Εκδόσεις BELL

Γράφει ο Αγγελος Πετρουλάκης

Γιατί, άραγε, χρειάζεται να καταφεύγουν στο ακραίο, οι συγγραφείς, προκειμένου να πουν αυτό που συλλαμβάνουν ως ιδέα μυθιστορήματος;

Το ερωτηματικό αυτό με απασχολεί δεκαετίες τώρα και το έχω θέσει σε δεκάδες συγγραφείς, με το έργο των οποίων ήρθα σ’ επαφή. Ξαναγεννήθηκε μέσα μου ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του μυθιστορήματος του Άγγελου Μανουσόπουλου «Στην πόλη των ξένων», το οποίο και είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.

Αν την ερώτηση αυτή χρειαζόταν να την απαντήσω ο ίδιος, θα έλεγα πως η ίδια η ζωή, είναι πολλές φορές, ακραία. Η δε πεζογραφία άλλες φορές αποτυπώνει τη ζωή, ενώ άλλες φορές γίνεται πρότυπο για να εκφραστεί μέσα απ’ αυτή η ζωή. Στο τελευταίο του μυθιστόρημα ο Ίαν ΜακΓιούαν, επαναφέρει στη ζωή τον Άλαν Τιούρινγκ 27 χρόνια μετά τον θάνατό του για να απολογηθεί για την τεχνητή νοημοσύνη.

 

Jpeg

Το «Η πόλη των ξένων» είναι συγκέρασμα μυθοπλασίας και ρεαλισμού.

Έχει ένα πολύ θετικό στοιχείο. Ο ρεαλισμός, όπου τον χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, είναι εκφραστικότατος και πειστικότατος. Άλλωστε ο συγγραφέας είναι αστυνομικός στην επαγγελματική του ζωή και γνωρίζει τη δομή και την αστυνομική διαδικασία, κάτι που δεν το συναντάμε σε άλλους συγγραφείς, όταν επιχειρούν να εισάγουν στοιχεία αστυνομικής δράσης στο έργο τους.

Έχει όμως και ένα αρνητικό στοιχείο: Το ακραίο. Καταγγέλλει έμμεσα και άμεσα τρεις αστυνομικούς, τους αποκλειστικά ασχολούμενους, δηλαδή, του προσφυγικού και μεταναστευτικού προβλήματος, ως φυσικούς ή απλούς συνεργούς ανθρωποκτονίας. Μιας δολοφονίας που την χαρακτηρίζει ο ενδεχόμενος δόλος και μιας άλλης, που την χαρακτηρίζει η απόλυτη πρόθεση.

Η εξαίρεση αυτών, ο κεντρικός πρωταγωνιστής τής μυθοπλασίας, ο αστυνόμος Αλέξανδρος Ζησιμάτος, θα επιβραβευτεί επίσης με θάνατο. Δολοφονείται από μητέρα μετανάστη. Αυτά, όμως, είναι στοιχεία που ο κάθε αναγνώστης θα τα αντιμετωπίσει σύμφωνα με τα δικά του κριτήρια.

Η μυθοπλασία κινείται σε μια πόλη που δημιουργείται από το κράτος για τον έλεγχο των λαθρομεταναστών. Μια πόλη που χωρίζεται σε τρεις τομείς. Ο βασικός αφορά έναν περίκλειστο χώρο όπου συγκεντρώνονται λαθρομετανάστες μέχρι ν’ αποφασιστεί η τύχη τους, η οποία στερείται ελευθεριών και ανέσεων. Οι άλλοι δυο τομείς περιλαμβάνουν τις διοικητικές υπηρεσίες, αλλά και τους πολίτες που την κατοίκησαν προκειμένου να εξυπηρετούν τις ανάγκες τόσο των υπό περιορισμό λαθρομεταναστών, όπως και τους προνομιούχους τής πόλης.

Σ’ αυτήν την πόλη θα φτάσει με μετάθεση ένας αξιωματικός της Αστυνομίας, ο αστυνόμος Αλέξανδρος Ζησιμάτος, ένας άνθρωπος που κατά λάθος βρέθηκε στις τάξεις τής Αστυνομίας, προκειμένου να μην αντισταθεί στην πατρική θέληση, που τον ήθελε εκεί, έτσι ώστε ο γιος του να μην κινδυνεύει από τυχόν παρεκκλίσεις τής κοινωνικότητάς του.

Διαβάζοντάς τις σχετικές σελίδες χαμογέλασα πικρά. Κάπως έτσι είχα βρεθεί κι εγώ στον ίδιο χώρο, το 1971. Βέβαια, εμένα δεν με θεράπευε, ακόμα, η ιστορία τής Τέχνης, όπως θεράπευε τον Αλέξανδρο. Αυτή μπήκε πολύ αργότερα στη ζωή μου, όταν η Αστυνομία χόρτασε το στομάχι μου και περίσσευαν χρήματα για πολυέξοδες εκδόσεις. Εμένα με θεράπευε, τότε, η λογοτεχνία, η φιλοσοφία, η ιστορία. Τα σχετικά βιβλία, άλλωστε, κόστιζαν λιγότερο.

 

Ο Αλέξανδρος Ζησιμάτος φτάνει στην παραμεθόριο περιοχή, στην επινοημένη πόλη Ξενιάδα, ως φυγάδας ενός πληγωμένου έρωτα, σέρνοντας τα συντρίμμια ενός άγονου γάμου. Εξαιρετική περιγραφή τών συναισθημάτων ενός άντρα που τραυματίστηκε από μια γυναίκα, η οποία δεν ήξερε να χάνει, αλλά που εν τέλει έχασε, όταν εκείνος στάθηκε στα πόδια του.

Η μυθοπλασία, χωρισμένη σε 32 κεφάλαια, αναπτύσσεται σε γραμμική τριτοπρόσωπη αφήγηση, τοποθετώντας, στο πλάι τού βασικού πρωταγωνιστή, δυο ακόμα πρόσωπα.

Το ένα είναι η μητέρα ενός νεαρού λαθρομετανάστη, που φτάνει στη χώρα για ν’ αναζητήσει τον γιό της, ο οποίος έπαψε να δίνει ζωής. Η Ζαχρά «σε όλη της τη ζωή έκανε ένα και μοναδικό ταξίδι: από την πόλη όπου γεννήθηκε, στην πόλη όπου θα πέθαινε».

Το άλλο είναι μια νεαρή δικηγόρος ενταγμένη σε μια ομάδα εθελοντών που προασπίζονται τα δικαιώματα των μεταναστών.

Την πρώτη, ο Αλέξανδρος Ζησιμάτος, θα την περιβάλει με τη στοργή και το ενδιαφέρον του. Θα του χαρίσει τον θάνατο.

Τη δεύτερη θα την ερωτευθεί, θα ζήσουν έναν πανέμορφο έρωτα, που όμως μια του πτυχή θα εμπεριέχει ένα ψέμα. Όταν το ψέμα αποκαλυφθεί θα είναι αργά και για τους δυο. Η λύτρωση δεν θα έρθει.

Η αφήγηση που αφορά τη μητέρα η οποία φτάνει στην Ελλάδα αναζητώντας τον γιο της, θα δώσει την ευκαιρία στον συγγραφέα να ξεδιπλώσει πολλές πτυχές αυτού του προβλήματος και μάλιστα σε ρεαλιστικές βάσεις.

Η αφήγηση που αφορά τη νεαρή δικηγόρο Μαριάνα θα του δώσει τη δυνατότητα ν΄ αναπτύξει μια παράμετρο των σχέσεων πατέρα (το εύπορο κατεστημένο) και παιδιού, που αναζητά την αυτονομία, αλλά και έναν ιδανικότερο, πιο τίμιο, πιο αλληλέγγυο κόσμο.

Αν στη σχέση Μαριάνας – Αλέξανδρου καταλύτης θεωρηθεί ο έρωτας, θα πρέπει επίσης να θεωρηθεί και το ψέμα. Είναι αυτό που έρχεται να πληγώσει τον έρωτα. Ο Αλέξανδρος δειλιάζει απέναντι σε μια ενδεχόμενη αμφισβήτηση. Ούτως ή άλλως μ’ αυτήν την αμφισβήτηση έχει πορευτεί. Συνεχώς εισπράττει το κόστος της. Αυτή τη φορά, όμως, το κόστος θα είναι οδυνηρό…

Λάρισα, 21/10/2019