Η αποτυχημένη επανάσταση των Ελλήνων το 1770, γνωστή και με τη δημώδη ονομασία Ορλωφικά ή Ορλοφικά ή την περισσότερο λόγια Ορλώφεια (τα), ήταν κίνημα ανεξαρτησίας που υποκινήθηκε από τους Ρώσους εναντίον των Οθωμανών κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-74).

Στη διάρκειά της σημειώθηκαν εξεγέρσεις σε διάφορα μέρη της νησιωτικής και ηπειρωτικής Ελλάδας, στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα και κυρίως στην Πελοπόννησο. Παράλληλα, οι ναυτικές επιχειρήσεις των Ρώσων στη νότια Πελοπόννησο, στα νησιά του Αιγαίου και στις δυτικές ακτές της Μικράς Ασίας είχαν οδυνηρές συνέπειες στους εξεγερθέντες.

Βασικός υποκινητής αυτής της επανάστασης των Ελλήνων ήταν ο Γεώργιος Παπαζώλης, η δε ονομασία της προήλθε από το όνομα των υποκινητών αυτής, των Ρώσων αξιωματούχων αδελφών Ορλώφ.

Το σχέδιο για την επέμβαση των ρωσικών ναυτικών δυνάμεων στην Ελλάδα υπέβαλαν στη φιλόδοξη αυτοκράτειρα της Ρωσίας Αικατερίνη Β΄ οι ευνοούμενοι και συνεργάτες της, αδελφοί Γκριγκόρι, Αλεξέι και Φιοντόρ Ορλώφ από τους οποίους ονομάσθηκε και το κίνημα. Σύνδεσμοι των Ορλώφ στην Ελλάδα ήταν ο Γεώργιος Παπαζώλης, ο Εμμανουήλ Σάρρος, ο αρχιμανδρίτης Αδαμόπουλος κ.α. Πριν αρχίσουν ωστόσο οι επιχειρήσεις, οι δύο αδελφοί Ορλώφ εγκαταστάθηκαν κρυφά στη Βενετία και άρχισαν συνεννοήσεις με τους Έλληνες που ζούσαν στην ιταλική πόλη και τους πράκτορές τους, οι οποίοι πηγαινοέρχονταν στην Ήπειρο, στη Μακεδονία και στην Πελοπόννησο.

Στην Πελοπόννησο ο Παπαζώλης βρήκε αρκετή ανταπόκριση, με εξαίρεση τη Μάνη όπου αρχικά αντιμετώπισε δυσπιστία. Στην Καλαμάτα συνεργάστηκε με τον Παναγιώτη Μπενάκη, πλούσιο γαιοκτήμονα και έμπορο, στον πύργο του οποίου συγκεντρώθηκαν και άλλοι προύχοντες και κληρικοί. Μέσα σε ενθουσιασμό και χωρίς ψύχραιμη εξέταση της κατάστασης, οι παριστάμενοι υπέγραψαν έγγραφο με το οποίο υπόσχονταν να εξεγείρουν πάνω από 100.000 Έλληνες μόλις θα εμφανίζονταν τα ρωσικά πλοία στις ακτές του Μοριά. Οι Μανιάτες, παρ’ ό,τι είχαν πληροφορηθεί από ανθρώπους τους στην Ιταλία ότι οι υποσχέσεις του Παπαζώλη ήταν χωρίς αντίκρυσμα, υποσχέθηκαν ότι θα βοηθούσαν τους Ρώσους όταν θα έρχονταν στην Πελοπόννησο με τον όρο ότι οι ρωσικές δυνάμεις δεν θα ήταν λιγότερες από 10.000 άνδρες.

Οι Αλέξιος και Θεόδωρος Ορλώφ αναχώρησαν το 1768 από τη Ρωσία και έφτασαν στη Βενετία όπου συνεργάστηκαν με τον Πάνο Μαρουτσή, γόνο γνωστής ηπειρωτικής οικογένειας εμπόρων και ευεργέτη, καθώς και με τον ζακυνθινό κόμη Μοτζενίγο. Ο τελευταίος τους εφοδίασε με χάρτες και στρατιωτικές πληροφορίες για τις δυνάμεις των Τούρκων στην Πελοπόννησο και αλλού. Στη Βενετία, όπου έφτασε και ο Παπαζώλης, καταστρώνονταν στρατηγικά σχέδια και στρατολογούνταν εθελοντές. Όμως οι κινήσεις τους έγιναν αντιληπτές από τις ενετικές αρχές και αναγκάστηκαν να φύγουν και να εγκατασταθούν στη Γένοβα όπου αγόρασαν ένα πλοίο με 20 πυροβόλα. Αναγκάστηκαν να φύγουν και από εκεί και να μεταφέρουν το στρατηγείο τους στο δουκάτο της Τοσκάνης.

Η Μάχη της Χίου, έργο του Ιβάν Αϊβαζόφσκι (1848). Η μάχη έλαβε χώρα στις 24 Ιουνίου 1770.

Όταν εξερράγη ο ρωσοτουρκικός πόλεμος στις 30 Σεπτεμβρίου 1768, η Αικατερίνη Β’ επεχείρησε να εξεγείρει τους χριστιανούς των Βαλκανίων δίνοντας στον πόλεμο το χαρακτήρα σταυροφορίας κατά του ισλαμισμού. Οι Έλληνες νόμισαν ότι πλησίαζε το τέλος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και η ανασύσταση της Βυζαντινής. Περισσότερο ενθουσιώδεις ήταν οι Έλληνες κληρικοί, ανώτεροι και κατώτεροι, οι οποίοι βοήθησαν το έργο των Ρώσων πρακτόρων διαδίδοντας τις προφητείες και κάνοντας προμήθειες από όπλα και πολεμοφόδια.[2]

Έντονες επαναστατικές προετοιμασίες γίνονταν στην Πελοπόννησο με αποθήκευση τροφίμων και προμηθειών, με τους πρόκριτους να κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Στην Ηλεία ο Ζαΐμης με δικές του δαπάνες συγκέντρωσε μεγάλες ποσότητες τροφίμων. Ο Μπενάκης συγκέντρωσε σώμα από 400 μισθοφόρους και ανάλογες ενέργειες έκανε ο Μαυρομιχάλης στη Μάνη. Παράλληλα, κληρικοί και πρόκριτοι ανέλαβαν έντονη εκστρατεία για την τόνωση του φρονήματος του πληθυσμού. Φαίνεται όμως ότι αυτές οι ενέργειες είχαν έλθει εις γνώση των τουρκικών αρχών. Φαίνεται επίσης ότι κάποιες οικογένειες που συμμετείχαν στην εξέγερση είχαν επαφές και με τους Τούρκους. Ταυτόχρονα, σε ρωσικά ναυπηγεία ετοιμάζονταν πλοία. Κατά τα μέσα του 1769 ήταν έτοιμος ο στόλος που θα κατερχόταν στη Μεσόγειο και στα τέλη Ιουνίου ανεχώρησε η πρώτη μοίρα από την Κροστάνδη υπό την ηγεσία του ναυάρχου Σπυριδώφ, αλλά με ουσιαστικό διοικητή των Άγγλο ναύαρχο Greyg.

Οι παράγοντες που έκαναν περισσότερο δεκτικούς τους Κοτσαμπάσηδες της Πελοποννήσου ήταν, κατά ορισμένη άποψη: Α) η ένταξη του ρωσικού σχεδίου εξέγερσης στους κοινωνικοπολιτικούς προσανατολισμούς των κοτσαμπάσηδων που ενισχύετο από την ανασφάλεια και τον φόβο των Κοτσαμπάσηδων που κορυφώθηκαν σε δυσαρέσκεια, λόγω των ανταγωνισμών των τοπικών προυχόντων αλλά και των παρεμβάσεων της Υψηλής Πύλης. Β) Η έντονα διάχυτη προσδοκία που υπήρχε σχετικά με την έλευση των Ρώσων, η οποία εκαλλιεργείτο από προφητείες και χρησμούς της μεσσιανικής θεολογίας. Γ) Η καλλιέργεια εκ μέρους της Ρωσίας της υποδοχής της ως προστάτη και λυτρωτή των Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

Κατά τον Ν. Σαρρή σημαντικό ρόλο στην επανάσταση έπαιξε η συναισθηματική φόρτιση των χριστιανών «ρεαγιάδων» λόγω της βαθιάς καταφρόνησης και των εξευτελισμών που υφίσταντο από τους Τούρκους και της μεγάλης αντίθεσης μεταξύ αυτών των δύο πλευρών. Αυτή η ψυχική φόρτιση εξηγεί και τη στροφή του ελληνισμού προς τη Ρωσία. Παράδειγμα αυτής της τάσης ήταν απήχηση των «χρησμών» του Αγαθάγγελου που αναφερόταν στο «ξανθό γένος» που έμελλε να ελευθερώσει τους υπόδουλους Έλληνες από τον οθωμανικό ζυγό. Εξ άλλου, από το 1753 ο ευεργέτης Ι. Πρίγκος που ζούσε τότε στο Άμστερνταμ αποκαλούσε τη Ρωσία «κοινή των ορθοδόξων μητέρα και μόνη ελπιδα και καταφυγή του δυστυχούς μας γένους».

Η συνέχεια εδώ

πηγη