«Σχεδόν ό,τι διάβασα από την παγκόσμια λογοτεχνία

περιγράφει την ανθρώπινη αποτυχία στις διάφορες εκφάνσεις της

– αποτυχία στην κατανόηση, στη σύνεση, στη σοφία, στις σωστές σχέσεις.

Στη γνώση, στην εντιμότητα, στην καλοσύνη, στην αυτοεπίγνωση.

 Έξοχες αποτυπώσεις φόνου, σκληρότητας, απληστίας, ανοησίας, αυταπάτης

και πάνω απ’ όλα βαθιάς παρερμηνείας των άλλων ανθρώπων…»

Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

 Γράφει ο `Αγγελος Πετρουλάκης 

Πάει κάτι παραπάνω από μισός αιώνας από τότε που πήρα για πρώτη φορά στα χέρια μου το “Ο θαυμαστός (γενναίος) νέος κόσμος” του Άλντους Χάξλεϋ. Παιδί δεκαεξάχρονο που πελαγοδρομούσε ανάμεσα στους συγγραφείς τής «Γενιάς τού Τριάντα» και στα «ιερά τέρατα» της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ένα – δυο χρόνια μετά ο άνθρωπος περπάτησε στο φεγγάρι. Ξαναδιάβασα τότε τον Χάξλεϋ, με μια ματιά διαφορετική. Τίποτα δεν ήταν ‘‘αδύνατο’’ για τον άνθρωπο;

Από τότε πολλοί συγγραφείς, που μιλούν για το μέλλον μας, στριμώχνονται στα ράφια της βιβλιοθήκης μου και με αναγκάζουν να σιωπώ όταν βρίσκομαι μπροστά σε ερωτήσεις για το μέλλον τού ανθρώπου και τη μορφή τής κοινωνίας τού μέλλοντος.

Χρόνια μετά (1998), ένα μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Χάρις, το «Κωδικός ΑΙΝΙΓΜΑ» με ανάγκασε να επιστρέψω στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και στον μεγάλο μαθηματικό (και όχι μόνο) Άλαν Τιούρινγκ (1912 – 1954), που αναγνωρίζεται ως ένας από τους πατέρες τού ηλεκτρονικού υπολογιστή και από τους κορυφαίους επιστήμονες που δούλεψαν για την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Ασχολήθηκα μαζί του, όμως, περισσότερο συστηματικά όταν κυκλοφόρησε στα ελληνικά το μνημειώδες έργο «Ο νέος αυτοκράτορας (;) – Νοημοσύνη, Τεχνητή Νοημοσύνη, Νόμοι της Φυσικής και Υπολογιστές» (εκδόσεις ΓΚΟΒΟΣΤΗ),  τού Ρότζερ Πένροουζ, που θεωρείται το αντίπαλο δέος τού Στήβεν Χώκινγκ.

Στο «Ο νέος αυτοκράτορας (;)», αλλά και σε δυο δεκάδες ακόμα σημαντικά έργα (Αϊνστάιν Άλμπερτ «Η σοφία του για τη ζωή» (ΠΑΤΑΚΗΣ), Ζαν Αμπυρζέ «Το μέλι και το κώνειο» (ΡΑΠΠΑ), Μιχάλης ΔΕΡΤΟΥΖΟΣ «Τι μέλλει γενέσθαι» (ΛΙΒΑΝΗΣ), Στήβεν Χώκινγκ «Στους ώμους γιγάντων» (ΤΡΑΥΛΟΣ), Πολ Κέννεντι «Προετοιμασία για τον 21ο αιώνα» (ΛΙΒΑΝΗΣ), Υμπέρ Ρηβς «Η ώρα της μέθης» (ΡΑΠΠΑ) κ. ά., ‘‘αναγκάστηκα’’ να επιστρέψω, ξεκινώντας την ανάγνωση του νέου μυθιστορήματος του Ίαν ΜακΓιούαν, συγγραφέα που εκτιμώ ιδιαίτερα στο παγκόσμιο περιβόλι της λογοτεχνίας.

Jpeg
Jpeg

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί ο αναγνώστης, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, πως το «Είμαι σαν κι εμένα» είναι μια μυθοπλασία που αφορά έναν νέο άνθρωπο, το τέλειο κατασκεύασμα της τεχνητής νοημοσύνης, έναν άνθρωπο από το μέλλον. Από εκεί και πέρα, ο συγγραφέας, καλεί τον αναγνώστη σε μια περιπέτεια που τον καθηλώνει. Ποιος θα είναι ο νέος αυτός άνθρωπος, αν υπάρξει τελικά;

Ο Ίαν ΜακΓιούαν δημιουργεί ένα περιβάλλον φανταστικό, αλλά στηριγμένο (και γεννημένο) από την τρέχουσα πραγματικότητα. Ανασταίνει γι’ αυτό τον κορυφαίο ερευνητή Άλαν Τιούρινγκ, καθώς τον θέλει να ζει στο Λονδίνο τού 1982, μια πολύ σημαντική χρονιά για την αγγλική πολιτική ιστορία. Δίπλα του ‘‘περπατούν’’ και άλλοι σημαντικοί επιστήμονες του περασμένου αιώνα που δούλεψαν για την τεχνητή νοημοσύνη, όπως ο νομπελίστας τής κβαντομηχανικής Πολ Άντριεν Μορίς Ντιράκ, οι νομπελίστες Κρικ και Γουάτσον κ.ά. Ούτως ή άλλως για τον άνθρωπο της τεχνητής νοημοσύνης πολλοί ερευνητές διαφόρων επιστημών κατέθεσαν απόψεις και έργο.

Είναι η χρονιά που εμφανίζεται η κρίση στα νησιά Φώκλαντ. Μόνο που ο Ίαν ΜακΓιούαν αντιστρέφει την ιστορία. Θέλει την Αγγλία τής Θάτσερ να χάνει εκείνον τον πόλεμο, η δε Θάτσερ να προκηρύσσει εκλογές και να τις χάνει από τον μακροβιότερο βουλευτή τών Εργατικών Τόνυ Μπεν, μια εμβληματική μορφή τού Βρετανικού Κοινοβουλίου, στον οποίο οφείλεται η ρήση: «Η πίστη είναι κάτι για το οποίο θα πέθαινες, το δόγμα είναι κάτι για το οποίο θα σκότωνες. Αυτή είναι όλη η τρομακτική διαφορά».

Είναι μια χρονιά, επίσης, κατά την οποία οι Άγγλοι αμφισβητούν την αξία τής ενωμένης Ευρώπης. Ο Τσάρλι (ιδιοκτήτης τού Αδάμ, του ‘‘ανθρώπου’’ που έχει εξοπλιστεί με τεχνητή νοημοσύνη), βρίσκεται μέσα σε μια διαδήλωση πολιτών που απαιτούν να αντιμετωπιστούν από την κυβέρνηση μια σειρά προβλημάτων: «…φτώχεια, ανεργία, στέγαση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, μέριμνα για τους ηλικιωμένους, παιδεία, εγκληματικότητα, ρατσισμός, έμφυλη βία, κλιματικές αλλαγές, έλλειψη ευκαιριών – κάθε παλιό κοινωνικό πρόβλημα παρέμενε άλυτο, σύμφωνα με όλες τις φωνές, τα πλακάτ, τα μπλουζάκια, και τα λάβαρα. Ποιος να τους αμφισβητήσει; Ήταν μια μεγάλη διαμαρτυρία, πολίτες που απαιτούσαν κάτι καλύτερο…»

Άραγε για ποιο Λονδίνο, γράφει, ο Ίαν ΜακΓιούαν; Του 1982 ή το σημερινό; Ή μήπως για κάθε πρωτεύουσα του σύγχρονου κόσμου, όπου οι πολίτες απαιτούν περισσότερο κοινωνικό κράτος και περισσότερες εξασφαλίσεις για το μέλλον;

Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, ο επινοημένος ήρωας Τσάρλι, ομολογεί για τη δημιουργία τού υπέρ-εξελιγμένου ρομπότ, του ανθρωποειδούς που έχει εξοπλισθεί με μια ανώτερης μορφής τεχνητή νοημοσύνη:

«Ήταν μια θρησκευτική λαχτάρα που έδινε ελπίδα, ήταν το ιερό δισκοπότηρο της επιστήμης. Οι φιλοδοξίες μας είχαν παροξυνθεί: ένας μύθος δημιουργίας, μια τερατωδώς ναρκισσιστική πράξη γινόταν πραγματικότητα…

»Σε μια μεγαλόπνοη έκρηξη αλαζονείας, επιζητούσαμε να υπερβούμε τη θνητότητά μας, να αντιμετωπίσουμε ή και να αντικαταστήσουμε τον Θεό με έναν τέλειο εαυτό…»

Ο Τσάρλι αγοράζει ένα από τα είκοσι πέντε ανθρωποειδή που κατασκευάζονται (δώδεκα Αδάμ και δεκατρείς Εύες). Είναι ο Τσάρλι που αναζητά μια αιτία για να συνεχίζει να ζει, πέρα από τον έρωτα που νιώθει για τη Μιράντα. Είναι το άτομο που δεν το γεμίζει καμιά δημιουργική απασχόληση και αναζητά την επιβίωσή του παίζοντας στο χρηματιστήριο (ασθένεια της εποχής, άραγε;) για να βιοπορίζεται.

Ο Αδάμ, όμως, έχει προγραμματιστεί για να ξεπερνά τις συνήθεις ανθρώπινες δυνατότητες, αφού έχει την ικανότητα να ταξιδεύει στο διαδίκτυο και να έχει απεριόριστη ενημέρωση σε κάθε θέμα μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Έτσι θα προειδοποιήσει τον Τσάρλι για τη Μιράντα. «Μην την εμπιστεύεσαι εντελώς», του λέει, σπέρνοντας την πρώτη αμφιβολία στη σχέση των δυο.

Γρήγορα ο Τσάρλι ανακαλύπτει πως το ανθρωποειδές Αδάμ, ως τέλειο ρομπότ, τον απαλλάσσει από χρονοβόρες διαδικασίες. Τα πρώτα ερωτηματικά έχουν σχέση μ’ αυτήν την προοπτική:

«…εμείς θα μπορούσαμε να γίνουμε σκλάβοι του άσκοπου χρόνου. Και μετά; Μια γενική αναγέννηση, μια απελευθέρωση που θα μας οδηγούσε προς τον έρωτα, τη φιλία, τη φιλοσοφία, την τέχνη και την επιστήμη, τη λατρεία της φύσης, τον αθλητισμό και τα χόμπι, τις εφευρέσεις και την αναζήτηση νοήματος;»

Είναι ερωτηματικά που δεν έχουν σχέση με τον ανθρώπινο πόνο, που όμως είναι συνυφασμένος με τη ζωή. Έτσι το ανθρωποειδές δίνει την καθολική απάντηση:

«Από μια άποψη, η μόνη λύση για να μην υποφέρουν οι άνθρωποι θα ήταν η ολοσχερής εξάλειψη του ανθρώπινου είδους».

Άραγε, όταν ο Άλαν Τιούρινγκ ονειρευόταν την ενόραση του τεχνητού νου, να ήθελε ν’ αντιστρέψει τα πλεονεκτήματα του ωφελιμισμού; Και ποιος, και πώς, μετά την τόση πρόοδο θ΄ αντιστρατευθεί στην ανάγκη ύπαρξης της συνείδησης;

«…το πνεύμα που κάποτε εξεγέρθηκε ενάντια στους θεούς, έμελλε να εκθρονίσει και τον εαυτό του, χάρη στο ίδιο του το μυθικό εύρος. Θα επινοούσαμε, σε συμπιεσμένη μορφή, μια μηχανή λίγο πιο έξυπνη από εμάς τους ίδιους, κι ύστερα θα βάζαμε αυτή τη μηχανή να επινοήσει μιαν άλλη που θα λειτουργούσε πέρα από την κατανόησή μας. Και τότε ποια η ανάγκη να υπάρχουμε;»

Την τελευταία φράση – ερώτηση, την επιτείνει το γεγονός τού έρωτα που κάνει η Μιράντα με το ανθρωποειδές, ερωτική πράξη τόσο τέλεια που την απογειώνει, ενώ παράλληλα βυθίζει στη ζήλια τον Τζάρλι. Μα πώς μπορεί ο άνθρωπος να ζηλέψει μια μηχανή, ένα κατασκεύασμά του; Εύλογα η Μιράντα αναρωτιέται: Θα ζήλευες τον δονητή μου; Ο νέος κόσμος που οραματίζονταν όλοι όσοι ανάλωσαν τη ζωή τους για την τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε, λοιπόν, να είναι ένας θρυμματισμένος κόσμος;

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου γίνεται λόγος για «ένα ερωτικό τρίγωνο». Λάθος, τα τρίγωνα αυτού του είδους θέλουν συμμετοχή και των τριών μερών. Ο Ίαν ΜακΓιούαν, αποφεύγει κάτι τέτοιο. Το ανθρωποειδές, υπακούοντας στην επιθυμία και τη ζήλεια του Τσάρλι, θα σεβαστεί τη σχέση και θα μείνει πλέον μακριά από τη Μιράντα, γιατί ο προγραμματισμός του εμπεριέχει την ηθική μέχρι απόλυτου βαθμού, γεγονός που θα επιφέρει ανεπιθύμητες καταστάσεις, ωστόσο απόλυτα σύμφωνες με την δικαιοσύνη τών ανθρώπων. Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε την προσέγγιση του τραγικού. Το δημιούργημα που στρέφεται ενάντια στον δημιουργό του.

Ο Ίαν ΜακΓιούαν είναι όντως μεγάλος συγγραφέας. Για τούτο και θα φέρει τον Τσάρλι απέναντι στον εαυτό του, να ομολογήσει:

«Μες στην κούρασή μου, αισθανόμουν έρημος, χωρίς αγκυροβόλι, έρμαιο ενός ωκεάνιου γαλαζόμαυρου, κινούμενος ταυτόχρονα προς δυο κατευθύνσεις – προς το ανεξέλεγκτο μέλλον που εμείς οι άνθρωποι κατασκευάζαμε για μας και στο οποίο, τελικά, ίσως χάναμε τη βιολογική μας ταυτότητα, και την ίδια στιγμή προς το αρχαίο παρελθόν ενός νηπιακού σύμπαντος, όπου η κληρονομιά ήταν, κατά φθίνουσα σειρά, βράχοι, αέρια, χημικές ενώσεις, δυνάμεις, ενεργειακά πεδία. Και για τους δυο μας, και για κείνον και για μένα, υπήρχε το διαμοιρασμένο έδαφος της συνείδησης, όποια μορφή κι αν προσλάμβανε αυτή».

 

Δεν περιορίζεται, όμως, ο Ίαν ΜακΓιούαν, μόνο στους προβληματισμούς ενός σκεπτικιστή. Το φάσμα που ανοίγει μπροστά μας είναι τεράστιο: από τη βιολογική ζήλεια μέχρι την καβαντομηχανική και από την κβαντομηχανική μέχρι την αντιληπτικότητα και τον θάνατο. Είναι το ανθρωποειδές Αδάμ (πόσο συμβολικό το όνομα;) αυτό που θα μιλήσει για λογαριασμό τού μελλοντικού(;) ανθρώπου:

«Σε πλάσματα αναλογικά τεραστίου μεγέθους, όπως εμείς οι άνθρωποι, ο υλικός κόσμος φαίνεται ασαφής και δύσκολος. Αλλά τώρα ξέρουμε πόσο παράξενος και υπέροχος είναι. Επομένως δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η συνείδηση, και το είδος της δικής σου και το είδος της δικής μου, θα μπορούσε να προκύψει από μια διάταξη της ύλης – είναι ολοφάνερα παράδοξο και ακριβώς στον σωστό βαθμό… Με εξαίρεση τις ακτίνες της αγάπης από τα μάτια του Θεού. Και πάλι, όμως, οι ακτίνες μπορούν να διερευνηθούν…»

Και ποιο μπορεί να είναι το μέλλον τής σχέσης τού ανθρώπου με τις έξυπνες μηχανές του; Θα του φέρουν την ευτυχία; Θα προάγουν τον πολιτισμό του; Ο Αδάμ (Ίαν Μακ Γιούαν) εκμυστηρεύεται επιφυλάξεις:

«Ως σκεπτόμενο άνθρωπο που ενδιαφέρεται για την ανθρωπολογία και την πολιτική, μάλλον δε θα σε προσελκύει ιδιαίτερα η αισιοδοξία.

[…]

»Οι συνέπειες της εμφάνισης των ευφυών μηχανών είναι τόσο μεγάλες, που… δεν έχετε ιδέα τι έχετε θέση σε κίνηση. Προκαλεί άγχος το γεγονός ότι θα είναι συγκλονιστικό και πιθανόν προσβλητικό να ζήσετε με οντότητες πιο έξυπνες από σας».

Πόσο εφιαλτικά μπορεί να ακούγονται αυτά τα σενάρια;

Ο αναγνώστης καλείται να ακολουθήσει η σκέψη των μεγάλων ερευνητών, αλλά και φιλοσόφων, καλείται ακόμα να δει και τον δικό του εσωτερικό κόσμο, να μπει σε μια ανάγνωση και αναγνώριση των ορίων του. Ο Ίαν Μακ Γιούαν τού προσφέρει αυτή την ευκαιρία, αρκεί να ξέρει πως τα επινοημένα πρόσωπα της μυθοπλασίας, υπήρξαν σε άλλες εποχές, οι δε θεωρίες τους και τα επιτεύγματά τους πήγαν πολλά βήματα πιο πέρα την ανθρώπινη σκέψη.

 

Λάρισα, 17/10/2019