πηγη 

Με την υπέρμετρα αυξημένη επιθετικότητά της, η Τουρκία επιζητεί πάση θυσία τον ρόλο της περιφερειακής δύναμης. Βέβαια, οι εξελίξεις δεν εκτυλίσσονται σύμφωνα με τους σχεδιασμούς της μικρής ομάδας γύρω από τον Ερντογάν που κινεί σήμερα τα νήματα στην Άγκυρα. Μόνο η επιδίωξη να καταλάβει θέση περιφερειακής δύναμης δημιουργεί αντιπαραθέσεις, οξύνσεις και τριβές με τους γείτονές της, σε πλήρη αντίθεση με το δόγμα Νταβούτογλου “μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες”.
Η επιδίωξη αυτή, όμως, περιπλέκει και τις σχέσεις της Τουρκίας με τις μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις. Συγχρόνως η ανακάλυψη ενεργειακών πηγών στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και ειδικά στην περιοχή της κυπριακής ΑΟΖ, έχει προκαλέσει τρομακτική όξυνση της επιθετικότητας της Άγκυρας εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και της Ελλάδας.

Η ολέθρια πολιτική του “κατευνασμού”

Μέχρι σήμερα οι ελληνικές πολιτικές αρχηγεσίες απαντούν σ’ όλες αυτές τις προκλήσεις μέσω ενεργειών, που εν ευρεία έννοια, θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν σ’ αυτό που στη διεθνή βιβλιογραφία έχει ονομαστεί “κατευνασμός”. Προφανώς, ο όρος είναι συνδηλωτικός αρνητικών σημασιών, ειδικά μετά τη συμφωνία του Μονάχου (Σεπτέμβριος 1938). Για να αποφευχθεί τότε ο πόλεμος, η Γαλλία και η Βρετανία επέτρεψαν τη γερμανική προσάρτηση της Σουδητίας.

Η ασκηθείσα τότε “πολιτική κατευνασμού” υποτίμησε τις φιλοδοξίες του Χίτλερ και πίστευε πως με επαρκείς παραχωρήσεις θα εξασφαλιζόταν μια διαρκής ειρήνη. Σήμερα, η παραχώρηση εκείνη, εκ του αποτελέσματος, θεωρείται ευρύτερα ως μια αποτυχημένη πράξη κατευνασμού προς τη Γερμανία, που αντίθετα αποτέλεσε έναν τεράστιο διπλωματικό θρίαμβο του Χίτλερ.

Ουσιαστικά η επελθούσα συμφωνία όχι μόνο διευκόλυνε τη γερμανική κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας, αλλά και προκάλεσε στον Χίτλερ την πεποίθηση ότι οι Δυτικοί σύμμαχοι δεν θα αντιδρούσαν με κήρυξη πολέμου στην προσάρτηση της Πολωνίας το επόμενο έτος. Η εξωτερική πολιτική του Βρετανού πρωθυπουργού Νέβιλ Τσάμπερλεν έχει συνδεθεί άρρηκτα με τα γεγονότα εκείνης της “κρίσης του Μονάχου” και με την πολιτική κατευνασμού, αντηχώντας στις επόμενες δεκαετίες ως παραβολή διπλωματικής αποτυχίας.

Τα μαθήματα αυτά έχουν βαθιά ριζώσει στη Δυτική εξωτερική πολιτική και ειδικότερα στην πολιτική προπαγάνδα. Ο κατευνασμός συμβατικά ορίζεται ως η πράξη της ικανοποίησης κάποιων αιτημάτων-παραπόνων μέσω παραχωρήσεων, με στόχο την αποφυγή πολεμικής σύγκρουσης. Η πολιτική αυτή παλαιότερα θεωρούνταν αποτελεσματική και έντιμη. Μετά τη Διάσκεψη του Μονάχου, όμως, ήρθε να συμβολίσει δειλία, αποτυχία και αδυναμία. Κατά τον Ουίνστον Τσώρτσιλ παρομοιάζεται με «κάποιον που ταΐζει ένα κροκόδειλο, ελπίζοντας ότι θα φαγωθεί τελευταίος».

Το φοβικό σύνδρομο συνέπεια του κατευνασμού

Εκτός των άλλων, ένα από τα βασικά προβλήματα της πολιτικής του κατευνασμού, όταν είναι ενεργή σε μάκρος χρόνου, είναι ότι διαχέεται συνεχώς στην κοινωνία με τέτοιον τρόπο που το φοβικό σύνδρομο διογκώνεται και σταθεροποιείται όλο και περισσότερο, εμποδίζοντας τη δυνατότητα εναλλακτικής προοπτικής. Βασικός φορέας αυτής της διάχυσης στο ελληνικό κοινωνικό σώμα σήμερα αποτελεί η επιλογή των πάσης φύσεως ΜΜΕ και κοινωνικών δικτύων, στο όνομα της πληροφόρησης, να αναπαράγουν καθημερινά όποια είδηση εκπορεύεται από τους  ιθύνοντες της Τουρκίας, από τον Ερντογάν, τους υπουργούς Εξωτερικών και Άμυνας μέχρι και τον τελευταίο σύμβουλο.

Καθημερινά σε ώρες αιχμής στα ελληνικά ΜΜΕ δεκάδες ειδικοί και μη ειδικοί, τουρκολόγοι και οθωμανολόγοι αναλύουν και αποφαίνονται για όλα όσα εκπορεύονται από την τουρκική πλευρά. Καριέρες έχουν κτισθεί με αυτό τον τρόπο. Η ακατάσχετη φλυαρία, το αναμάσημα συνεχώς των ίδιων απόψεων, αλλά και η προσπάθεια πρόβλεψης των εξελίξεων διαχέουν με μαθηματική ακρίβεια αυτό που επιθυμεί η τουρκική πλευρά: να εγκαταστήσουν τον φόβο στο κοινωνικό σώμα.

Είναι νομίζω καιρός, να αναστοχαστούμε σοβαρά στο συγκεκριμένο ζήτημα και να προσπαθήσουμε να ανατρέψουμε αυτή την κατάσταση. Η υπευθυνότητα και η εγκράτεια ας αντικαταστήσουν την φλυαρία και την επιπολαιότητα στις αναφορές επί αυτών των σοβαρών εθνικών θεμάτων.