Βγαίνοντας από το αεροδρόμιο Tegel και πηγαίνοντας οδικώς προς τη γερμανική πρωτεύουσα, είναι δύσκολο κάποιος να σχηματίσει μια εικόνα της περιπλοκότητας του Βερολίνου. Τα σύγχρονα κτήρια, οι καθαροί και καλοοργανωμένοι δρόμοι, οι ψηλές πολυκατοικίες, τα φώτα, όλα θυμίζουν μια μοντέρνα πόλη, μια πειθαρχημένη πόλη του Βορρά, όπου η οργάνωση, η μέθοδος και η τάξη κυριαρχούν. Εκ πρώτης όψεως, έχει τα στοιχεία μιας σημερινής μεγαλούπολης, αλλά μ’ ευρείς χώρους κι άνεση κινήσεων κι όπου οι κάτοικοι δεν είναι στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, όπως σε Νέα Υόρκη, Λονδίνο ή Παρίσι. Μοιάζει σαν μια ακόμη περιποιημένη γερμανική πόλη. Κι όμως είναι τόσο διαφορετική όταν τη γνωρίσει κάποιος. Ίσως χρειαστεί να ξεκινήσει η γνωριμία από το παλιό κέντρο της κι ειδικά από τη φημισμένη εμπορική κι ιστορική οδό, την Kurfürstenstraße. Εκεί υπάρχει η βομβαρδισμένη κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου εκκλησία. Έχει μείνει όρθια η μισή. Η άλλη μισή καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς και μένει ερειπωμένη και κατεστραμμένη. Το δεύτερο σημείο απ’ όπου θα’ πρεπε ο επισκέπτης να ξεκινήσει την ουσιαστική του γνωριμία με τη γερμανική πρωτεύουσα είναι το κομμάτι που απέμεινε απ’ το παλαιό τείχος του Βερολίνου, αυτό που χώριζε το Ανατολικό από το Δυτικό και το οποίο γκρεμίστηκε από το εξεγερμένο πλήθος το 1989. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, πρόκειται για ερείπια. Για απομεινάρια γκρεμίσματος που όμως έχουν ισχυρή συμβολική αξία.
Στην πρώτη περίπτωση, αυτήν της εκκλησίας στην οδό Kurfürstenstraße, υπάρχει ο συμβολισμός του βομβαρδισμού, του πολέμου που ταλαιπώρησε τη χώρα και την παγκόσμια πραγματικότητα. Το δε τείχος συμβολίζει το μοίρασμα της Γερμανία στα δύο: ένα μέρος ανήκε σε κάθε εμπόλεμη πλευρά. Ένα στη Δύση και το άλλο στο Σοβιετικό μπλοκ. Αντίστοιχα είχαμε Δυτικό κι Ανατολικό Βερολίνο. Η Γερμανία κι η σημερινή πρωτεύουσά της έμεινε διχασμένη όλα τα χρόνια: από το τέλος του πολέμου ως το γκρέμισμα του τείχους που χώριζε το Δυτικό από το Ανατολικό μέρος. Με το που γκρεμίστηκε το τείχος, κάτι που έγινε την ίδια περίοδο με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης λόγω της Περεστρόικα, ξεκίνησε ταυτόχρονα και η άρση του διχασμού. Η διαδικασία επούλωσης του τραύματος. Από το 1990 περίπου ως σήμερα, η Γερμανία και πιο ειδικά το Βερολίνο κάλυψε με αξιοπρόσεκτη ταχύτητα κι αποτελεσματικότητα το τεράστιο κενό της διχοτόμησης κι ενοποιήθηκε. Ξανάγινε ισχυρή, παρά τις τόσο δίκαιες επικρίσεις για την οικονομική της πολιτική που επέβαλε στους νότιους εταίρους της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Προς επιβεβαίωση αυτού, όπου υπάρχουν ερείπια, δίπλα τους έχουν φυτρώσει μεγάλα σύγχρονα κτήρια. Το άλλοτε Ανατολικό Βερολίνο που ήταν τόσο διαφορετικό από το Δυτικό τώρα έχει αλλάξει. Μια αρχιτεκτονική, δομική, οικονομική και πολιτιστική αύρα έχει ενώσει και τα δύο σε ένα δημιουργικό πρόσωπο. Θυμάμαι τότε που είχα πάρει την υποτροφία DAAD ως συγγραφέας το 1985. Θυμάμαι πόσο πλούσιο και δυνατό φάνταζε το δυτικό Βερολίνο και πόσο γκρίζο κι ανελεύθερο το Ανατολικό. Τώρα είναι ένα και τα δυο τους και εκτός από τα ερείπια του τείχους, κάποιες τεράστιες εργατικές σοβιετικές πολυκατοικίες και κάποια κιτς σημεία για τουρίστες (π.χ. Checkpoint Charlie) τίποτα δεν θυμίζει το άλλοτε κομμουνιστικό μέρος.
Το Βερολίνο έγινε κάτι διαφορετικό από την υπόλοιπη χώρα. Στις άλλες πόλεις της Γερμανία παρατηρεί κανείς, ναι μεν το στοιχείο της σύγχρονης ανανέωσης στην καθημερινή εικόνα τους, όμως ταυτόχρονα αναγνωρίζει ή νοιώθει και το πειθαρχημένο και οργανωμένο οικονομικό γερμανικό πνεύμα να’ ναι πανταχού παρόν. Δοκιμάστε για παράδειγμα να διασχίσετε ως πεζός με κόκκινο φανάρι έναν δρόμο άδειο, αφού έχετε ελέγξει καλά ότι δεν περνάει αυτοκίνητο. Με το που θα σας δει κάποιος «παραδοσιακά» Γερμανός ή θα σας κοιτάξει με βλέμμα επίπληξης γιατί παρανομήσατε ή θα αρχίσει να σας κάνει με φωνή επιτακτική μάθημα συμπεριφοράς και προσαρμογής του νόμου. Θα νοιώσετε σίγουρα άβολα από αυτό το στυλ που υπάρχει σ’ όλη την καθημερινότητα των γερμανικών πόλεων. Ένα είδος δηλαδή συνείδησης πειθαρχίας σε μια τάξη κι ιεραρχίας. Αυτό το προαναφερθέν πνεύμα λοιπόν θα το δείτε πολύ λιγότερο στο Βερολίνο. Υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, υπάρχει πολυκοσμία κι όσμωση, κάτι σαν ισόρροπη συνύπαρξη των διαφορετικοτήτων. Το ισλαμικό για παράδειγμα στοιχείο είναι αρκετά ενταγμένο και δημιουργεί λιγότερες φόβο απ’ ό, τι σε περιοχές του Παρισιού. Συνυπάρχουν χριστιανοί και μουσουλμάνοι σε πολλά σημεία δίχως να εμφανίζονται, παρά τις όποιες βεβαίως εξαιρέσεις, εκρηκτικές τριβές. Σα να έχουν βρει όλοι τους τον ταυτοτικό τους χώρο, να κινούνται άνετα σ’ αυτόν και ταυτόχρονα να μην ενοχλούνται από τον άλλον, τον διαφορετικό. Παρότι το ριζοσπαστικό αριστερό ή αναρχικό κίνημα είναι ισχυρά στη γερμανική πρωτεύουσα, όπως επίσης και το ακροδεξιό, εντούτοις, είτε γιατί η γερμανική αστυνομία δρα προληπτικά κι αποτελεσματικά είτε γιατί υπάρχει ή δίνεται από το κράτος αρκετός χώρος για να εκφραστούν όλες οι διαφορετικές πολιτισμικές τάσεις, αυτές, παρά τις έντονες κάποιες φορές συγκρούσεις τους, ποτέ δεν ξεπερνούν τα όρια ή θέτουν σε κίνδυνοι τη δημόσια τάξη κι ασφάλεια. Υπάρχει μ’ άλλα λόγια ένα είδος συλλογικής ισορροπίας στις διαφορετικές ταυτότητες, οι οποίες σ’ άλλες χώρες ή σ’ άλλες συνθήκες (σκέπτομαι συχνά την Γαλλία) ίσως να είχαν προκαλέσει αιματηρά επεισόδια. Νοιώθω μάλιστα την ανάγκη να σας αναφέρω κι ένα περιστατικό που αφορά εμάς τους Έλληνες.
Στα πλαίσια του ταξιδιού μου στο Βερολίνο (βρέθηκα εκεί για μία έκθεση ζωγραφικής και την παρουσίαση του βιβλίου μου) συνέβη το εξής: Βρίσκομαι στην οδό Hasenheide Straße, περίπου στον αριθμό 61. Ακριβώς απέναντι, από την άλλη μεριά του δρόμου για όσους βρεθούν ποτέ εκεί, υπάρχει ένα ιταλικό εστιατόριο, γνωστό στην περιοχή για την ποιότητά του. Άλλωστε ο ζωγράφος Rainer Fetting με τον οποίο είχαμε ραντεβού, μου το πρότεινε ανεπιφύλακτα, για να πάμε να γευματίσουμε και να συνεχίσουμε την ευχάριστη συζήτησή μας. Πήγαμε λοιπόν εκεί. Και θέλησε να με γνωρίσει στον ιδιοκτήτη του εστιατορίου που γνώριζε ο ίδιος προσωπικά. Έρχεται λοιπόν ένας νεαρός, καλοντυμένος κι ευγενής, που αρχικά νόμισα πως ήταν, λόγω του γενικού παρουσιαστικού του, από τη νότια Ιταλία. Και τι αμήχανη έκπληξη! Ο Rainer μου τον συστήνει: «ο Μάρκ από τη Ματσεντόνια (Μακεδονία)». Μένω αρχικά δίχως αντίδραση, αλλά αμέσως τα αντανακλαστικά μου λειτούργησαν: «Εννοείτε ότι είστε Έλληνας από τη Μακεδονία; Από ποια πόλη; Τη Θεσσαλονίκη ή άλλη;». Η συζήτησή μας γίνεται στ’ αγγλικά. Και συνεχίζω (με δόλο βέβαια γιατί είχα καταλάβει από πού προερχόταν): «Μιλάτε υποθέτω ελληνικά. Μήπως θέλετε να συνεχίσουμε στα ελληνικά;». Ο Γερμανός φίλος ξαφνιάστηκε από την τροπή που πήρε η συζήτηση και σιώπησε. «Όχι, δεν είμαι Έλληνας», μου είπε ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου ψύχραιμα και με διακριτικό χαμόγελο . «Δεν ξέρω ελληνικά αν και θα’ θελα να γνώριζα». «Τότε θα’ στε από τα Σκόπια», του’ πα, μ’ έναν τόνο ευγενικά περιπαικτικό και εκείνος μου απαντά: «Ναι Είμαι από τα Σκόπια, ναι. Και αν το θέλετε, είμαι από τη χώρα βόρεια της Μακεδονίας». Και με κοιτάζει με νόημα. «Όχι βόρεια Μακεδονία, αλλά βόρεια της Μακεδονίας». Και μου χαμογελά χτυπώντας με στην πλάτη. Ενοιωσα λιγο αφοπλισμενος Προφανώς και η πολιτισμένη του αντίδραση με εξέπληξε. Αλλά ακόμη περισσότερο με εξέπληξε η συνέχεια: «Δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα .Είμαστε Σλάβοι. Δεν έχουμε σχέση με Αλέξανδρο, Φίλιππο κ.τ.λ. Δεν θέλω να μπω στη λογική του Γκρουέφσκι. Θέλω να’ μαστε φίλοι, γιατί είμαστε γείτονες». Κάθισε μάλιστα στο τραπέζι μαζί μας και μιλήσαμε για την πετυχημένη του πορεία ως εστιάτορας.
Ένοιωσα να’ χω αδικήσει τον εαυτό μου και εκείνον. Συνυπάρξαμε θαυμάσια. Και καταλήξαμε και οι δύο: συχνά οι πολιτικοί εξωθούν τον κόσμο σε ακρότητες, αντί να λειτουργούν συμφιλιωτικά. Οι λαοί μπορούν να συνυπάρξουν απομονώνοντας τους ακραίους. Τουλάχιστον στο Βερολίνο το έζησα. Αλλά και το διαπίστωσα στην όλη καθημερινότητα. Η όποια ενδεχόμενη πολιτιστική ή ταυτοτική αντιπαλότητα μπορούσε να γεφυροποιηθεί μέσω της αμοιβαίας συνύπαρξης και σεβασμού των διαφορετικοτήτων. Κι είναι αυτό που διαχωρίζει εμφανώς το Βερολίνο από άλλες γερμανικές πόλεις. Έχει καταφέρει να βρει την ισορροπία μεταξύ του «επιθετικού» (συγχωρέστε μου τον χαρακτηρισμό!) στυλ του Γερμανού και του ελαφρού χιούμορ που μπορεί να προσδώσει αυτό το «ζούμε μαζί» των ετερόκλητων πολιτιστικών στοιχείων.
Υπάρχει όμως και κάτι που βοηθά πολύ αυτή την πολιτιστική συνύπαρξη: η αυστηρή εφαρμογή των νόμων του κράτους παράλληλα με τη γενναία οικονομική βοήθεια της γερμανικής κυβέρνησης προς τις τέχνες και τα γράμματα. Υπάρχει πολύ μεγάλος προϋπολογισμός για τον πολιτισμό στη γερμανική πρωτεύουσα. Υπάρχουν χορηγίες για νέους καλλιτέχνες, υποτροφίες, υπάρχει πλούσια αγορά εικαστικών, βιβλίου, θεάτρου, κινηματογράφου, χορού κ.τ.λ. Υπάρχει προϋπολογισμός, όλο και πιο ισχυρός, για σύγχρονες και καινοτόμες τέχνες. Πολύ εύκολα, με αίτησή του, μπορεί ένας νεαρός καλλιτέχνης να φύγει σε ταξίδι ανταλλαγής με καλλιτέχνες άλλων χωρών. Γίνονται επίσης στα μουσεία πολλά διεθνή γεγονότα. Για παράδειγμα, η καταπληκτική έκθεση του Francis Bacon που τρέχει αυτόν τον καιρό στο Παρίσι, θα φιλοξενηθεί όπως έμαθα, αργότερα στο Βερολίνο. Γενικώς, για να μην αναλωθώ σε αναλυτικές πληροφορίες, η κρατική ενίσχυση είναι εντυπωσιακή. Έχουν καταλάβει οι Γερμανοί διοικούντες ότι δεν μπορεί να υπάρξει συνύπαρξη διαφορετικών ταυτοτήτων δίχως την προώθηση του πολιτισμού. Κι αυτός δεν αποτελείται μόνο από ιδέες και δημιουργικά πρόσωπα. Χρειάζεται κι οικονομική ενίσχυση. Μόνο η οικονομία, αυτή η καραμέλα που πιπιλούν όλοι οι παγκοσμιοποιημένοι πολιτικοί δεν φτάνει. Μόνο οι αγορές και οι νόμοι τους δεν αρκούν για να ισορροπήσουν οι άνθρωποι στην όποια διαφορετικότητά τους. Είναι αναγκαίο πολιτισμός κι οικονομία να βαδίσουν χέρι-χέρι. Χρειάζονται τα κατάλληλα πρόσωπα, αυτά που ξέρουν να χτίσουν τις διεθνείς γέφυρες εξωστρέφειας, να πάρουν τη θέση που τους αρμόζει για να βοηθήσουν στην ποιοτική και δημιουργική βελτίωση της ζωής. Όσο ο πολιτισμός δεν βρίσκεται στην ίδια θέση με την οικονομία και το περιβάλλον, όσο ο πολιτισμός δεν βοηθά στην αλλαγή αντίληψης και νοοτροπίας διοίκησης της εξουσίας, άλλο τόσο οι ταυτοτικές και κοινωνικές συγκρούσεις θα οξύνονται. Ας το καταλάβει κυρίως η χώρα μας που μπορεί να κάνει πολλά στον Πολιτισμό και δεν τα κάνει.

Δημοσθένης Δαββέτας,
Καθηγητής Φιλοσοφίας της Τέχνης στο Παρίσι (Sorbonne και IESA),
διευθυντής προγράμματος “Europe” στο IESA, ποιητής, εικαστικός