Γράφει ο `Αγγελος Πετρουλάκης

Ο ψύχραιμος μελετητής τής «Σμύρνης» τού Τζανακάρη,

ακόμα κι αν δεν έχει διαβάσει τίποτα άλλο

για την υπόθεση της Μικρασίας,

θ’ αντιληφθεί πλήρως πως το ‘‘παιγνίδι’’ εκεί

ήταν χαμένο πριν καν αρχίσει και

πως τα πάντα έδειχναν ότι εκεί η Ελλάδα θα πλήρωνε,

όσο ποτέ άλλοτε, ασυγχώρητες αμαρτίες.

Το μεγάλο δίδαγμα που συνάγεται είναι

πως με όμοιες αντιλήψεις και ιδιοτέλειες,

δεν κερδίζονται πόλεμοι, ούτε στήνονται κράτη…

Εκδόσεις: «ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ»

Jpeg
Jpeg

Τον Βασίλη Τζανακάρη (*) τον άκουσα για πρώτη φορά εδώ και περισσότερο από τριάντα χρόνια, ως εκδότη στις Σέρρες. Διηύθυνα τότε το περιοδικό «Θεσσαλικές Επιλογές» και στο γραφείο μου, ανάμεσα στα πολλά περιοδικά που έφταναν, ήταν και το ιδιαίτερα αξιόλογο περιοδικό «Γιατί», του οποίου ήταν εκδότης.

Ως συγγραφέας μου είχε χαρίσει στιγμές κοινωνικο-ιστορικής απόλαυσης , πρώτα, με το βιβλίο του «Τότε που ξημέρωνε σκοτάδι», ενώ σε κάποια στιγμή, που έψαχνα κάτι σχετικό, με βοήθησε – εν αγνοία του – με το βιβλίο του «Λήσταρχοι – Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν».

Πρόσφατα, η καλή τύχη, έφερε στον δρόμο μου το τελευταίο του βιβλίο «Σμύρνη, 1919 – 1922», με τον υπότιτλο «Αριστείδης Στεργιάδης εναντίον Χρυσόστομου». Με τη Σμύρνη και τις περιπέτειες της Μικρασίας δεν είναι πρώτη φορά που ασχολείται ο Τζανακάρης. Εξαιρετικό είναι και το βιβλίο του «Δακρυσμένη Μικρασία»…

Άπειρα τα βιβλία που έχουν γραφεί για την καταστροφή τής Μικρασίας, για τις τραγικές στιγμές και τον αφανισμό τής Σμύρνης. Ιστορικά δοκίμια, έρευνες, απομνημονεύματα, μαρτυρίες, μυθιστορήματα.

Επίσης πολλά τα βιβλία που έχουν γραφεί για τον Βενιζέλο και τις άλλες προσωπικότητες, που διαδραμάτισαν κύριους ή δευτερεύοντες ρόλους στα γεγονότα. Βιβλία που αναζητούν τα αίτια, που επιμερίζουν ευθύνες, που επιχειρούν να ρίξουν φως σε αθέατες ακόμα και σήμερα πτυχές της ιστορίας εκείνης. Γιατί ακόμα υπάρχουν σκοτεινές πτυχές.

Jpeg
Jpeg
Jpeg

Η προσωπικότητα του Αριστείδη Στεργιάδη είναι η πλέον σκοτεινή απ’ αυτές. Ο ίδιος μίλησε ελάχιστα, χωρίς να φωτίσει επαρκώς κάποιες από τις συμπεριφορές του. Γραπτό αρχείο δεν βρέθηκε. Είναι δυνατόν φεύγοντας από τη Σμύρνη να μην πήρε μαζί του προσωπικά στοιχεία, να μην κρατούσε ημερολόγιο; Είναι δυνατόν από τα 27 χρόνια που έζησε φυγάδας στη Γαλλία (1922 – 1949) να μην έγραψε κάτι; Ερωτηματικά επίσης προκαλεί και το πώς ζούσε; Πού έβρισκε χρήματα, για έστω έναν λιτό βίο, διατηρώντας και μια κυρία ως οικονόμο; Το ελληνικό κράτος δεν τον συνταξιοδότησε. Του εξασφάλισε τα προς το ζειν ο Βενιζέλος, όσο ζούσε (1936); Ο γιος του στη συνέχεια; Ή ο Πλαστήρας που τον επισκεπτόταν κάποιες φορές, ο οποίος όμως υπήρξε ιδιαίτερα φτωχός;

Αντίθετα ο Χρυσόστομος άφησε πολλά γραπτά. Το αρχείο του έχει δημοσιευθεί. Ξέρουμε κάθε λεπτομέρεια της ζωής του. Υπήρξε μάρτυρας, του Θεού και της Πατρίδας. Ο θάνατός του, δυο μέρες μετά τη φυγή τού Στεργιάδη στη Γαλλία, υπήρξε κάτι περισσότερο από μαρτυρικός. Κυριολεκτικά κρεουργήθηκε. Δεν έμεινε τίποτα από το σώμα του για να το βρουν οι χριστιανοί τής Σμύρνης να το θάψουν. Οι δε λεπτομέρειες του μαρτυρικού θανάτου του, είναι ανατριχιαστικές.

Και ο Τζανακάρης; Τι επιχειρεί εκατό χρόνια μετά;

Ο Τζανακάρης επιχειρεί κάτι ιδιαίτερα σπουδαίο, το οποίο αφορά ακόμα κι εκείνους τους αναγνώστες που πιστεύουν ότι έχουν επαρκή γνώση τών ιστορικών δεδομένων. Δίνει μια ολοκληρωμένη εικόνα για τα όσα συνέβησαν στη Σμύρνη την κρίσιμη τριετία 1919 – 1922, στην οποία κυριαρχούσαν τα δυο αυτά πρόσωπα, ο Αριστείδης Στεργιάδης, μοναδικός εκπρόσωπος των ελληνικών κυβερνήσεων (κάτι σαν διορισμένος πρωθυπουργός τής Σμύρνης) και ο ποιμενάρχης Χρυσόστομος. Ο δεύτερος ήταν επικεφαλής τού τοπικού κλήρου, τον οποίο κατεδίωξε και εξευτέλισε πλήρως ο πρώτος, ακόμα και βιαιοπραγώντας κατά των κληρικών, μέχρι και μαστιγώνοντάς τους. Ο συγγραφέας, παραθέτοντας σειρά μαρτυριών, δημοσιευμάτων τής εποχής και πολλών ακόμα πηγών, παρουσιάζει ανάγλυφα όλα όσα διαδραματίζονταν μέσα και έξω από το γραφείο τού Στεργιάδη, φωτίζοντας, όσο το δυνατόν περισσότερο, το πρόσωπό του, μια και αυτός υπήρξε η σκοτεινή προσωπικότητα εκείνου τού δράματος.

Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι γνωρίζω τα πάντα όσα έχουν γραφεί για τη Σμύρνη και την τραγωδία της. Θα ήταν κομπασμός και ύβρις απέναντι σε μελετητές που αφιέρωσαν τη ζωή τους σ’ αυτό το θέμα. Μπορώ, όμως, με παρρησία να βεβαιώσω πως ο Τζανακάρης είναι τίμιος, είναι βαθύς μελετητής και ακούραστος ερευνητής. Κάθε φράση που γράφει είναι επιβεβαιωμένη. Και οι κρίσεις του εμπεριέχουν εκτός από τον λόγο και τον αντίλογο. Άμεμπτος και άξιος συγχαρητηρίων.

Επίσης, εκείνο που μπορώ να ισχυριστώ, είναι πως αποδεικνύει τη λογοτεχνική του δυναμική. Είναι λογοτέχνης. Ξέρει να συγκινεί τον αναγνώστη, χωρίς υπερβολές. Ξέρει να κάνει ελκυστικό το κείμενό του, να μην κουράζει, να ξεδιπλώνει με αμεσότητα τις αφηγήσεις και να μην ταλαιπωρεί τον αναγνώστη με λεπτομέρειες που ενδεχομένως χαρακτηρίζονται από μια κάποια ιστορική στρυφνότητα.

Είναι πολύ χαρακτηριστικός ο επίλογος του βιβλίου, το «Υστερόγραφο», στο οποίο μετά από επτακόσιες περίπου σελίδες ιστορικών καταγραφών, γράφει:

«Μερικές φορές, όταν κατεβαίνεις στην Αθήνα, επισκέπτεσαι το κτίριο της παλαιάς Βουλής, όπου στεγάζεται το ιστορικό Μουσείο της Νεότερης Ελλάδας. Εκεί λες ‘‘καλημέρα’’ στους υπαλλήλους της ρεσεψιόν… ρωτάς αν μπορείς να μπεις στην αίθουσα συνεδριάσεων και, αν σου πουν ότι δεν υπάρχει πρόβλημα, πηγαίνεις και κάθεσαι σε ένα από τα καθίσματα της πρώτης σειράς.

[…]

»…παρατηρείς την κυρίως αίθουσα, με τα θεωρεία, τις κουρτίνες, την πόρτα πίσω από αυτές που οδηγεί στα ενδότερα, και πάνω απ’ αυτήν το μεγάλο ρολόι τοίχου με τους σταματημένους δείκτες και λεπτοδείκτες.

»Ύστερα αρχίζεις δειλά δειλά να ξύνεις την πατίνα του χρόνου, εκείνη με τους ιριδισμούς του φθινοπωρινού φύλλου. Να την ξεφλουδίζεις. Να γυρίζεις τα μπρος πίσω. Ο χρόνος είναι μια θάλασσα ηρεμίας, ώσπου, όλως ξαφνικά, από μέσα της μπορούν ν’ αναδυθούν τεράστια κύματα που θα φέρουν τα πάνω κάτω, μέχρι πάλι τα ίδια κύματα ηρεμήσουν και ξαναγίνουν θάλασσα. Τότε μπορείς και βλέπεις άλλους ανθρώπους κι ακούς άλλους ήχους. Ακούς τον Ελευθέριο Βενιζέλο να μιλάει, με φωνή που τρέμει από συγκίνηση, για τη Μεγάλη Ελλάδα. Τον βλέπεις να δείχνει τα νέα της σύνορα σ’ έναν τεράστιο χάρτη, καθώς και τον Εμμανουήλ Ρέπουλη που, κάθιδρος και αναψοκοκκινισμένος, αναφωνεί: ‘‘Άξιος!’’, ‘‘Άξιος’’. Ακούς τον Δημήτριο Γούναρη, εκείνον τον εξαίσιο ρήτορα, να τον ψέγει με δριμύτητα, ανακοινώνοντας τα αποτελέσματα των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου 1920 και λίγο αργότερα του δημοψηφίσματος, και τη φωνή του Κωνσταντίνου να ευχαριστεί τον Θεό και τον ελληνικό λαό που τον επανέφεραν στην Ελλάδα. Αλλά εσύ συνεχίζεις να ξύνεις, να ξύνεις έως ότου δεις τον Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη να σχίζει στα δυο ένα χαρτονόμισμα, στην προσπάθειά του να σταματήσει το οικονομικό καταβαράθρωμα της Ελλάδας. Ακούς τις ατέρμονες συζητήσεις για τις σφαγές των χριστιανών στον Πόντο, την προσφυγιά, για τον βίο και την πολιτεία τους Ύπατου Αρμοστή της Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη, τα αδιέξοδα, τις δυσκολίες, τη βοή που ακολουθούσε τις αποφάσεις για την εκστρατεία προς την Άγκυρα μέσα από την ανθρωποβόρα Αλμυρά Έρημο, που κατάπιε τόσα ελληνικά κορμιά. Βλέπεις τον Λεωνίδα Παρασκευόπουλο, τον Παπούλα, τον Χρυσόστομο και τη φονική ‘‘εξέχουσα’’ στο Αφιόν Καραχισάρ. Και ύστερα το σπάσιμο του μετώπου., τη άτακτη φυγή, το χάος, το κουρέλιασμα μιας ένδοξης και ανίκητης Στρατιάς. Βλέπεις τις ατελείωτες πορείες των προσφύγων και τις φωτιές που έβαζαν οι φαντάροι μας σε ό,τι έβρισκαν μπροστά τους.

»Σκέφτομαι όσα άσχημα και ντροπιαστικά κάναμε και όσα οδυνηρά μας έκαναν στη συνέχεια οι Τούρκοι, που βιάζονταν να φτάσουν στη θάλασσα, να πνίξουν μέσα της τους γκιαούρηδες και να ξαναπάρουν στην κατοχή τους τους τόπους εκείνους που με τόσο αίμα ελληνικό τους είχαμε ποτίσει. Ακούς το φρικιαστικό τριζοβόλημα της αδηφάγας φωτιάς και βλέπεις τη Σμύρνη να καίγεται από τη μια μέχρι την άλλη άκρη της. Βλέπεις τις σφαγές κι ακούς τις οιμωγές και τις κραυγές των γυναικών από τους ατελείωτους βιασμούς στα γύρω στενά και νιώθεις την αγωνία ενός λαού που ολοένα αγναντεύει το πέλαγος για τη σωτηρία του. Βλέπεις τις λεηλασίες, τον τρόμο των παιδιών και των μανάδων και τις ατελείωτες θλιβερές πορείες των αιχμαλώτων που απομακρύνονται από τη θάλασσα…»

Και ο Τζανακάρης συνεχίζει με τη δίκη, που έριξε νέο λάδι στη φωτιά τού διχασμού, χωρίς εν τέλει ν’ αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη:

«Ύστερα παρακολουθείς τους στρατοδίκες να ανεβαίνουν στα έδρανα, να παίρνουν θέση ο ένας δίπλα στον άλλον και τους στρατιώτες να παρουσιάζουν όπλα: τον Οθωναίο, τον Νεόκοσμο Γρηγοριάδη και όλους τους άλλους. Για να φτάσεις στους κατηγορούμενους για εθνική προδοσία, τον αρχιστράτηγο Χατζανέστη, με έναν κατακόκκινο φάκελο ανοιγμένο μπροστά του, τον βαριά άρρωστο Γούναρη να μεταφέρεται σχεδόν στα χέρια έξω από την αίθουσα και τον Νικόλαο Στράτο να τον υπερασπίζεται με όση αξιοπρέπεια του είχε απομείνει. Βλέπεις και ακούς τον Θεοτόκη, τον εντελώς αθώο Πρωτοπαπαδάκη, τον Μπαλτατζή, τον Στρατηγό, τον Γούδα, τους μάρτυρες κατηγορίας και αυτούς της υπεράσπισης. Στα πρόσωπά τους διακρίνεις, το απότομο γήρας, που έχει κυρτώσει τους ώμους τους, και την απέλπιδα προσπάθεια να αποτινάξουν από πάνω τους το βάρος της προδοσίας. Ακούς τους ήχους από τα σιδερόκαρφα των μαρτύρων κατηγορίας και βλέπεις τη λάμια Διχόνοια να χτυπά μανιασμένα τα φτερά της πάνω από τα κεφάλια τους».

Παίρνω μια ανάσα, κλείνω τα μάτια για να δω τις εικόνες αυτές, και ξανανοίγοντάς τα, διαβάζω τις τελευταίες αράδες τού βιβλίου, που πιστεύω πως πρέπει να διαβάσουν όλοι οι Έλληνες:

«Μπροστά σου κείτεται η Ελλάδα ρακένδυτη, ματωμένη, ξυπόλητη. Ύστερα ακούς από το βάθος του χρόνου τις καθαρτήριες εκπυρσοκροτήσεις από 36 μάνλιχερ, ενώ όσα άλλα είχες προλάβει να δεις, ξεφλουδίζοντας το παρελθόν, αρχίζουν να παίρνουν πάλι το χρώμα του ξεραμένου φύλλου».

Από την εισαγωγή, ακόμα, ο Τζανακάρης δίνει επιγραμματικά μια περίληψη των απόψεών του για τις δύο αυτές προσωπικότητες:

Jpeg

«Ο ύπατος αρμοστής της Σμύρνης Αριστείδης Στεργιάδης υπήρξε φανατικός οπαδός του δόγματος της ελληνοτουρκικής φιλίας και συνύπαρξης, το οποίο προσπάθησε να εφαρμόσει στα εδάφη της Μικράς Ασίας καθ’ όλη τη διάρκεια της διοίκησής του. Ένα δόγμα που κανένας Έλληνας Μικρασιάτης δεν ήθελε να αποδεχθεί τουλάχιστον εκείνη την εποχή…

»…υπήρξε έντιμος και ακέραιος χαρακτήρας. Ήταν ακούραστος, δραστήριος, διορατικός και ταυτόχρονα οξύθυμος, άκαμπτος και αυταρχικός…

»Έζησε τη μοναχική ζωή του λύκου και απέφυγε συστηματικά να έρθει σε επαφή με την καλή κοινωνία της Σμύρνης, την οποία έδειχνε να υποτιμά…»

Για τον μητροπολίτη Χρυσόστομο θα γράψει, και ορθά:

«…υπήρξε το μεγάλο θύμα. Ο αμνός του Θεού, ο αίρων τις αμαρτίες και τα λάθη πάντων, ιδίως Ελλήνων και Ευρωπαίων πολιτικών. Γι’ αυτό, όταν ήρθε η μεγάλη στιγμή του χρέους, δεν δίστασε να ακολουθήσει τον ανηφορικό δρόμο του Γολγοθά…

»Ο μητροπολίτης Χρυσόστομος αρνήθηκε όλες τις προτάσεις Ελλήνων και ξένων να ακολουθήσει την οδό της διαφυγής και της σωτηρίας.

»…ο θάνατός του υπήρξε ιδιαίτερα μαρτυρικός. Από το βασανισμένο και σεπτό σκήνωμά του δεν βρέθηκε σχεδόν τίποτα».

Ο αναγνώστης, από τις πρώτες σελίδες τού βιβλίου αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται μάλλον για μυθιστορηματική γραφή. Και ποιος μπορεί να μεταδώσει καλύτερα την Ιστορία, από τη Λογοτεχνία; Προχωρώντας όμως, διαπιστώνει με έκπληξη, ότι το βιβλίο δεν έχει να ζηλέψει στο ελάχιστο από μια, σε βάθος, σοβαρή ιστορική έρευνα και μάλιστα ιδιαίτερα αντικειμενική. Έτσι παρακολουθεί τα γεγονότα από τη γέννησή τους, και αρκετά πριν, από τη λήξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και την εκστρατεία στην Ουκρανία, με τον Βενιζέλο να θέλει να βοηθήσει τους Γάλλους, έχοντας στο μυαλό του τα ανταλλάγματα που θα μπορούσε να διεκδικήσει. Κείμενα από τις εφημερίδες τής εποχής, αλλά και αυτούσια τηλεγραφήματα, δίνουν ξεκάθαρη την εικόνα τής έναρξης του εγχειρήματος και αντικατοπτρίζουν ξεκάθαρα όλα όσα συνόδευσαν την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Μικρά Ασία.

Παράλληλα, αποσπάσματα από άλλες πηγές, τουρκικές ή ξένων ανταποκριτών δίνουν, κατ’ αντιπαράθεση και τις αρνητικές εικόνες, που στιγμάτισαν την απόβαση του στρατού και ανάγκασαν τον Βενιζέλο να στείλει επειγόντως και εναγωνίως τον Στεργιάδη στη Σμύρνη, δοκιμασμένον από τη θητεία του στην Ήπειρο, η οποία μόλις πριν λίγων ετών είχε απελευθερωθεί και ο πολυφυλετικός πληθυσμός της απαιτούσε ιδιαίτερα λεπτή και διακριτική διοίκηση.

Ο Τζανακάρης παραθέτει κείμενα απ’ όλες τις πλευρές, ακολουθώντας το δόγμα της απόλυτης αντικειμενικότητας και σεβόμενος απόλυτα την Ιστορία, την οποία κάθε πλευρά, βεβαίως, τη βλέπει από τη δική της οπτική, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει μόνο μια αλήθεια, εκτός από κάποια γεγονότα για τα οποία αναγκαστικά οι πράξεις δεν αλλάζουν. Δεν αλλάζει – για παράδειγμα – το ότι ο Χρυσόστομος είχε πολλές ευκαιρίες να διαφύγει τής σφαγής, αλλά παρέμεινε και σφαγιάστηκε. Δεν αλλάζει το γεγονός ότι ο Στεργιάδης έφυγε, αλλά δεν επέστρεψε στην Ελλάδα, όπως όλοι οι άλλοι παράγοντες, παρά κατέφυγε στη Γαλλία και έζησε μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Αλλάζουν οι ερμηνείες τών πράξεων, βεβαίως. Όχι του Χρυσόστομου. Εκείνος το δήλωσε πως θέλει να θυσιαστεί.

Ανάμεσα σε όλα αυτά ‘‘περπατά’’ ο Τζανακάρης, διατυπώνοντας ευθαρσώς τη γνώμη του, τόσο για τις πολιτικές έριδες που αναστάτωναν την Ελλάδα τής εποχής, όσο και για κάποιες απαράδεκτες συμπεριφορές τού στρατού. Όμως, ο πόλεμος είναι πόλεμος και όταν έχει να κάνει όχι απλά με δυο αντίπαλους στρατούς, αλλά με έναν στρατό (και από κοντά άτακτους, αλλά και αμάχους) που για πεντακόσια χρόνια χαρακτηρίζονται (και είναι) κατακτητές με δικαίωμα ζωής και θανάτου, κι έναν στρατό που για τετρακόσια χρόνια βίωνε τη σκλαβιά, ενώ για τους αμάχους τής Μικράς Ασίας τα χρόνια αυτά ήταν πεντακόσια, τότε είναι δέκα, και εκατό, και χίλιες φορές πόλεμος, χωρίς όρια και προσδοκίες η αγριότητα να σταματά στο πεδίο τής μάχης.

Η Τουρκία ουδέποτε ανέχθηκε το γεγονός πως η κυριαρχία της που ολοκληρώθηκε το 1453 με την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, θα μπορούσε ν’ αμφισβητηθεί ή και να τρωθεί. Τα πεντακόσια χρόνια τής κυριαρχίας της, της έδιναν τη βεβαιότητα να ισχυρίζεται ότι τα εδάφη αυτά είναι η φυσική της πατρίδα και πως ουδείς άλλος έχει δικαίωμα ζωής σ’ αυτά.

Γράφοντας ο μητροπολίτης Χρυσόστομος τη φράση, που μας μεταφέρει ο Τζανακάρης, ότι «ο επιδρομεύς Τούρκος ήλθε σφάζων, σφάζων διέμενε και φεύγει σφάζων», συνόψιζε αλήθειες πολλών αιώνων.

Ο Στεργιάδης, βεβαίως, ως πολιτικός εντεταλμένος και έμπιστος όλων των κυβερνήσεων, δεν μπορούσε να ανεχθεί έναν Χρυσόστομο, που παπά τον ανέβαζε, τραγόπαπα, τον κατέβαζε. Όμως, αυτός ο τραγόπαπας, αυτοί οι τραγόπαπες, ήταν εκείνοι που κράτησαν τον ελληνισμό όρθιο στη Μικρασία, δεν τον κράτησαν όρθιο οι πολιτικοί, που ο βίος τους αριθμούσε λιγότερο από εκατό χρόνια στα συνολικά πεντακόσια και που τελικά τον αφάνισαν. Τον Ελληνισμό τής Μικράς Ασίας δεν τον αφάνισαν οι παπάδες. Οι πολιτικοί τον αφάνισαν και σημαντικό ρόλο, αν όχι τον σημαντικότερο, ανάμεσά τους έπαιξε ο Στεργιάδης. Ακόμα και για τις ήττες τού στρατού, και για την άτακτη υποχώρηση και για τη μη έγκαιρη εκκένωση της Σμύρνης, οι πολιτικοί ευθύνονται, είτε γιατί δεν ανέθεσαν την αρχηγία σε ικανούς αξιωματικούς, είτε γιατί δεν είχαν φροντίσει τους ανεφοδιασμούς, είτε γιατί δεν κατόρθωσαν να κρατήσουν ως συμμάχους τους συμμάχους, είτε γιατί δεν ήθελαν πρόσφυγες στην Ελλάδα. Όλα αυτά τα γράφει ο Τζανακάρης, αλλά και όταν δεν τα γράφει προκύπτουν από τις αφηγήσεις, τα έγγραφα, τα δημοσιεύματα, τα αποσπάσματα ημερολογίων και τις άλλες πηγές που παραθέτει.

Γράφει για τον Χρυσόστομο σε μια άλλη αναφορά στο πρόσωπό του:

«Ο Χρυσόστομος ήταν ένας καλός ποιμένας και τέτοιος παρέμεινε μέχρι το τραγικό τέλος του. Μια ψυχή βασανισμένη, ανήσυχη, γεμάτη πίστη, ηρεμία, δύναμη και συνάμα μια βάτος που φλεγόταν με τα νάματα της Μεγάλης Ελλάδας. Μια ψυχή σαν έτοιμη από καιρό για να πονέσει, να παρηγορήσει, να σταυρωθεί, να εκμηδενιστεί. Γεμάτος συμπόνοια, αλτρουισμό, έξαρση και αυτοθυσία…»

Αλλά ο Τζανακάρης ξέρει να κάνει το κείμενό του ελκυστικό και έτσι αποφεύγει τη συνεχή και σκληρή αφήγηση των γεγονότων. Εισέρχεται πλήρως στο κλίμα τών ημερών, με την περιγραφή τής καθημερινότητας, αλλά και ξεναγώντας μας στη Σμύρνη τής εποχής, αντλώντας στοιχεία από μια πλούσια βιβλιογραφία, μη παραλείποντας ν’ αναφερθεί ακόμα και στα πορνεία τής πόλης, την κυριαρχία των αφροδίσιων νοσημάτων και την πλήρη έλλειψη των συνθηκών καθαριότητας. Διαβάζοντας το βιβλίο νιώθεις πως περπατάς στα σοκάκια της Σμύρνης, αγγίζεσαι από τις μυρωδιές που πλανώνται στην ατμόσφαιρα, μοιράζεσαι την καθημερινότητα των κατοίκων της.

Μελετώντας τη «Σμύρνη» τού Β. Τζανακάρη ξεπηδούσε στη σκέψη μου, συνεχώς, το ίδιο ερωτηματικό: Για ποια έπρεπε να γράψω; Για τον ερευνητή και αφηγητή συγγραφέα, που επιχείρησε μια τιτάνια σύνθεση γεγονότων, απόψεων και αφηγήσεων τρίτων, οι οποίοι αναφέρονται στα δυο κύρια πρόσωπα, τον Χρυσόστομο και τον Στεργιάδη; Ή για τα πρόσωπα που αναδεικνύονται κι εκείνα άξονες του βιβλίου και είχαν σημαντική συμμετοχή στην τραγική περιπέτεια της Μικράς Ασίας, όπως τον Βενιζέλο, τους ξένους παράγοντες, τους στρατηγούς Παρασκευόπουλο, Παπούλα, Χατζανέστη, τον υπουργό Ρέπουλη, τον πρωθυπουργό Γούναρη και άλλους ακόμα;

Ενδεχομένως θα ήμουν πιο τίμιος με τον εαυτό μου, αν αντί της σύντομης παρουσίασης, επιχειρούσα να γράψω ένα δοκίμιο γι’ αυτό το τόσο πολύτιμο βιβλίο…

Λάρισα, 7/10/2019