Με αφορμή την γεωπολιτική εικόνα της Μέσης Ανατολής και τις αλλαγές που επιχειρούνται στους χάρτες, θυμόμαστε τους Βρετανούς, το Ιράκ και την… Γερτρούδη Μπελ 

Γερτρούδη Μπελ, η Βρετανίδα που χάραξε τα σύνορα του σημερινού Ιράκ

Tης Pίτσας Mασούρα

Ο αναγνώστης, αντί για Βαγδάτη, μπορεί να φανταστεί εικόνα από το σημερινό θύλακο των Κούρδων στη Συρία. Στις περιοχές αυτές οι εικόνες είναι βγαλμένες από τα βάθη της Ιστορίας..

Ακινητοποιείται η σκέψη. Δεν βρίσκει χρόνο να αναρωτηθεί για τίποτα. Άλλωστε, τι νόημα θα είχε να το κάνει… Προ μηνός, 14χρονος Ιρακινός, βαριά τραυματισμένος, κτυπούσε με όση δύναμη του είχε απομείνει την πόρτα γειτονικού του σπιτιού. Πριν από ένα λεπτό, η βόμβα που εξερράγη καταμεσής του δρόμου, του είχε στραγγαλίσει το προσδόκιμο της δικής του ζωής. Κι εκείνος επέμενε να κτυπάει την πόρτα. Αλλά κανείς δεν του άνοιξε, γιατί ήταν ο γιος του σιίτη που ζούσε με την οικογένειά του πέντε σπίτια πιο κάτω και η πόρτα που κτυπούσε ο χαζός ανήκε σε σουνίτη αρτοποιό. Ο φούρνος στη γωνία στη γειτονιά της Βαγδάτης ήταν κλειστός εδώ και μέρες, ο φούρναρης με την πολυμελή οικογένειά του είχε κλειδαμπαρωθεί στο φτωχικό τους. Φοβόταν, όπως και τόσοι άλλοι στις επισφαλείς περιοχές της ιρακινής πρωτεύουσας. Γι’ αυτό και δεν άνοιξε. Λίγα λεπτά αργότερα, σπρωγμένος από την περιέργεια και τον φόβο συγχρόνως, πλησίασε με τρόπο το παράθυρο. «Τουλάχιστον να δω τι απέγινε ο μικρός», σκέφθηκε. «Μπορεί και να ’φυγε». Και τι είδε ; Είδε το σιιτόπουλο πεσμένο νεκρό, δυο βήματα απ’ την πόρτα του. Απομακρύνθηκε απ το παράθυρο. Ακινητοποιήθηκε η σκέψη του. Έσκυψε και αγκάλιασε τον δικό του γιο κι ύστερα τράβηξε για την πίσω αυλή. Στο μπροστινό μέρος του σπιτιού, δύο Αμερικανοί στρατιώτες σήκωσαν βιαστικά το άψυχο κορμί του παιδιού…

Μια από τις συνηθισμένες εικόνες της καθημερινότητας στη Βαγδάτη. Τίποτα το ιδιαίτερο, τίποτα που να σου κεντρίζει το ενδιαφέρον. Ο θάνατος, απλώς, παρών. Ε, και λοιπόν; Αυτά έχουν οι πόλεμοι, οι βίαιες πολιτικές και κοινωνικές αναταράξεις. Πάνε παρέα με τον θάνατο. Τα διεθνή τηλεοπτικά δίκτυα αποφεύγουν σαν το διάβολο τέτοιες σκηνές ή μάλλον δεν βρίσκονται ποτέ εκεί κοντά, ώστε να τις απαθανατίσουν. Προτιμούν τη μαζικότητα της εικόνας. Τον βομβαρδισμό, ας πούμε, του τεμένους στη Σαμάρα, τις εφόδους των Αμερικανών στρατιωτών σε ιρακινές γιάφκες, την προβολή των λαφύρων ή την επίδειξη των επιτευγμάτων του αμερικανικού στρατού… Ο απλός άνθρωπος δεν μπορεί να διεκδικήσει και να πάρει μεγαλύτερο ρόλο. Ας πρόσεχε.

Δεν ξέρω πώς θα νιώθει εκεί που βρίσκεται σήμερα -φαντάζομαι στην αιώνια γαλήνη- η Γερτρούδη Μπελ. Λίγοι γνωρίζουν την ιστορία της, τα πάθη της, τις φιλοδοξίες της. Λίγοι γνωρίζουν τους χάρτες που σχεδίασε, τους ανθρώπους με τους οποίους έζησε, όπως επίσης λίγοι γνωρίζουν ότι είναι η Βρετανίδα που χάραξε τα σύνορα του σημερινού Ιράκ (οθωμανικά βιλαέτια της Μοσούλης, της Βαγδάτης και της Βασόρα) και συνέβαλε στην εγκαθίδρυση του χασεμίτη βασιλιά Φαϊζάλ.

«Η ζέστη ήταν αφόρητη εκείνο το πρωινό της 23ης Αυγούστου του 1921. Χίλιοι πεντακόσιοι επίσημοι είχαν συγκεντρωθεί για τη στέψη στην αυλή του κυβερνητικού κτιρίου στην όχθη του Τίγρη ποταμού. Βρετανοί αξιωματικοί και αποικιακοί κυβερνήτες αναμειγνύονταν με σιίτες Άραβες από τη Βασόρα, Κούρδους από τη Μοσούλη και σουνίτες από τη Βαγδάτη για να παρακολουθήσουν την ενθρόνιση ενός ξένου πρίγκιπα, του Φαϊζάλ, ως του πρώτου βασιλιά του νεοσύστατου κράτους. Ήταν κάτι το φανταστικό να βλέπεις όλο το Ιράκ, από τον Βορρά ώς τον Νότο, να συνυπάρχει».

Αυτό είναι το περιεχόμενο μιας από τις εκατοντάδες επιστολές που έστειλε προς την οικογένειά της η Γερτρούδη Μπελ, Βρετανίδα αξιωματούχος, η οποία είχε η ίδια προτείνει τον πρίγκιπα Φαϊζάλ για το ανώτατο αξίωμα του βασιλιά. Το αστείο ήταν ότι ο Φαϊζάλ δεν είχε προνοήσει για κάποιον ύμνο, οπότε η μπάντα έπαιξε το «God Save the King». (Aθάνατη Βρετανία!)

Στο αμερικανικό περιοδικό Atlantic, ο γνωστός δημοσιογράφος Christopher Hitchens παρουσιάζει το βιβλίο* της Georgina Howell για τη Γερτρούδη Μπελ (Gertrude Bell, Queen of the Desert, Shaper of Nations). Στο εξώφυλλο φιλοξενείται ανέκδοτη φωτογραφία της Γερτρούδης μαζί με τον Τσόρτσιλ και τον Λόρενς, δίπλα σε μια καμήλα. Όπως μάλιστα έλεγε η Βρετανίδα αρχαιολόγος, «πέρασα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου σφηνωμένη ανάμεσα στον Τσόρτσιλ και τον Λόρενς». Ίσως γι’ αυτό έχουν μείνει ιστορικές οι στιγμές που εκείνη, η μεγάλη Κυρία που χαρτογραφεί τις ερήμους, πίνει τσάι μαζί με τον Λόρενς της Αραβίας, τον Άγγλο φιλόλογο και φιλόσοφο που μαθητεύει για να γίνει πολεμιστής.

Τσάι στην έρημο, λοιπόν, την ώρα της δύσης του ήλιου, ανάμεσα σε δύο ανέραστους ανθρώπους. Αυτή μιλάει χωρίς φόβο για την παρθενιά της (θα ’θελε πολύ να τη χάσει, αλλά… ποιος θα έπαιρνε μια γυναίκα που ήταν η πρώτη που τέλειωσε Ιστορία στην Οξφόρδη;) κι εκείνος κρύβει όσο μπορεί τις ομοφυλοφιλικές του τάσεις. Η Γερτρούδη ετοιμάζεται να ανεβεί στην καμήλα καθ’ οδόν προς τη Μεσοποταμία. Την περιμένουν οι βασιλιάδες. Εκείνος κατευθύνεται προς την Άκαμπα για να φτιάξει με τα όπλα αυτό που η γυναίκα σχεδιάζει στο χαρτί.

Η φωτογραφία που φιλοξενείται στο εξώφυλλο του βιβλίου της Georgina Howell τραβήχτηκε στο Κάιρο το 1921, στο τέλος της διάσκεψης για τη Μέση Ανατολή. (Βλέπετε, από τότε ήταν της μόδας οι διασκέψεις για το Μεσανατολικό.) Στη συγκεκριμένη διάσκεψη συμμετείχαν 39 άνδρες και η …. Γερτρούδη. Η νεαρή γυναίκα χαμογελάει και όλο της το είναι αποπνέει ικανοποίηση, καθώς είχε συμβάλει στη γέννηση μιας νέας χώρας που επρόκειτο να ονομαστεί Ιράκ.

Μια χώρα, η οποία ενδεχομένως σήμερα να μην υπήρχε, αν ο Τσόρτσιλ, όντας αρμόδιος για τις αποικίες μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν υποχρεωνόταν να προβεί σε οικονομίες και να βρει Άραβες ηγέτες, προς τους οποίους η Βρετανία θα μετέφερε αρμοδιότητες και ευθύνες.

Η Γερτρούδη Μπελ, η οποία έμαθε την αραβική γλώσσα στα Ιεροσόλυμα, βρέθηκε στο Κάιρο το 1915 και ήταν η πρώτη γυναίκα αξιωματικός (major Miss Bell) που χρησιμοποιήθηκε από τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες. Μεταξύ άλλων φρόντιζε να πληροφορείται για τις κινήσεις των Αράβων σε βάρος της Τουρκίας. Απέκτησε αυτήν τη διάκριση εξαιτίας των ταξιδιών της και των ερευνών της στις ερήμους της Αραβίας πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οποίες απέκτησαν αίφνης στρατηγική σημασία.

Η μις Μπελ έμεινε στη Βαγδάτη, όπου την αποκαλούσαν «κατούν» (μεγάλη κυρία)
και χάραξε  μεταξύ άλλων τα σύνορα του νέου κράτους με τη Σαουδική Αραβία και τη Συρία.
Όμως, αφού ξέμπλεξε το μπλέξιμο της Μεσοποταμίας, η Γερτρούδη Μπελ έπαψε να είναι χρήσιμη στον Φεϊζάλ και στους Άγγλους. Ο δύσκολος χαρακτήρας
της, η αλαζονεία της – «κουράστηκα να φτιάχνω βασιλιάδες» γράφει το 1921 στον
πατέρα της – την οδηγούν στην απομόνωση και στη συνέχεια στο θάνατο…

Στη γνωστή κινηματογραφική ταινία «Ο Άγγλος Ασθενής», Βρετανοί στρατιώτες σημαδεύουν κουκκίδες πάνω σε χάρτη, όταν ο ένας ρωτάει: «Μπορούμε, όμως, να διασχίσουμε αυτά τα βουνά;» και ο διπλανός του απαντάει: «Ο χάρτης Μπελ δείχνει ότι μπορούμε», για να προσθέσει: «Ας ελπίσουμε ο κύριος να έχει δίκιο». Λάθος απαράδεκτο. Άγνοια προφανώς. Σίγουρα όμως δεν ήταν τόσο απλό να καταλάβει κανείς πώς εκείνη την εποχή μια γυναίκα διέσχιζε κάτω από απίστευτα δύσκολες συνθήκες τις ερήμους και σχεδίαζε χάρτες από τη Συρία ως τον Περσικό Κόλπο, όταν η Γερμανία σχεδίαζε τη σιδηροδρομική γραμμή Βερολίνο – Βαγδάτη.

Η διαθήκη της αποτελείται από 1.600 επιστολές προς τους γονείς της και 16 εφημερίδες που κουβαλούσε μαζί της σε όλα τα ταξίδια της στις αραβικές ερήμους. Λίγο μετά τον θάνατό της -αυτοκτόνησε μέσα στην ατελείωτη μοναξιά της, καταπίνοντας υπνωτικά χάπια- η οικογένειά της έδωσε στη δημοσιότητα 7.000 φωτογραφίες που τραβήχθηκαν ανάμεσα στο 1900 και το 1918, κυρίως με αρχαιολογικούς χώρους της Μέσης Ανατολής. Είναι αυτή που χρηματοδότησε το ιρακινό αρχαιολογικό μουσείο, που λεηλατήθηκε το 2003.

Το παρελθόν είναι ο πρόλογος, έγραψε ο Σαίξπηρ. Με το να θυμόμαστε όμως το παρελθόν ενδέχεται να οδηγηθούμε σε αυτό που το 1840 είχε πει ο Τοκβίλ, ότι «η δημοκρατία κλείνει το παρελθόν και ανοίγει το μέλλον».

 

Να θυμηθούμε:

Με την Συνθήκη της Λωζάνης , η Τουρκία παραιτήθηκε όλων των δικαιωμάτων της επί των εδαφών της Συρίας και του Ιράκ, όπως αυτά προέκυψαν με την εμπλοκή των αποικιοκρατών.