Λου Γιούρενεκ: Η μεγάλη φωτιά (Σμύρνη, Σεπτέμβριος 1922)

Ο Σεπτέμβριος

είναι ο επετειακά ο τραγικότερος μήνας τού Ελληνισμού.

Τον σημάδεψε ανεξίτηλα η καταστροφή τής Μικράς Ασίας,

με την ολοσχερή ήττα τού ελληνικού στρατού,

τη μεγάλη φωτιά τής Σμύρνης,

τη σφαγή τών αμάχων που προσπαθούσαν

να φτάσουν στα καράβια της σωτηρίας τους…

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία ξένων συγγραφέων,

κυκλοφορεί, παραμένοντας επίκαιρο, από τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ…

 

Γράφει ο Αγγελος Πετρουλάκης

 

Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ

 

Ο Λου Γιούρενεκ είναι Καθηγητής δημοσιογραφίας στο πανεπιστήμιο της Βοστώνης.

Το 2016 οι εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ έδωσαν στην κυκλοφορία ένα πολύτιμο βιβλίο του με τίτλο «Η μεγάλη φωτιά – Σμύρνη, Σεπτέμβριος 1922). Ογκώδες, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι ξεπερνά τις 500 σελίδες μεγάλου μεγέθους. Είναι ένα βιβλίο με μαρτυρίες και ημερολόγια επιζώντων, που αποτελούσαν αρχειακό υλικό τού Αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού, αλλά και αποχαρακτηρισμένες αναφορές τής αμερικανικής Αντικατασκοπείας. Επίσης αξιοποιεί μαρτυρίες Αμερικανών ιεραποστόλων και εθελοντών, και Βρετανών ναυτών και αξιωματικών, οι οποίοι υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες της φωτιάς στη Σμύρνη και όλων όσων επακολούθησαν.

Προσωπικά έγγραφα  και επιστολές ατόμων τα οποία διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην ιστορία αυτή, όπως του αιδεσιμότατου Έισα Κεντ Τζένινγκς, που θεωρείται αρχιτέκτονας της διάσωσης, του πλωτάρχη Χάλσεϊ Πάουελ, κυβερνήτη τού «Έντσαλ», του Αλεξάντερ ΜακΛάχλαν, του Κέιλεμπ Λόρενς, των Τζορτζ και Νάνσι Χόρτον, φωτίζουν τα γεγονότα από μια σκοπιά ιδιαίτερα χρήσιμη ιστορικά.

Jpeg

Ένα ακόμα πρόσωπο που είχε μεγάλη συμμετοχή στα γεγονότα ήταν ο πλοίαρχος του Αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού Άρθουρ Τ. Χέπμπερν, υπεύθυνος για την απομάκρυνση 125 Αμερικανών πολιτών, με το αντιτορπιλικό «Σίμπσον», που περίμενε έτοιμο στο λιμάνι τής Σμύρνης, μαζί με άλλα πολεμικά πλοία. Και οι δικές του μαρτυρίες είναι πολύτιμες.

 

«Στις μέρες μας, η ιστορία της Σμύρνης έχει παραδοθεί εν πολλοίς στη λήθη. Φαίνεται πως δεν άφησε ισχυρό αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας. Παράξενη εξέλιξη. Η Σμύρνη (καθώς και τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταστροφή, καθώς και τα όσα ακολούθησαν αμέσως μετά), περιέχει μαθήματα συναφή με τις τωρινές συγκρούσεις μεταξύ της Δύσης και του Ισλάμ, σχετικά με την πετρελαϊκή διπλωματία, σχετικά με τη δύσκολη ισορροπία μεταξύ εθνικών στρατηγικών συμφερόντων και την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Σμύρνη, λόγω όλων αυτών που συμβολίζει, κανονικά έπρεπε να συμπεριλαμβάνεται στον ίδιο κατάλογο τοπωνυμίων που επωμίστηκαν το βάρος της Ιστορίας: Σεράγεβο και Μάλτα, ως προς την αποτυχία της διπλωματίας, και Τρεμπλίνκα, Βοσνία και Ρουάντα, για την κλίμακα των δολοφονιών. Κάθε ένα από αυτά τα ονόματα είναι ένας τόπος κι ένα μάθημα ιστορίας που περιμένει να ξεδιπλωθεί…»

Το παραπάνω απόσπασμα, ενενήντα χρόνια μετά την καταστροφή τής Σμύρνης, είναι μια από τις βασικότερες σκέψεις τού συγγραφέα, ο οποίος, με ιδιαίτερη σχολαστικότητα και ευαισθησία, αντιμετωπίζει τη γενοκτονία με ψύχραιμο βλέμμα, αναζητώντας αλήθειες και απομυθοποιώντας πολλά απ’ αυτά που έχουν ειπωθεί, προκειμένου να αποδοθεί με ακρίβεια η εξέλιξη μιας βαρβαρότητας από τις συγκλονιστικότερες του 20ου αιώνα.

Ο συγγραφέας ‘‘βλέπει’’ τα γεγονότα μέσα από τα μάτια των ξένων, ιδιαίτερα των Αμερικανών, που βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη, και γι’ αυτό το βιβλίο παρουσιάζει έντονο ενδιαφέρον. Η γραφή του, που πλησιάζει τη μυθιστορηματική, το κάνει ιδιαίτερα ελκυστικό στον αναγνώστη, ακόμα και σε εκείνον που δεν έχει στενή σχέση με την ιστορία. Οι σημειώσεις και οι επεξηγήσεις το καθιστούν πολύτιμο. Οι περισσότερες από τις μαρτυρίες του είναι, εκτός από διαφωτιστικές, συγκλονιστικές.

 

Μέρες πριν ξεσπάσει η λαίλαπα του θανάτου, ο Αμερικανός Γενικός Πρόξενος Τζορτζ Χόρτον διαισθανόμενος την επικείμενη καταστροφή, πίεζε με τηλεγραφήματα τόσο τον Ναύαρχο Μπρίστολ, όσο και την Ουάσιγκτον για ναυτική υποστήριξη. Βλέποντας την αδιαφορία και των δυο, συγκεντρώνει Αμερικανούς πολίτες τής Σμύρνης και υπογράφουν νέο τηλεγράφημα εκφράζοντας την συνεχώς αυξανόμενη αγωνία τους.

«…Οι κάτωθι υπογεγραμμένοι υποστηρίζουμε πλήρως τα αιτήματα τα οποία υπεβλήθησαν ήδη από τον Αμερικανό Πρόξενο σχετικά με την αποστολή στον εδώ λιμένα ικανού αριθμού πολεμικών πλοίων και πεζοναυτών για την επαρκή προστασία των Αμερικανών πολιτών και των περιουσιών τους και επιπλέον θεωρούμε ότι η παρούσα κατάσταση είναι τόσο σοβαρή και επικίνδυνη, ώστε να επιβάλει την άμεση ικανοποίηση των ως άνω αιτημάτων…»

Παράλληλα, η ομάδα αυτή, με την οργάνωση του καθηγητή – ιεραπόστολου Λόρενς συγκρότησε τη Σμυρνέϊκη Επιτροπή Ανακούφισης Προσφύγων, οι οποίοι κατά χιλιάδες κατέφευγαν στο λιμάνι τής Σμύρνης, ελπίζοντας να επιβιβαστούν σε κάποιο καράβι που θα τους έσωζε από τον βέβαιο θάνατο.

Εφημερίδα τού Λονδίνου, στις 5 Σεπτεμβρίου 1922, δημοσιεύει περιγραφή Βρετανού παρατηρητή:

«Όσοι είχαν μπορέσει να παραμείνουν στο Κε όταν νύχτωσε βολεύτηκαν στο χείλος του νερού, και αντίκριζε κανείς το εκπληκτικό θέαμα των μανάδων που έστρωναν στα παιδιά τους να κοιμηθούν ένα ή ενάμιση μέτρο από το νερό, ώστε να βρίσκονται σε καλή θέση το επόμενο πρωί για να επιβιβαστούν σε κάποιο σκάφος. Όσοι δεν κατάφεραν να χωρέσουν στο Κε αναγκάστηκαν να στρώσουν στα σκαλοπάτια των δρόμων…»

Η συρροή των προσφύγων συνεχιζόταν με δραματική ταχύτητα. Ο Γιούρενεκ γράφει:

«Φτάνοντας στη νύχτα της 5ης Σεπτεμβρίου, περισσότεροι από εκατόν πενήντα χιλιάδες πρόσφυγες είχαν συρρεύσει στην πόλη…  […]

»… Η τραγική παρέλαση συνεχίστηκε στη διάρκεια της νύχτας, καθώς ξύλινοι τροχοί έτριζαν, πρόβατα βέλαζαν, τσουκάλια και τηγάνια κουδούνιζαν. Ήταν λες και ολόκληρος ο τόπος, σε βάθος εκατοντάδων χιλιομέτρων από τις ακτές της Ανατολίας, ξερνούσε φοβισμένους χριστιανούς».

 

 Ο Γιούρενεκ τοποθετείται με ιδιαίτερη προσοχή απέναντι στη στάση και Ελλήνων που είχαν σημαίνοντα ρόλο στην εξέλιξη των γεγονότων, όπως του στρατηγού Χατζηανέστη, διοικητή τής στρατιάς τής Μικράς Ασίας που καταδικάστηκε στη Δίκη των έξι και εκτελέστηκε.

«Ο Χατζηανέστης ήταν μια περίεργη επιλογή για την ανάληψη της ηγεσίας των ελληνικών δυνάμεων, στο πλαίσιο μιας εκστρατείας η οποία, ούτως ή άλλως, θα ήταν εξόχως δύσκολη. Ήταν πενήντα οκτώ ετών και τον συνόδευαν φήμες πνευματικής αστάθειας, ενδεχομένως παράνοιας. Γυναικάς, ‘‘ήταν ψηλός και λεπτός, ίσιος σαν μπαστούνι και εξαιρετικά περιποιημένος, με μυτερό γκρίζο γένι και αύρα αριστοκράτη’’. Θύμιζε τον Δον Κιχώτη. Χρόνια νωρίτερα, ως νέος αξιωματικός που πολεμούσε στα Βαλκάνια, είχε έρθει αντιμέτωπος με εξέγερση των στρατευμάτων που διοικούσε, γεγονός το οποίο αποδόθηκε στον αλλόκοτο τρόπο του και στη μανιώδη εμμονή στην πειθαρχία, συνήθειες τις οποίες εκδήλωσε και στην Τουρκία. Στη διάρκεια επιθεώρησης μονάδων καταπονημένων από τις επιχειρήσεις στο μέτωπο, επέδειξε ιδιαίτερη προσοχή στο κούρεμα των στρατιωτών. Ως επιτελάρχης των ελληνικών δυνάμεων στη Μικρά Ασία, είχε συντονίσει τις χερσαίες επιχειρήσεις εναντίων των Τούρκων εθνικιστών από τη ναυαρχίδα του στο λιμάνι, ενώ παράλληλα ετοίμαζε μια έπαυλη στο Κε, στολίζοντάς την με ακριβά έπιπλα και τουρκικά χαλιά».

 

Οι σκηνές που έχουν καταγραφεί από τους Αμερικανούς αξιωματούχους, παρουσιάζονται γλαφυρά μέσα από προσωπικές σημειώσεις και ημερολόγια. Ένας απ’ αυτούς, ο Πλωτάρχης Κνάους γράφει:

«Τα ελληνικά στρατεύματα περνούσαν προς τα μετόπισθεν κατά μόνας, ανά ζεύγη ή ακόμα και ανά ομάδες. Όλα τα πρόσωπα έμοιαζαν αποκαμωμένα, κουρασμένα και νικημένα. Οι πρόσφυγες χρησιμοποιούσαν κάθε πιθανό μέσο μεταφοράς και παρουσίαζαν μια θλιβερή εικόνα. Συγκεντρώνονταν σε κοπάδια έξω από την πόλη. Παρότι οι στρατιώτες έχουν εγκαταλείψει κάθε είδους οπλισμό, όλοι διατηρούν τα τυφέκια τους. Ο δρόμος ήταν σπαρμένος με αντικείμενα κάθε είδους, από ραπτομηχανές μέχρι καρότσια για μωρά, ενώ τα ψόφια άλογα προσέθεταν οσμή στην όλη σκηνή…»

Μια άλλη μαρτυρία ανήκει στον δόκτορα Ποστ:

«Πολλοί πέθαναν στην πορεία προς τη θάλασσα, και ακόμη περισσότεροι μέσα στα βρομερά,, ασφυκτικά γεμάτα πλοία. Οι περισσότεροι είναι ανεπαρκώς ντυμένοι και είτε ξαπλώνουν κατάχαμα, είτε πάνω σε λεπτές παλέτες, σκεπάσματα ή τσουβάλια. Πάνω σε ένα τέτοιο σκέπασμα βρίσκονταν επτά άνθρωποι, όλοι τους άρρωστοι από τύφο ή δυσεντερία. Δυο μέρες αργότερα είχαν απομείνει μόνο τρεις, δυο μέρες μετά, μόνο ένας, και την τελευταία φορά που βρέθηκα εκεί, εκείνος ο τελευταίος, δύστυχος άνθρωπος, είχε μόλις εκπνεύσει… Καθώς πέθαιναν ο ένας μετά τον άλλο, τα πτώματά τους μεταφέρονταν ανάμεσα από το πλήθος για να φορτωθούν στο κάρο όπου στοιβάζονταν οι νεκροί, το οποίο προχωρούσε παρακάτω, μέχρι να γεμίσει, έπειτα διέσχιζε το Σκούταρι κι έφτανε στις παρυφές της πόλης, εκεί όπου τα πτώματα πετιόντουσαν πρόχειρα σε έναν μακρύ λάκκο».

 

 

Η μεγάλη φωτιά, την Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 1922, που κατέστρεψε τη Σμύρνη και δημιούργησε τις τραγικές συνθήκες που επικράτησαν κατά την απελπισμένη φυγή τών προσφύγων, ήταν έργο Τούρκων. Αυτό αποτελεί επιβεβαιωμένη ιστορική αλήθεια. Διασταυρώνεται από άπειρες πηγές.

Οι Τούρκοι, όμως, δεν περιορίζονται στους ταυτόχρονους εμπρησμούς. Βιάζουν, σφάζουν, λεηλατούν. Δυο χρόνια μετά, το 1924, σε μια δίκη που γίνεται στο Λονδίνο για την αποζημίωση της εταιρείας εξαγωγής καπνού American Tabacco από την ασφαλιστική εταιρεία Guardian Assurance, ο στενογράφος του δικαστηρίου κατέγραψε πως «πυροσβέστες κατέθεσαν ότι είχαν δει Τούρκους στρατιώτες και πολίτες να βάζουν φωτιές χρησιμοποιώντας στουπιά και μαξιλάρια ποτισμένα με κηροζίνη».

Ένας από τους πυροσβέστες κατέθεσε πως «οι Τούρκοι στρατιώτες υποχρέωσαν οικογένειες Αρμενίων να παραμείνουν μέσα στα σπίτια τους καθώς αυτά έπιαναν φωτιά, καίγοντάς τους ζωντανούς».

Ο Γιούρενεκ παραθέτει και ένα απόσπασμα των πρακτικών από την κατάθεση της Αρουσκιάκ Σισλιάν, αρμένισσας νοσοκόμας, που έζησε τον όλεθρο των ημερών:

«Μίλλερ (δικηγόρος): Θα μας τα περιγράψετε; (τα γεγονότα του έζησε και θυμόταν).

»Σισλιάν: Σταματούσαν ανθρώπους και τους έπαιρναν ό,τι πολύτιμο είχαν επάνω τους. Στην οδό Μπουσόν δυο άντρες έπιασαν έναν άνθρωπο. Τον σκότωσαν και πήραν ό,τι είχε πάνω του.

»Μίλλερ: Πώς σκότωσαν αυτό τον άντρα;

»Σισλιάν: …πυροβόλησαν έξι φορές εναντίον του. Άκουσα τον ήχο έξι διαδοχικών πυροβολισμών.

»Μίλλερ: Ποια ήταν η επόμενη σκηνή που παρατηρήσατε κατά το διάστημα αυτό;

»Σισλιάν: Έπειτα, μπροστά στο σπίτι μας, έπιασαν έναν άλλο άνθρωπο και του πήραν ό,τι είχε, κι αφού το συζήτησαν ώρα μεταξύ τους, τον σκότωσαν, τον μαχαίρωσαν.

»Μίλλερ: Είδατε κάποιο ανάλογο περιστατικό εκείνη την ημέρα;

»Σισλιάν: Στη συμβολή της οδού Τσουκούρ με την οδό Φετχιέ, έπιασαν έναν άλλο άντρα και τον κάρφωσαν με το σπαθί σε πέντε ή έξι διαφορετικά σημεία, τον σκότωσαν κι αυτόν.

[…]

»Μίλλερ: Πόσοι Τούρκοι μπήκαν στο σπίτι σας;

»Σισλιάν: Την ώρα που έστρεφα το πρόσωπό μου προς την πόρτα είδα τουλάχιστον εκατό με εκατόν πενήντα άτομα να μπαίνουν στο σπίτι.

[…]

»Μίλλερ: Τι έκαναν;

»Σισλιάν: Αυτός (ο Τούρκος) βαστούσε μια μαχαίρα στο χέρι και μ’ένα χτύπημα τον αποκεφάλισε, το κεφάλι έπεσε προς τη μια μεριά και το σώμα προς την άλλη.

»Μίλλερ: Είδατε να συμβαίνει κάτι στην αδελφή σας;

»Σισλιάν: Ναι. Είδα τρεις στρατιώτες. Τη βίασαν.

»Μίλλερ: Συνήλθε η αδελφή σας από τη μεταχείριση αυτή;

»Σισλιάν: Όχι, πήγε στην Αθήνα και εκεί πέθανε.

»Μίλλερ: Μήπως σας συνέβη κάτι ανάλογο;

»Σισλιάν: Ναι.

[…]

»Μίλλερ: Τι ήταν αυτό το σπίτι;

»Σισλιάν: Ήταν στην οδό Τσουκούρ… Σκότωσαν τον πατέρα μου, κειτόταν μπροστά στην πόρτα…

[…]

»Μίλλερ: Αντιληφθήκατε μήπως κάποιο άλλο περιστατικό;

»Σισλιάν: Είδαμε δυο Τούρκους πολίτες που βαστούσαν μια καλάθα και ένα μακρύ ξύλο, περασμένο μέσα από τη λούπα της καλάθας. Ένας άλλος άντρας πήρε κάποιο μαξιλάρι, το βούτηξε μέσα στην καλάθα, του έβαλε φωτιά και το πέταξε μέσα στο σπίτι που ήταν δίπλα στο σχολείο, από το παράθυρο».

 

Όταν το αντιτορπιλικό «Σίμπσον» είχε αποπλεύσει αφήνοντας πίσω του το λιμάνι, ο Κνάους γράφει στο ημερολόγιο του πλοίου:

…όπως πλέαμε προς την είσοδο του λιμανιού, ακούγονταν οι κραυγές των γυναικών και ο κρότος των τυφεκίων. Οι φλόγες και η λάμψη της φλεγόμενης πόλης διακρίνονταν καθαρά για περισσότερα από πενήντα μίλια…»

Σε μια ανταπόκριση του δημοσιογράφου Κλέιτον, διαβάζουμε:

«Είναι αδύνατο να υπολογιστεί η απώλεια σε ζωές. Οι δρόμοι κατακλύζονται από νεκρούς. Επομένως, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του Κεμάλ Πασά, η Τουρκία τακτοποίησε παλιούς λογαριασμούς».

Σε μια αναφορά τού πλοιάρχου Άρθουρ Χεπμπερν, διαβάζουμε:

«Ισχυρότερες από όλους τους άλλους ήχους (εκρήξεις και πυροβολισμούς) ήταν οι διαρκείς κραυγές τρόμου εκείνου του πλήθους».

Μια μετά την άλλη οι περιγραφές αποτυπώνουν τη φρίκη των ημερών. Γράφει ο Γιούρενεκ:

«Σε κάποια σημεία ο αριθμός των ατόμων ήταν τέτοιος, ώστε οι άνθρωποι συνθλίβονταν ή ασφυκτιούσαν από την πίεση του πλήθους, σωριάζονταν στο έδαφος. Όσοι βρίσκονταν πιο κοντά στην προκυμαία έπεφταν στα γόνατα, ύψωναν τα χέρια τους και ικέτευαν να τους σώσουν τα πολεμικά πλοία. Οι κραυγές και τα βογκητά τους σχημάτιζαν ένα θρηνητικό βουητό που έφτανε μέχρι τα αντιτορπιλικά, στις κουπαστές των οποίων έστεκαν παραταγμένοι οι ναύτες, συγκλονισμένοι και αηδιασμένοι από το θέαμα. Εκατοντάδες πρόσφυγες ρίχτηκαν από την προκυμαία στη θάλασσα, στα ρηχά σημεία έστεκαν όρθιοι, με το νερό να φτάνει ως το στήθος τους, τα φουστάνια των γυναικών απλώνονταν ολόγυρά τους στα μαύρα νερά, όπως κρατούσαν ψηλά τα παιδιά τους. Πολλοί πνίγηκαν. Τούρκοι στρατιώτες πυροβολούσαν και σκότωναν όσους επιχειρούσαν να κολυμπήσουν προς τα πλοία…»

«Η μεγάλη φωτιά» είναι ένα συγκλονιστικό βιβλίο, με πολλά επίσημα στοιχεία, που δείχνουν τη στάση που κράτησαν Αμερικανοί, Βρετανοί και Γάλλοι, απέναντι στην καταστροφή, τα λάθη που έγιναν, αλλά και τις ηρωικές προσπάθειες πολλών για να συνδράμουν, όχι το «πλήθος που συνωστιζόταν» (για να θυμηθούμε και μια εγχώρια ιστορικό), αλλά εκείνους που σφάζονταν χειρότερα και από αρνιά σε σφαγείο.

 

Λάρισα, 15/9/2019