Ο Giuseppe Liberali, Ιωσήφ Λιμπεράλης ή Λιβεράλης ή Ελευθεριάδης,(Κέρκυρα, 1820 – Ζάκυνθος, 17 Σεπτεμβρίου 1899), ήταν ιταλικής καταγωγής Έλληνας συνθέτης, δάσκαλος μουσικής, ιμπρεσάριος και σκακιστής. Από τη μουσική βιβλιοθήκη του ωδείου όπου μελέτησε, στη Νάπολη, οι φωτογραφίες . Δεν ξεχνώ τη μεγάλη ευτυχία να αντικρίσω τα χειρόγραφά του.

Ήταν γιος του Ιταλού αρχιμουσικού του Βρετανικού στρατού Domenico Liberalli και της Ζακυνθινής Αικατερίνης Μιλιοράτη. Συνθέτης ήταν και ομεγαλύτερος αδελφός του, ο Αντώνιος. Το 1825 η οικογένεια μετακόμισε στο Μάντσεστερ όπου είχε μετατεθεί ο πατέρας, ο οποίος όμως πέθανε λίγο αργότερα. Το 1828 τα παιδιά επέστρεψαν στην Ζάκυνθο.
Ο Ιωσήφ πήρε τα πρώτα μαθήματα μουσικής από τον αδελφό του και μετά σπούδασε στο Ωδείο Σαν Πιέτρο της Νάπολης και στο Ωδείο του Μιλάνου. Υπήρξε, επίσης, μαθητής του Νικόλαου Χαλικιόπουλου Μάντζαρου.

Από το 1840 δίδασκε πιάνο στην Κέρκυρα όπου εργαζόταν και ως αρχιμουσικός της κερκυραϊκής Φιλαρμονικής (1842-1852). Επί σειρά ετών υπήρξε ιμπρεσάριος του θεάτρου San Giacomo της Κέρκυρας.
Στον Ιωσήφ Λιμπεράλη οφείλουμε τη σύνθεση των παλαιότερων έργων ελληνικής πιανιστικής μουσικής “εθνικού χαρακτήρα”, στα οποία γίνεται χρήση φολκλορικών στοιχείων. Το γνωστότερο είναι το «Ξύπνημα του Κλέφτη», το οποίο τυπώθηκε στο Μιλάνο το 1849. Το ξύπνημα του κλέφτη (Le reveil du Klepht),βρίσκεται ηχογραφημένο στο cd Λύχνος υπό το μόδιον: Έργα Ελλήνων συνθετών για πιάνο. 1847-1908 (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 11), όπου υπάρχει και λεπτομερέστατο συνοδευτικό κείμενο του Γιώργου Λεωτσάκου.

Το 1852 o Λιβεράλης παντρεύτηκε με την Ζακυνθινή Αικατερίνη Χαριάτη και απέκτησαν τρία παιδιά. Εγκαταστάθηκαν στη Ζάκυνθο όπου ο συνθέτης συνέχισε να διδάσκει πιάνο. Το 1870 μετακόμισε στην Πάτρα όπου κι εκεί δίδαξε .
Συνέθεσε πολλά έργα, μεταξύ αυτών 17 έργα για πιάνο , όπερες με έμπνευση εθνικού χαρακτήρα και πλοκή που παραπέμπει στο 1821.
Για το γάμο του Λιμπεράλη ο ποιητής Γεράσιμος Μαρκοράς έγραψε για τον μουσικοδιδάσκαλο το ποίημα που ακολουθεί:

Φεῦγα, Μοῦσα! Γιὰ τὸ γάμο ἑνοῦ φίλου μου ἀκριβοῦ
πέντε στίχους θὲ νὰ κάμω,ὅπως μὤρθουνε στὸ νοῦ.
Ποια εἶν’ ἡ νύφη; – Περιστέρα,ἀγγελόπουλο, Θεάτοῦ Χαριάτη ἡ θυγατέρα,ξακουσμένη γιὰ ὀμορφιά.
Στόμα ὡραῖο, σὰ δαχτυλίδι,ἴσια μύτη ἑλληνική,
ἕνα μέτωπο, ἕνα φρύδι,ὁποῦ λὲς καὶ σοῦ μιλεῖ.
Σὰ βαλθῇ νὰ τραγουδήσῃ,- μὲ τὸ δάσκαλο κοντά –
καὶ ταὶς πέτραις θὰ ραΐση,ὄχι ἀνθρώπινη καρδιά.
Τάχα εἶν’ ἄλλη νὰ τῆς μοιάζῃ εἰς τὴ Ζάκυνθο καὶ ἀλλοῦ,
σὰ γλυκίσματα ἑτοιμάζει γιὰ τοὺς φίλους τοῦ γαμπροῦ;
Τόση τέχνη, τέτοια κάλληποιός εἶν’ ἄξιος νὰ χαρῇ;
Μωρέ, πές μου, Λιμπεράλη,πῶς τὴν ἅρπαξες ἐσύ;
Ἢ τὰ γένεια ἢ τὸ μουστάκι τὴν ἐμάγεψαν θαρρῶ•
ἄ! γιατί, Γερασιμάκη,ἔχεις πρόσωπο σπανό;
Ὄχι, φίλε δὲ φθονάω,καὶ ἀπ’ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς
καὶ τοὺς δύο σᾶς εὐλογάω,ὡσὰ νἄμουνα παπᾶς.

 Eφη Αγραφιώτη