1. “Πάρε με λοιπόν από δω. Θέλω να σου δείξω τα καλοκαιριάτικα θέατρα, πώς ζούνε το χειμώνα. Πόσο άδεια είναι τα σχολικά όταν έχουν αργία κι όλους τους φίλους που φύγανε και δεν μπορούν πια να με προδώσουν. Πάμε από δω πάμε εκδρομή σε μέρος που δεν έγινε, αφού στο ‘χω γράψει στο ‘χω πει, όπου κι αν πάτησα άφηνα αίμα, γι’ αυτό δεν μπορώ ποτέ πού να σταθώ κι όλο αλλάζω σεντόνια.” –Ιδιώνυμο-

2. “Οι ρίζες είναι για να βγάζουμε κλαδιά και όχι για να επιστρέφουμε σ’ αυτές.” -Τρία κλικ αριστερά-

3. “Άρχισα να γέρνω σαν εκείνη την ιτιούλα που σου ‘χα δείξει στη στροφή του δρόμου. Και δεν είναι που θέλω να ζήσω. Είναι το γαμώτο που δεν έζησα!” –Ιδιώνυμο-

(provocateur)

 

 

Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε την 1η Ιουνίου 1940 στην Αθήνα και από τα έξι χρόνια της ξεκίνησε τη θεατρική της καριέρα ως παιδί – θαύμα. Το 1952 πρωτοεμφανίστηκε στον κινηματογράφο στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Ο Άλλος», δίπλα στον Γιώργο Παππά. Σπούδασε υποκριτική στη δραματική σχολή του Τάκη Μουζενίδη και χορό στη σχολή της Κούλας Πράτσικα. Τα πρώτα της επαγγελματικά βήματα στο θέατρο τα έκανε με τον θίασο του Ντίνου Ηλιόπουλου στο έργο των Ευαγγελίδη – Μαρή «Κύριος 5%».

Φήμη, όμως, απέκτησε στα κινηματογραφικά πλατό της Φίνος Φιλμ κατά τη δεκαετία του ‘60, παίζοντας δεύτερους ρόλους σε δεκάδες ταινίες, συνήθως κωμωδίες, στις οποίες ήταν η «θεότρελη» μικρή αδελφή, το «ατίθασο νιάτο» ή η σκανδαλιάρα υπηρέτρια. Χαρακτηριστικοί είναι οι ρόλοι της στις ταινίες «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» (1959), «Νόμος 4.000» (1962), «Δεσποινίς Διευθυντής» (1964), «Γάμος αλά ελληνικά» (1964), «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» (1965), «Μια τρελλή τρελλή οικογένεια» (1965).

Τον εμπορικό κινηματογράφο τον απαρνήθηκε στα χρόνια της μεταπολίτευσης, τα οποία τη βρήκαν πολιτικά ενταγμένη σε ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Ο πρώτος της ρόλος σε ταινία του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου ήταν στο «Βαρύ Πεπόνι» (1977) του τότε συζύγου της Παύλου Τάσιου (1942-2011), με τον οποίο απέκτησε μία κόρη τη Μυρτώ Τάσιου (1967-2015). Ακολούθησε η σπαρακτική της εμφάνιση, ως αφηγήτριας, στην «Παραγγελιά» (1980) του ιδίου, στην οποία απήγγειλε ποιήματα από τις συλλογές της «Τρία κλικ αριστερά» και «Ιδιώνυμο», που αγαπήθηκαν ιδιαίτερα από τη νεολαία της εποχής.

Το 1977 τιμήθηκε με βραβείο α’ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία της στο «Βαρύ Πεπόνι» και το 1984 με βραβείο β’ γυναικείου ρόλου στην ταινία του Αντρέα Θωμόπουλου «Όστρια ή το τέλος του παιγνιδιού», όπου είχε συνυπογράψει το σενάριο.

Εκτός από τη μεγάλη πορεία της στο θέατρο και στον κινηματογράφο, χάραξε σημαντική τροχιά και στη νεοελληνική ποίηση, κατορθώνοντας να περάσει στο συλλογικό επίπεδο τις αγωνίες της προσωπικής διαδρομής της στην τέχνη και τη ζωή. Η βαθιά πολιτική στάση της, η αναρχική της διάθεση, η περιθωριακή συνείδησή της και οι κοινωνικές ανησυχίες της διαπερνούν ολόκληρη την ποιητική της παραγωγή, που ξεκίνησε το 1978 και ολοκληρώθηκε το 2002, με τη μεταθανάτια έκδοση του «Με λένε Οδύσσεια».

H Κατερίνα Γώγου άφησε την τελευταία της πνοή στις 3 Οκτωβρίου 1993, μέσα στο ασθενοφόρο που τη μετέφερε στο «Ιπποκράτειο» της Αθήνας. Βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση, εξαιτίας υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ, ενώ αντιμετώπιζε πρόβλημα και με τα ναρκωτικά. Πέρασαν, όμως, δύο ημέρες έως την αναγνώριση του πτώματός της, επειδή ένας φίλος της που τη συνόδευε στις Πρώτες Βοήθειες εξαφανίστηκε αμέσως μετά το θάνατό της.

Σχετικά

  • Ποιήματα της Κατερίνας Γώγου έχουν μελοποιήσει μεταξύ άλλων, ο Κυριάκος Σφέτσας, ο Πάνος Κατσιμίχας, ο Κωνσταντίνος Βήτα, ο Ηλίας Λιούγκος, ο Παντελής Θεοχαρίδης και ο Τάσος Ρωσόπουλος.
  • Στις 21 Ιανουαρίου 2013 ανέβηκε για σειρά παραστάσεων στο θέατρο «Τζένη Καρέζη» το έργο της Σοφίας Αδαμίδου «Πέρασα με κόκκινο», εμπνευσμένο από την ποίηση της Κατερίνας Γώγου. Πρωταγωνιστούσε η Τζένη Κόλλια στο ρόλο της Γώγου.
«Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου, γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή, όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουν με μαύρο χρώμα, γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο, γράφουν σε συνθηματική γλώσσα, γιατί η δική σας μόνο για γλείψιμο κάνει».Στίχοι – κραυγές. Από μία γυναίκα που είχε συλληφθεί αρκετές φορές από την αστυνομία, εξαιτίας της αντιεξουσιαστικής δράσης της, από μία γυναίκα που παρασυρόταν εύκολα στις καταχρήσεις, που ήταν πολύ παιδί και πολύ ενήλικη, που κατηγορήθηκε (χωρίς αποδείξεις βέβαια για αυτό και αφέθηκε ελεύθερη) ακόμη και για τη συμμετοχή της σε δολοφονία αστυνομικών που έγινε από τη 17 Νοέμβρη, που αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή της το 1993, με ένα κοκτέιλ χαπιών και αλκοόλ, για να ακολουθήσει τους άλλους δύο άγιους των Εξαρχείων, τον Παύλο Σιδηρόπουλο και τον Νικόλα Άσιμο, στο ταξίδι τους για αλλού.