Δύο λέξεις, σε ένα νομοσχέδιο, μπορούν να επιφέρουν μεγάλες και ουσιαστικές αλλαγές. Ιδίως αν αυτές οι λέξεις αφορούν ένα σημαντικό άρθρο του νόμου που ορίζει το πώς θα γίνονται οι έλεγχοι Πόθεν Έσχες των βουλευτών και των υπόλοιπων υπόχρεων.

Αυτό φαίνεται να συμβαίνει με το άρθρο 211 του νόμου «Επενδύω στην Ελλάδα» που αναμένεται να ψηφιστεί την Πέμπτη στην Ολομέλεια της Βουλής.

Το άρθρο 211 του νόμου αλλάζει τη διατύπωση του άρθρου που προβλέπει την υποχρεωτικότητα της άρσης απορρήτου για να διενεργηθούν οι έλεγχοι στη νομοθεσία για τα Πόθεν Έσχες.

Πιο συγεκριμένα:

Σύμφωνα με το αρχικό άρθρο 3Β του νόμου 3213/2003 για την κατάθεση δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης ορίζονταν για το τραπεζικό απόρρητο το εξής: «Η αξιοποίηση των πληροφοριών που συλλέγονται από άρση τραπεζικού, χρηματιστηριακού, φορολογικού και επαγγελματικού απορρήτου είναι προϋπόθεση για την ολοκλήρωση κάθε ελέγχου αρμοδιότητας της Επιτροπής.

Η Επιτροπή επικουρείται και για τις υποθέσεις του παρόντος νόμου από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της περίπτωσης ζ’ της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 3023/2002».

Δηλαδή ήταν σαφές πως η άρση του απόρρητου ήταν αυστηρή προϋπόθεση για την εξέταση μια δήλωσης υπόχρεου πόθεν έσχες. Όμως η νέα διατύπωση του άρθρου όπως προβλέπεται στο νόμο «Επενδύω στην Ελλάδα» «αδυνατίζει» αυτή την υποχρέωση δημιουργώντας ερωτηματικά για το αν διαμορφώνεται ένα «παράθυρο» για να μην γίνεται άρση του απορρήτου.

Στη νέα διατύπωση προστίθεται η φράση «εφόσον απαιτείται» διαμορφώνοντας διαφορετικά το νόημα του άρθρου: «Η αξιοποίηση των πληροφοριών που συλλέγονται, εφόσον απαιτείται, από άρση τραπεζικού, χρηματιστηριακού, φορολογικού και επαγγελματικού απορρήτου είναι προϋπόθεση για την ολοκλήρωση κάθε ελέγχου αρμοδιότητας της Επιτροπής».

Έτσι λοιπόν διαφαίνονται τα εξής:

1) Η άρση του απορρήτου δεν ειναι πλέον υποχρεωτική για τον έλεγχο του Πόθεν Έσχες.

2) Οι έλεγχοι της αρμόδιας επιτροπής θα καλύπτονται -σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις- από όσα οι υπόχρεοι δηλώνουν.

3) Δεν θα ελέγχεται διεξοδικά και υποχρεωτικά η ροή των κινήσεων και των περιουσιακών στοιχείων των υπόχρεων.

Μια τέτοια διάταξη υποσκάπτει τη διαφάνεια και τη λογοδοσία σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα των οικονομικών των Βουλευτών μας (και όχι μόνο) και είναι ένα σοβαρό βήμα πίσω σε επίπεδο νομοθεσίας. Το να δίνεις τη δυνατότητα μόνο στην Επιτροπή Ελέγχου να κάνει χρήση αυτών των τόσο σημαντικών εργαλείων όπως είναι η άρση του απορρήτου και όχι να την υποχρεώνεις, υπονομεύει το έργο της και το αφήνει έρμαιο στις διαθέσεις των εκάστοτε μελών της Επιτροπής.

Μιας επιτροπής που μέχρι σήμερα έχει αποδείξει περίτρανα ότι δεν κόπτεται ούτε σε ενδελεχή έλεγχο να προχωρήσει ούτε -κυρίως- τις επιβεβλημένες από τον νόμο κυρώσεις να επιβάλει!