν να τον χάσω;» Βρίσκω πολύ σωστό το ερώτημα τους!

Όσο γι’αυτές που θέλουν την πλήρη εργασιακή απασχόληση, ξέρουν ότι αυτομάτως θα έχουν και το λοξό βλέμμα που θα τις ρίχνουν οι της «μερικής» όταν θα τους προκύπτει να τις συναντήσουν στην έξοδο των σχολείων ή των παιδικών.

Και όταν έρθει η ώρα της σύνταξης, η κάθε μία θα απολαύσει την σπορά της: η της πλήρους θα εισπράξει 16% μικρότερο ποσό από το αντίστοιχο του συζύγου της, ενώ η της μερικής μειωμένο κατά 45%

Αν όμως, οι Ολλανδέζες είναι ικανοποιημένες με αυτή την πρακτική, δεν ισχύει το ίδιο και με τις επιχειρήσεις. Για τους δικούς τους λόγους θέλουν περισσότερες γυναίκες εργαζόμενες. Όταν οι επιχειρήσεις είδαν ότι οι διαφημίσεις τους και τα επιχειρήματα τους δεν τις έπεισαν, υιοθέτησαν την δική τους εκδοχή της Λυσιστράτης: αύξησαν στις 6 εβδομάδες την γονική άδεια του πατέρα από τις 5 Ημέρες που ήταν έως τώρα! Θα έχει αποτέλεσμα αυτή η πολιτική; Δεν ξέρουμε. Θα το καταλάβουμε από τα bakfietsmoeders: όταν ο μπαμπάς θα πηγαίνει βόλτα με τα παιδιά του.