Οι Έλληνες ως έθνος έχουμε μια αμφίθυμη σχέση με την παιδεία και μία σχεδόν ανύπαρκτη με την πραγματική πνευματική καλλιέργεια. Επιθυμούμε τα παιδιά μας να μορφωθούν για να έχουν καλύτερη ποιότητα ζωής αλλά θεωρούμε την δια βίου εκπαίδευση και μάθηση περιττή γιατί «όλα στη ζωή έχουν τη σειρά τους» και πως όσοι διατηρούν στενή σχέση με το βιβλίο καταλήγουν «αιθεροβάμονες και γραφικοί» ζώντας στον δικό τους επίπλαστο και περίκλειστο κόσμο. Και φυσικά, γύρω τους η ζωή τρέχει…

Αν έπρεπε να συνοψίσουμε κάπως το χαρακτήρα του λαού μας αυτή την εποχή θα λέγαμε πως είμαστε ο λαός της εικόνας, άνθρωποι που στηρίζονται σε αυτό που βλέπουν-και ίσως όχι άδικα. Η δυνατότητα για μια ρεαλιστική και συγκροτημένη ζωή απορρέει κυρίως από την παρατήρηση των ρεαλιστικών συνθηκών και την κατανόηση της σύγχρονης πραγματικότητας. Ωστόσο, το θαύμα του ανθρώπινου πολιτισμού δεν έχει να κάνει με το ορατό αλλά με το αόρατο. Με το κρυφό και ανεξιχνίαστο άδηλο της τέχνης. Η λογοτεχνία, όντας μέρος της σκοτεινής αυτής διαδικασίας, δεν θα μπορούσε παρά να δεινοπαθεί σε μία εποχή του φωτός, όπως αυτή που διανύουμε.

Πώς, λοιπόν, περιμένουμε να βρεθεί ξανά στο προσκήνιο και να ρίξει τη δική του σκιά στο φως το αποτέλεσμα μιας πνευματικής διαδικασίας που απαιτεί συγκάλυψη, απομόνωση και σκοτάδι για να προκύψει και διυλιστεί αυτό που εμείς επιθυμούμε να φέρουμε στο φως;

Αρκεί ένα ταξίδι στις απαρχές της λογοτεχνίας για να γυρίσουμε πίσω στο σκοτάδι αυτό της σποράς και της μήτρας που δημιούργησε την παράδοση χιλιάδων ετών μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με αυτή τα πρώτα γραπτά κείμενα προήλθαν από τις άρρητες διαδικασίες του νου ενός χαρισματικού ποιητή, ο οποίος επιπρόσθετα ήταν και τυφλός. Κάτι που για μας σήμερα μοιάζει εξαιρετικά δεδομένο τότε συνιστούσε πράξη πρωτοπορίας καθώς οι άνθρωποι άρχισαν να συστηματοποιούν και να οργανώνουν τη φαντασία τους φτιάχνοντας ιστορίες. Ο Όμηρος βασιζόμενος στον τρόπο που έβλεπε τον κόσμο χωρίς την παρέμβαση του φωτογραφικού φακού και της τηλεοπτικής ή κινηματογραφικής κάμερας δημιούργησε ένα μυθικό σκηνικό που λειτουργεί ως βασικό μοτίβο δημιουργίας σε πολλά είδη τέχνης ως σήμερα.

Πώς γίνεται, λοιπόν, σήμερα να επενδύουμε ολοένα και περισσότερο στις έτοιμες και ευκολοερμήνευτες εικόνες των μηχανισμών ψυχαγωγίας αλλά συχνά και του ενημερωτικού τομέα όταν θέλουν να στρέψουν τη γνώμη του κοινού σε κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση;

Ακόμη και οι επιστήμονες τονίζουν πως τα μωρά και τα νήπια θα πρέπει να μην έρχονται ευθύς εξαρχής σε επαφή με τις οθόνες ενώ αντίθετα η ακρόαση ιστοριών και παραμυθιών φαίνεται να βοηθά πολύ στην ανάπτυξη τόσο της φαντασίας όσο και της φιλαναγνωσίας. Η υπερβολική εξοικείωση με την εικόνα και συγκεκριμένους τρόπους προβολής και θέασης των πραγμάτων του κόσμου φαίνεται να σκοτώνει την φαντασία αλλά και την κριτική ικανότητα του ανθρώπου να μπαίνει πιο βαθιά στις καταστάσεις, να ανακαλύπτει συσχετισμούς και να κάνει συνδέσεις.

Ένας άλλο σημείο άξιο αναφοράς είναι πως η ανάγνωση έχει συνδεθεί πλέον με την έννοια της διασκέδασης και της ολοένα και μεγαλύτερης συνύπαρξης με την εικόνα. Οι νεότερες γενιές δυσφορούν πολύ συχνά όταν έρχονται αντιμέτωπες με έντυπο υλικό που δεν συνοδεύεται από εικόνες και ακούμε καμιά φορά από τους δασκάλους της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης πως οι σημερινοί μαθητές «δεν έχουν φαντασία». Αρκεί άραγε μια εικόνα για να υποκαταστήσει τις εκατομμύρια εικόνες και έννοιες που μπορεί να λάβει στο νου κάθε ανθρώπου ξεχωριστά μία έννοια, μία περιγραφή ή η ανάλυση και η εμβάθυνση της θεματικής που αναπτύσσεται σε ένα βιβλίο;

Αυτό από το οποίο φαίνεται να έχει έλλειψη και να στερείται ο σύγχρονος κόσμος είναι η ποικιλία και η πληθωρικότητα στις επιλογές. Επιλογές που αφορούν όχι μόνο στην εξωτερική πραγματικότητα αλλά κυρίως στην ποιότητα της εσωτερικής ελευθερίας και στο βαθμό της αυτογνωσίας που μπορεί να φτάσει όταν βρίσκεται περιχαρακωμένος από ισχυρά ερεθίσματα απτόμενα σε μεγάλο βαθμό τις όλο το εύρος των αισθήσεών του. η λογοτεχνία ως φυσικός αγωγός και θετικός καταλύτης της ισομερούς και πολυεπίπεδης ανάπτυξης και ωρίμανσης της πνευματικής και δημιουργικής πλευράς του ανθρώπου. Η έκθεση απέναντι σε ένα λογοτεχνικό βιβλίο-ειδικά εάν πρόκειται για κείμενο αυξημένων αναγνωστικών απαιτήσεων-σβήνοντας για λίγο τα φώτα των προσωρινών προκλήσεων «χαλάρωσης και ψυχαγωγίας» για να βυθιστεί στο εσωτερικό ημίφως των λέξεων και την σιωπή του κειμένου.

Οι παραπάνω προβληματισμοί ίσως μοιάζουν ρομαντικοί, αιθεροβάμονες ή καθαρά θεωρητικοί αλλά αυτό δεν ισχύει απαραίτητα. Η προσωπική εξέλιξη και ανάπτυξη του κάθε ανθρώπου είναι ατομική ευθύνη. Η επαγρύπνηση και περιφρούρηση να βρεθεί κανείς από το σκοτάδι στο φως περνάει κάποτε μέσα από το ωφέλιμο σκοτάδι της εσωτερικής κάθαρσης και αναγέννησης, δοκιμασία στην οποία η λογοτεχνία μπορεί να προσφέρει τα μέγιστα.

*Μένη Πουρνή

Φιλόλογος-αρχαιολόγος

MSc Ανάγνωση, Φιλαναγνωσία και Εκπαιδευτικό Υλικό