Η Novartis, ο Ρασπούτιν και οι διάφορες… θεραπαινίδες της Θέμιδος βρίσκονται στο επίκεντρο της επικαιρότητας και του (άμεσου) ενδιαφέροντος στο πολιτικό σκηνικό. Αλλά το ζήτημα που απασχολεί πιεστικά και κυρίαρχα τα κομματικά επιτελεία, είναι ο εκλογικός νόμος και η απόλυτα σχετική και επηρεάζουσα αυτόν συνταγματική αναθεώρηση.

Γιατί είναι, σε πολύ μεγάλο βαθμό αν όχι αποκλειστικά, ο εκλογικός νόμος που θα κρίνει τις μέσο-μακροπρόθεσμες πολιτικές εξελίξεις, άρα και τις κομματικές στρατηγικές και τις τακτικές κινήσεις που θα τις υπηρετούν.

Ο πρωθυπουργός «υπενθύμισε» με σημασία στην Θεσσαλονίκη ότι έχει στην διάθεσή του μια τετραετία να εφαρμόσει το πρόγραμμά του (αφού «η προεδρική εκλογή απαιτεί πλέον 151 ψήφου», άρα δεν θ’ αποτελέσει όχημα για πρόωρη διάλυση της Βουλής, αρχές του 2020…) και εκλογές θα γίνουν «στο τέλος του 2023 με απλή αναλογική « αν η παρούσα Βουλή δεν συγκεντρώσει την απαραίτητη πλειοψηφία ώστε ο νέος εκλογικές νόμος που θα φέρει αυτή η κυβέρνηση να ισχύσει από τις αμέσως επόμενες και όχι τις μεθεπόμενες, όπως ορίζει σήμερα το σύνταγμα…»

( Μια απαραίτητη εξήγηση του θέματος, για τους μη εξοικειωμένους: Η απλή αναλογική που νομοθέτησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ψηφίσθηκε με λιγότερους από 180 ψήφους. Που σημαίνει (σύμφωνα με το ακόμη εν ισχύ άρθρο 54 του συντάγματος), ότι η «απλή» θα ισχύσει από τις μεθεπόμενες εκλογές. Και πράγματι, οι εκλογές της 7ης Ιουλίου, παρά τον ψηφισμένο νέο νόμο, έγιναν με το παλιό εκλογικό σύστημα. Και οι επόμενες, αυτές που ο Μητσοτάκης τοποθέτησε στο τέλος του 2023 θα γίνουν με την «απλή». Η οποία θα ίσχυε και στις εκλογές της 7ης Ιουλίου, ΑΝ ο κ. Τσίπρας πετύχαινε, όπως διακαώς επιθυμούσε, ο νέος του εκλογικός νόμος να εγκριθεί με 200 ψήφους. Δεν τα κατάφερε. Την ακύρωση του εκλογικού νόμου του ΣΥΡΙΖΑ για τις επόμενες εκλογές, και την εφαρμογή του νέου δικού του εκλογικού νόμου στις εκλογές του ’23, θα επιδιώξει ο κ. Μητσοτάκης.

Πώς; Μέσω της συνταγματικής αναθεώρησης, που θα ολοκληρωθεί από την παρούσα Βουλή! Το επίμαχο άρθρο 54, κρίθηκε αναθεωρητέο από την προηγούμενη «προτείνουσα» Βουλή, αλλά η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ εξασφάλισε λιγότερους από 180 ψήφους, ώστε η αναθεώρησή του να «κλειδώσει» οριστικά από την προτείνουσα Βουλή. Έτσι, η σημερινή Βουλή που είναι και η καθ’ αυτό αναθεωρητική, μπορεί με πλειοψηφία 180 ψήφων να αλλάξει το περιεχόμενο του άρθρου 54 –δεν δεσμεύεται από την κατεύθυνση της «προτείνουσας»- και να ορίσει ότι για να ισχύσει από τις αμέσως επόμενες εκλογές ο νέος εκλογικός νόμος, απαιτείται πλειοψηφία των 2/3, δηλαδή 180 ψήφων! Και η «απλή» ενταφιάζεται…)

Ο λόγος για τον οποίον ο ΣΥΡΙΖΑ έφερε την απλή αναλογική, είναι αυταπόδεικτος. Πίστευε ότι οι βουλευτικές εκλογές θα ήταν ντέρμπι, ότι η ΝΔ δεν θα εξασφάλιζε αυτοδυναμία, οι πιθανότητες σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας θα ήταν μηδαμινές αν όχι ανύπαρκτες (γι’ αυτό φρόντιζε να καννιβαλίζει το ΚΙΝΑΛ, να το συρρικνώσει και στην συνέχεια να το προβοκάρει ότι «αν δεν έρθεις με εμάς, είσαι δεκανίκι του ακροδεξιού Μητσοτάκη!»), θα προκηρύσσονταν νέες εκλογές (με την «απλή»!) και ο κ. Τσίπρας θα ξαναγινόταν απόλυτος ρυθμιστής των εξελίξεων!

Η πραγματικότητα (για μιαν ακόμη φορά…) δεν ανταποκρίθηκε στις ψευδαισθήσεις του. Η ΝΔ σχημάτισε αυτοδύναμη κυβέρνηση με θεαματικές επιδόσεις και προοπτική, λόγω εκ των προτέρων σχεδιασμού, που επιβραβεύει η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας. Και ο Μητσοτάκης, πήρε αυτός το πάνω χέρι ως ρυθμιστής των εξελίξεων. Με ένα πρόσθετο πλεονέκτημα, πλέον, που του έκανε δώρο ο… ΣΥΡΙΖΑ: με την προεδρική εκλογή απαιτούσα πλέον μόνον 151, ο κ. Τσίπρας δεν μπορεί να την χρησιμοποιήσει ως μοχλό για πρόωρες εκλογές.

Γι’ αυτό έχουν λυσσάξει στην Κουμουνδούρου να φωνάζουν ότι «τυχόν εκλογή προέδρου με λιγότερους από 180 ψήφους είναι αντίθετη με την συναίνεση που θέλει το σύνταγμα…» (ας πρόσεχε ο Κατρούγκαλος τι πρότεινε και τι κινήσεις έκανε στην αναθεώρηση!), και να επικαλούνται… θεωρίες, οι οποίες είναι αντίθετες με την επιστημονική γνώμη όλων των συνταγματολόγων, σύμφωνα με τις οποίες η σημερινή αναθεωρητική Βουλή δεν μπορεί να διαμορφώσει το περιεχόμενο των υπό αναθεώρηση άρθρων που ενέκρινε η προηγούμενη προτείνουσα Βουλή αλλά με πλειοψηφία κάτω των 180.

Το ΚΙΝΑΛ, μετά την εκλογική διάσωσή του, είχε δηλώσει δια στόματος Γεννηματά ότι θα συναινέσει στις θετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, κυρίως σε νέο εκλογικό νόμο, αναλογικότερο, αλλά που πάντως θα εξασφαλίζει σταθερότητα και κυβερνησιμότητα στην χώρα. Και η θέση αυτή της προέδρου του ΚΙΝΑΛ, απέκτησε βαρύνουσα σημασία, αφού οι 22 βουλευτές του Κινήματος προστιθέμενοι στους 158 της κυβερνητικής πλειοψηφίας, συγκροτούν το «μαγικό» 180, που όπως προαναφέραμε απαιτείται στην συνταγματική αναθεώρηση για να ταφεί η «απλή».

Ύστερα ήρθαν οι… γκρίνιες, οι φαγωμάρες και οι αμφισβητήσεις στο ΚΙΝΑΛ, οι μισοί (από τα στελέχη…) θέλουν σύμπλευση με τον ΣΥΡΙΖΑ, οι υπόλοιποι συνιστούν ρεαλισμό, σοβαρότητα και σχεδιασμένες κινήσεις. Το αρχικό μήνυμα για συνεργασία στο θέμα του εκλογικού νόμου, θόλωσε. Η προοπτική, μπορεί να μην ναυάγησε εντελώς, αλλά μπήκε στο «καζάνι» των εσωκομματικών διελκυστίνδων. Αν το ΚΙΝΑΛ σκοπεύει, όπως πολιτικά δικαιούται, να διαπραγματευθεί την στάση του και να περάσει κάποιες απόψεις του στο συγκεκριμένο θέμα, τότε μπορεί κάλλιστα να προσφέρει τις 22 ψήφους του (θα συμφωνήσουν όμως όλοι, του ΓΑΠ συμπεριλαμβανομένου;) στην αναθεώρηση του 54, ώστε να ισχύσει αμέσως ο νέος εκλογικός νόμος, και στην συνέχεια να πιέσει για υιοθέτηση θέσεών του στο περιεχόμενο του νόμου. Υπό την προϋπόθεση, φυσικά, ότι η κυβέρνηση θα φέρει τον νόμο της, μετά την ολοκλήρωση της αναθεώρησης. Που δεν έχει λόγο να μην το κάνει…

Στις εσωκομματικές κόντρες, έχει μπλέξει και ο προβληματισμός του ΣΥΡΙΖΑ για τον εκλογικό νόμο. Θεωρητικά, επιμένει στην απλή αναλογική και μετεκλογικά. Αλλά κάποιοι πιο ψύχραιμοι που βλέπουν λίγο πιο πέρα από το «αύριο», που θέλουν τον ΣΥΡΙΖΑ να έχει ενεργό μελλοντικό ρόλο στο πολιτικό σκηνικό, προβάλλουν τον προβληματισμό τους ότι ενδεχομένως ένας νέος (σαφώς αναλογικότερος) εκλογικός νόμος που θα εξασφαλίζει αυτοδύναμες κυβερνήσεις, ίσως εξυπηρετεί μια χαρά τα μακροπρόθεσμα σχέδια του ΣΥΡΙΖΑ- αν εννοεί ότι θέλει να ηγεμονεύσει στον χώρο της «προοδευτικής κεντροαριστεράς», και έχει προσγειωθεί στην πραγματικότητα. Κάτι που πολλοί σύντροφοι, και μόνο που το ακούν παθαίνουν επιληψία…

Ο Μητσοτάκης, πριν φέρει (και όταν φέρει…) τον εκλογικό του νόμο στην Βουλή προφανώς θα λάβει υπ’ όψη του αυτές τις σκέψεις, τους προβληματισμούς και τις κάτι περισσότερο από έντονες διεργασίες που εξελίσσονται στους άλλους κομματικούς χώρους. Και θα χαράξει ανάλογα τον σχεδιασμό του.

Αν δεν μπορέσει να εξασφαλίσει την συναίνεση και άλλων χώρων για ένα αναλογικότερο μεν αλλά που να εξασφαλίζει την κυβερνησιμότητα, εκλογικό νόμο, είναι πολύ πιθανόν να προχωρήσει μόνος του (ενδεχομένως και… απειλώντας ,ως διαπραγματευτική πίεση, ότι θα επαναφέρει τον μέχρι τώρα ισχύοντα «νόμο Παυλόπουλου» με τις 50 έδρες μπόνους), διακινδυνεύοντας, έστω την έκβαση των επόμενων εκλογών, που αναγκαστικά θα γίνουν με την «απλή».

Το κλειδί στην περίπτωση αυτή, είναι το… πότε θ’ αποφασίσει να πάει σ’ εκλογές. Αν η υλοποίηση του κυβερνητικού προγράμματος προχωράει κανονικά, γίνουν οι μεταρρυθμίσεις, αλλάζει η φυσιογνωμία του κράτους, βελτιωθεί η οικονομία, δεν αποκλείεται να κρίνει ότι τον συμφέρει να γίνουν εκλογές το ’23. Αλλιώς θα επιλέξει το προσφορότερο timing, όταν δεν θα έχει ή θα έχει την μικρότερη φθορά, για να αιφνιδιάσει τους αντιπάλους του, και να διεκδικήσει οριακή, έστω, πλειοψηφία ακόμη και με απλή, η αλλιώς δεύτερες εκλογές που θα διεκδικήσει με πολύ μεγάλες πιθανότητες.

Και με τον δικό του εκλογικό νόμο…