Οι πάντες νοιώθουν διαρκώς «νέοι ακόμη» όσον αφορά την ημερομηνία αναχώρησης για την άλλη ζωή.

Με αφορμή την πρόσφατη αναχώρηση για τον άλλο κόσμο του αγαπημένου τροβαδούρου Λαυρέντη Μαχαίριτσα παρακολούθησα με συγκίνηση τα σχόλια του κοινού, των φίλων του, των αγαπημένων του, των συναδέλφων και συνεργατών του. Έκανα και μια πένθιμη αλλά ψύχραιμη στατιστική των λέξεων, των προτάσεων, των παραγράφων σε όσα κείμενα διάβασα αυτές τις ημέρες για τον αείμνηστο Μαχαιρίτσα. Τα συχνότερα σχόλια ήσαν βέβαια αναμενόμενα δηλαδή κρίμα που έφυγε τόσο νέος, πρώιμη αναχώρηση, γιατί έφυγες τόσο νωρίς, αδικοχαμένος σε νέα ηλικία.

Στα πλαίσια της άσκησης του ιατρικού μου επαγγέλματος, σε μια μάχιμη ειδικότητα όπως η καρδιολογία, πολύ συχνά έχω έρθει σε επαφή με αυτό που οι περισσότεροι αποκαλούμε πρώιμη απώλεια, δηλαδή σε νέα ηλικία. Πόσο νέος θεωρείται όμως ότι κάποιος φεύγει νέος; Έχω πλέον αντιληφθεί ότι αυτά τα όρια μεταξύ πρώιμου και κανονικού θανάτου (υποτίθεται στη ώρα του) είναι σχετικά ασαφή και υποκειμενικά. Διαπίστωσα επίσης ότι ουδείς πάσχων από κάποια ασθένεια βιώνει τον θάνατο ως ένα γεγονός που συμβαίνει στην ώρα του, ακόμη και σε περιπτώσεις σοβαρών χρόνιων παθήσεων. Έχω ακούσει από 90χρονο ασθενή μου ότι τον θάνατο τον έχει… απαγορεύσει και καταργήσει ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός και ότι επί της ουσίας δεν επέρχεται ποτέ! Πρακτικά είχε απομακρύνει με αυτή την ιδιότυπη σκέψη το γεγονός του θανάτου πάρα το προχωρημένο της ηλικίας του.

Κανείς δεν φαίνεται προετοιμασμένος να αποθάνει, ανεξαρτήτως ηλικίας οι πάντες νοιώθουν διαρκώς «νέοι ακόμη» όσον αφορά την ημερομηνία αναχώρησης για την άλλη ζωή.

Σε περιπτώσεις αιφνίδιου θανάτου βέβαια το βίωμα είναι εξαιρετικά τραυματικό για το περιβάλλον του ασθενή, ιδιαίτερα αν δεν υπήρχε κάποιο ιατρικό ιστορικό του θανόντος αιφνιδίως. Και βέβαια, σύμφωνα με τις ψυχολογικές παρατηρήσεις μου, πίσω από τις εκφράσεις έκπληξης, συμπόνοιας και θλίψης για μια πρόωρη απώλεια κρύβεται κυρίως ο ξορκισμός του κακού, το ευτυχώς που δεν συνέβη σε εμάς και συνέβη σε εκείνον. Και συχνά παρατηρώ ότι συγγενείς θυμάτων αιφνίδιου θανάτου σπεύδουν να ελεγχθούν καρδιολογικά αμέσως μετά (εντός ολίγων ημερών) μετά το μοιραίο συμβάν! Και κατανοώ ότι συγγενείς εξ αίματος του αναχώρησαντος δικαιούνται να φοβούνται την όποια πιθανότητα γενετικής συγγένειας-κληρονομικής προδιάθεσης αλλά σε συγγενείς εξ αγχιστείας (το έχω δει και αυτό) γιατί άραγε τόση ανησυχία;

Η απάντηση είναι ότι ο άνθρωπος είναι φίλαυτο ον εκ φύσεως και οτιδήποτε καταστροφικό συμβαίνει γύρω του το προβάλλει άμεσα στον εαυτό του. Και αναρωτιέμαι (δεν έχω βρει απάντηση ακόμη) πως βρίσκει κάποιος το κουράγιο, μόλις μια εβδομάδα μετά την απώλεια αγαπημένου προσώπου εντός της οικίας του, να πάει σε γιατρό για προληπτικές εξετάσεις με κίνητρο «να δω μήπως κινδυνεύω να το πάθω και εγώ»; Δεν νομίζω ότι κομίζω «γλαύκα εις Αθήνας», απλά περιγράφω την ανθρώπινη φύση. Ελάχιστοι άνθρωποι τελικά βιώνουν πραγματικά και βαθιά την απώλεια των αγαπημένων προσώπων.

Όσον αφορά αυτή την δοξασία ότι ορισμένοι έφυγαν νέοι αλλά ένδοξοι ή έφυγαν νέοι αλλά με μια γεμάτη ζωή θα παραπέμψω στην Ραψωδία Λ της Οδύσσειας, την περίφημη Νέκυια όπου ο Οδυσσέας επισκέπτεται τον Άδη και συναντιέται με προσφιλή του πρόσωπα και ήρωες του πολέμου της Τροίας που είχαν χαθεί  πολύ νέοι. Μεταξύ αυτών των εκπληκτικών συναντήσεων του Οδυσσέα με τους νεκρούς  ξεχωρίζει ο διάλογος με τον δοξασμένο νεκρό Αχιλλέα. Είναι πολύ χαρακτηριστική η απάντηση του Αχιλλέα όταν ο Οδυσσέας τον μακάρισε επειδή σκοτώθηκε μεν νέος αλλά κέρδισε μεγάλη δόξα και θα παρέμενε αιώνια στις μνήμες των γενεών. Του απάντησε τότε ο (νεκρός) Αχιλλέας ότι θα άλλαζε εύκολα όλη τη δόξα του με αντάλλαγμα την επιστροφή του, ως ο πλέον ασήμαντος των ανθρώπων, πίσω στον κόσμο των ζωντανών.

Για τον ζωγράφο Βαν Γκογκ όμως ο θάνατος σε προχωρημένη ηλικία αποτελούσε καταδίκη και μάλλον επιθυμούσε να φύγει νέος και ένδοξος, όπως άλλωστε και έφυγε (σε ηλικία 35 ετών). Γράφει λοιπόν χαρακτηριστικά σε ένα γράμμα προς τον αδελφό του Θεόδωρο:

«Όπως παίρνουμε το τρένο για να πάμε στην Ταρασκόνη ή στην Ρουάν, έτσι παίρνουμε και το θάνατο για να πάμε σε ένα μακρινό αστέρι. Αυτό που αληθεύει σίγουρα σε τούτον τον συλλογισμό είναι πως, όσο είμαστε ζωντανοί, δεν μπορούμε να πάμε σε ένα αστέρι, όπως δεν μπορούμε όταν πεθάνουμε να πάρουμε το τρένο. Τελικά δεν μου φαίνεται αδύνατον να είναι η χολέρα, η ψαμίαση, η φθίση ή ο καρκίνος ουράνια μεταφορικά μέσα όπως τα βαπόρια, τα λεωφορεία και ο σιδηρόδρομος είναι επίγεια. Να πεθαίνει όμως κανείς από γεράματα είναι σαν να πηγαίνει με τα πόδια σε ένα αστέρι».

(Βλ. Γράμματα του Βαν Γκογκ στον αδελφό του Θεόδωρο, εκδόσεις Γκοβόστης).