Υπάρχουν βιβλία

που θεωρείς πως γράφτηκαν για έναν και μόνο άνθρωπο,

αλλά τελικά διαπιστώνεις πως αφορούν όλους μας,

καθώς κι εκείνους που έζησαν πριν από μας,

αλλά κι εκείνους που θα ζήσουν μετά από μας.

 Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Γράφει ο Αγγελος Πετρουλάκης

Γιατί, άραγε, κάποιες φορές οι μνήμες πάσχουν από αϋπνία; Και πώς γράφεται η ιστορία; Ποιος ο ρόλος τής προσωπικής ιστορίας στη συλλογική μνήμη; Υπάρχουν δρόμοι που οδηγούν στην αποκωδικοποίηση της σιωπής;

Απέναντι στο αφήγημα του Ηλία Μαγκλίνη χορεύουν βασανιστικά ερωτηματικά, αντιγράφοντας με την κίνησή τους την κίνηση των φύλλων όταν τα δέρνει δυνατός άνεμος.

Είναι γεγονός πως ενώ οι τρεις άξονες του έργου παρουσιάζονται ως προσωπική υπόθεση, εν τέλει και οι τρεις λειτουργούν για λογαριασμό όλων μας, ή σχεδόν όλων μας.

Τρεις άξονες, μια προσωπική οικογενειακή ιστορία, που μπορεί να είναι ιστορία πολλών ανθρώπων: Ο αφηγητής (Ηλίας Μαγκλίνης – ο συγγραφέας), ο πατέρας τού συγγραφέα, Κώστας Μαγκλίνης και ο παππούς τού συγγραφέα, Νίκος Μαγκλίνης. Τα υπόλοιπα πρόσωπα της αφήγησης, μητέρα, θείες, θείοι, βοηθούν στην εξέλιξη της αφήγησης, συμπληρώνοντας τόσο την εικόνα τής οικογένειας, όσο και το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο βιώνονται οι προσωπικές πορείες.

Καταλυτικός παράγοντας η μνήμη. Είναι αυτή που θα συνδέσει το προσωπικό με το συλλογικό. Το τώρα με το παρελθόν, το οποίο ακουμπά σταθερά στη συλλογική μνήμη. Για τούτο και ο αφηγητής είναι όσα έχει ξεχάσει, ή θέλει να μην θυμάται, γιατί από τις ζωές τού πατέρα και του παππού περνούν ζωές πολλών ανθρώπων, αλλά και ένα οδυνηρό κομμάτι τής ιστορίας τού τόπου.

Ο πατέρας – Κώστας Μαγκλίνης – κλεισμένος στη σιωπή. Αυτή η σιωπή είναι και ο βασικός παράγοντας που εμποδίζει γιο και πατέρα να έρθουν κοντά. Αυτό θα αρχίσει να συμβαίνει όταν ο πατέρας, χτυπημένος από έναν καρκίνο, οδεύει σταθερά προς τον θάνατο.

Ο παππούς είναι ο άγνωστος «Χ». Γιος και εγγονός αναζητούν τα «γιατί» της δολοφονίας του, το βράδυ τής 24ης Ιανουαρίου 1944 από την οργάνωση ΟΠΛΑ του ΕΑΜ Αγρινίου. Ο Νίκος Μαγκλίνης είναι ένας καλός Έλληνας. Έχει πολεμήσει στη Μικρά Ασία, επέζησε του ολέθρου, εναντιώθηκε στη γερμανική κατοχή εντασσόμενος στον ΕΔΕΣ, για να δολοφονηθεί εν ψυχρώ από ένα μέλος τής ΟΠΛΑ. Γιατί; Και ποιος ήταν αυτός που πίεσε τη σκανδάλη τού περιστρόφου;

Γιος και εγγονός βασανίζονται από τα ερωτηματικά αυτά. Η μικρή, κλειστή, κοινωνία τού Αγρινίου κρατά κλειστά τα μυστικά για όλα τα επόμενα χρόνια. Ο γιος θα επιχειρήσει να ξεφύγει από την κοινωνία αυτή. Θα καταταγεί στην πολεμική αεροπορία, θα εκπαιδευτεί ως χειριστής πολεμικού αεροπλάνου, θα πάρει μέρος στον πόλεμο της Κορέας, θα αποστρατευθεί και θα συνεχίσει την καριέρα του στην πολιτική αεροπορία.

Αυτό το στοιχείο συνδέει το «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» με το προηγούμενο βιβλίο τού Μαγκλίνη, το εξαιρετικό μυθιστόρημα «Πρωινή γαλήνη», στο οποίο ο πρωταγωνιστής όντως κατατάσσεται στην πολεμική αεροπορία και παίρνει μέρος στον πόλεμο της Κορέας.

Διαβάζοντας το «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» ο νους μου έτρεχε συνέχεια στο «Η λήθη που θα γίνουμε» του Φασιολίνσε (εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ). Κι εκεί ένας δολοφονημένος πατέρας, αλλά κι ένας γιος που αναζητά τα «γιατί», εκείνα που έχουν σχέση μ’ έναν καταραμένο ακήρυχτο εμφύλιο πόλεμο.

Αυτά τα ερωτηματικά, τα οποία ανήκουν σε όλους τους Έλληνες που βίωσαν την τραγικότητα της εποχής, είναι που στοίχειωναν τον ύπνο τού πατέρα Κώστα Μαγκλίνη:

«…Γύριζα στο σπίτι στις τέσσερις και στις πέντε το πρωί κι έβρισκα τον πατέρα μου στο καθιστικό της κουζίνας να ξημερώνεται λύνοντας σταυρόλεξα…

[…]

»Κάποτε τον ρώτησα γιατί είναι συνεχώς ξύπνιος τέτοια ώρα… […] Μου απάντησε ότι δεν μπορούσε (να ξανακοιμηθεί) και όταν τον ρώτησα γιατί δεν μπορούσε, μου είπε ότι φοβόταν. Φοβόταν πως ένα χέρι θα έρθει μέσα στο σκοτάδι και θα τον αρπάξει…»

Ποιο χέρι; Στην ερώτηση του γιου, του Ηλία Μαγκλίνη, ο πατέρας θα απαντήσει: «το χέρι του πατέρα μου».

Η δολοφονία τού πατέρα Νίκου Μαγκλίνη στοιχειώνει τις νύχτες τού γιού του, Κώστα, ο οποίος ξυπνώντας από τον ύπνο του, ανασύρει τις μνήμες τής παιδικής του ηλικίας:

«Με το που ξύπνησε, το όνειρο χάθηκε και του ήρθε ξανά εκείνη η νύχτα, η νύχτα που έφεραν στο σπίτι τον πατέρα του ξαπλωμένο πάνω σε μια πόρτα». Εκείνο το γεγονός και εκείνη η μνήμη είναι που ωθεί τον γιο «…να πάει να βρει αυτόν που το έκανε, τον άνθρωπο που σκότωσε τον πατέρα του. Να πάει να τον πιάσει και να του ζητήσει τον λόγο…»

Ο μικρός Ηλίας ήθελε επίσης να μάθει τα «πώς» και τα «γιατί» εκείνης της δολοφονίας. Του απαντούσε όμως η σιωπή τού πατέρα του. Επιθυμία εμμονική, καθώς ομολογεί πως: «Τις νύχτες που ξυπνάω ανήσυχος και δεν μπορώ να ξανακοιμηθώ… […] σκέφτομαι ότι όπως κάποια αστέρια έπαψαν πεθαίνοντας να αποτελούνται από ύλη έτσι και οι νεκροί έχουν πάψει να αποτελούνται από σάρκα, αίμα, μυς, οστά κι ωστόσο η απουσία τους, οριστική, καθολική, αμετάκλητη, είναι συχνά μια συγκαλυμμένη παρουσία…»

Μέσα από μισόλογα του πατέρα του, αλλά και της αδελφής τού πατέρα του, της Δώρας, ο Ηλίας θα αρχίσει να ιχνηλατεί την ιστορία τού παππού του, που είναι και κομμάτι της ιστορίας τού τόπου, κάτι που του ανοίγει τους δρόμους για να μιλήσει γι’ αυτήν. Ο παππούς Νίκος έχει πάρει μέρος στην εκστρατεία τής Μικράς Ασίας και…

«Τελικώς, από τον πολεμικό του βίο διασώθηκαν μονάχα επικεφαλίδες ή σκόρπιες διηγήσεις: πόσο υπέφερε από τον αφόρητο καύσωνα του Αυγούστου και την εξάντληση στην (αυτο)καταστροφική προέλαση προς την Άγκυρα, πόσο στεναχωρήθηκε όταν στην υποχώρηση το 1922 υποχρεώθηκαν να σκοτώσουν τα άλογα και τα μουλάρια τους. Ο πατέρας μου, λίγο πριν πεθάνει, μου είχε μεταφέρει – επιγραμματικά, σχεδόν τηλεγραφικά, εννοείται – διηγήσεις σχετικά με τις κλασικές, μα και τόσο καλά αποσιωπημένες, ελληνικές θηριωδίες εις βάρος αμάχων και αιχμαλώτων: πυρπολημένα τουρκικά χωριά, ομαδικοί βιασμοί γυναικών και παιδιών, αυτοσχέδια κομπολόγια που έφεραν με υπερηφάνεια οι τσολιάδες επάνω τους, κομπολόγια που αποτελούνταν από πετσοκομμένες γυναικείες θηλές…»

Αλλά, ο Ηλίας Μαγκλίνης θα προχωρήσει, αφηγούμενος τη ζωή τού παππού του και σ’ άλλες ιστορικές επισκοπήσεις. Θα σταθεί στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και στην αντιπαλότητα μεταξύ τών αντιστασιακών οργανώσεων, του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ, κυρίως:

«…ήταν θέμα χρόνου το σφαγείο να τεθεί σε λειτουργία. Ένα γνήσια ελληνικό σφαγείο που ξεκίνησε σιγά σιγά. Δεν είναι ασυνήθιστο αυτό. Δεν διασχίζεις τόσο εύκολα ή απλά το πέρασμα από τη λογική στο παράλογο. Στο Αγρίνιο εκείνης της σκοτεινής εποχής όλα αποτελούνται από βαριά, πηχτή ύλη: τα σώματα, τα πρόσωπα, οι σφαίρες, οι στολές, τα γένια, τα μαχαίρια, κυρίως το μίσος όμως, που μπορεί να μη φαίνεται,  αλλά το μίσος αποτελείται από βαρύ, μασίφ υλικό – ο Έλληνας είναι τόσο σφιχταγκαλιασμένος με τον συμπατριώτη του, η κοινότητα έχει τόση άπειρη πυκνότητα που δεν γίνεται, το αποτέλεσμα είναι ο Έλληνας να μισεί τον άλλο Έλληνα, να μην τον αντέχει, δεν μπορεί να τον υποφέρει, ειδικά όταν τα πράγματα πάνε στραβά, όταν δεν υπάρχουν χρήματα, όταν πεινάει ο κόσμος, κατά το κοινώς λεγόμενο, οπότε η πυκνότητα μετατρέπεται τώρα σε κάτι σαν επιδημία..»

Jpeg

Ο παππούς δολοφονείται. Ο δράστης εξαφανίζεται στο σκοτάδι, ένα σκοτάδι που συνεχίζεται μέχρι τα χρόνια του εγγονού. Οι έρευνες που κάνουν δεν αποφέρουν καρπούς, μόνο υπόνοιες και απογοητεύσεις. Οι δε έρευνες του εγγονού, του συγγραφέα Ηλία Μαγκλίνη, πλημμυρίζουν πίκρα. Είναι χαρακτηριστικό ένα απόσπασμα στο οποίο μιλά για τη συνάντησή του με τη χήρα τού συγγραφέα Άρη Αλεξάνδρου, την Καίτη Δρόσου, ενταγμένη στο ΕΑΜ, η οποία του είπε σε μια συνάντησή τους πως: «…στην Αθήνα υπήρχαν δρόμοι, γειτονιές, απ’ τις οποίες δεν περνούσε ποτέ, δεν πατούσε το πόδι της εκεί, διότι ζούσαν ακόμη οικογένειες ανθρώπων που εκείνη ξεσήκωνε να μπούνε στον αγώνα. Και αυτοί χάθηκαν, ενώ εκείνη εξακολουθούσε να είναι ζωντανή. Με τι μάτια να τους κοιτάξω αν πέσω σήμερα πάνω τους; Με ρώτησε. Τι να τους πω;»

Τίμιος, αλλά και ρεαλιστής απέναντι στην ιστορία, ο Ηλίας Μαγκλίνης στοχάζεται για μια εποχή που το έγκλημα αποτελούσε καθημερινότητα και η ζωή δεν κόστιζε ούτε μια σκέψη:

«Ούτε η δολοφονία του Νίκου ήταν κάτι σημαντικό. Ένας ασήμαντος φόνος ήταν, μια ανθυπολεπτομέρεια, μια κοινοτοπία, μια επανάληψη, μια παρανυχίδα ήταν η δολοφονία τού Νίκου Μαγκλίνη στο Αγρίνιο του 1944, στην Ελλάδα τού 1944, στην Ευρώπη τού 1944, στον κόσμο τού 1944. Μια δολοφονία ακόμα ανάμεσα στις τόσες, στις πολλές, στις άπειρες. Απλώς ήταν η δική μου δολοφονία – μάλλον ένας φόνος που έγινε δικός μου, που τον έκανε δικό μου άθελά του ο πατέρας μου, με τη σιωπή του, με την αφηρημάδα και τη λύπη του, με τον περίκλειστο εσωτερικό κόσμο που ήταν ο ψυχισμός του…»

Στέκομαι περισσότερο στους στοχασμούς τού Μαγκλίνη για την ανθρώπινη μοίρα και συμπεριφορά, αυτές που στιγμάτισαν τις τύχες αυτής της χώρας, παρά στα όσα η μνήμη διαφύλαξε, γιατί θεωρώ ότι το «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» είναι, πέρα από οτιδήποτε άλλο, ένα βιβλίο που αφορά την εθνική αυτογνωσία μας:

«Κάτω από τις ιδεολογίες, πίσω από τα κηρύγματα και τους όρκους πίστης σε αγώνες εθνικούς, ταξικούς, θρησκευτικούς, το ξέρουμε καλά αυτό πια, πέρα από τη σαγήνη των εμπνευσμένων ηγετών, των αγκιτατόρων, των προπαγανδιστών, των καθοδηγητών και των απανταχού γκουρού κάθε είδους και εποχής, σιγοβράζει ένας βόθρος από σκατά. Και τα σκατά έχουν ψυχή, έρχονται από κάπου βαθιά, από τα θλιβερά σωθικά μιας ψυχής που αγαπά να κρύβεται και να κρύβει τις δικές της ποταπές ανάγκες κι επιθυμίες, τη γυμνή λαγνεία, την ωμή απληστία, την ατόφια σκοπιμότητα, την καθαρή ανθρωπίλα. Τα σκατά δεν έχουν ποτέ σκοπό, μόνο σκοπιμότητες. Έτσι κι αλλιώς, εκείνα ήταν χρόνια στα οποία οι άνθρωποι δολοφονούνταν με τόση ευκολία. Που δολοφονούσαν με τόση ευκολία. Δεν είχε και καμιά ιδιαίτερη σημασία, μια σφαίρα πάνω μια σφαίρα κάτω, κανένας δεν κρατάει λογαριασμό…»

Ο Ηλίας Μαγκλίνης μας χάρισε ένα σημαντικό βιβλίο. Ένα βιβλίο όχι για τον πατέρα του, αλλά για όλους μας.

Λάρισα, 14/10/2019