Κάθε χρόνο, την 28η Οκτωβρίου γιορτάζουμε την έναρξη του πολέμου για την Ελλάδα. Τελευταία, με πρωτοβουλία πολλών ιστορικών, έφτασε στη δημόσια σφαίρα και στη συλλογική μνήμη –χωρίς να γιορτάζουμε επίσημα– η απελευθέρωση της Αθήνας το ’44∙ δηλαδή, το τέλος του πολέμου, όπως γιορτάζεται σε όλες τις άλλες χώρες της Ευρώπης.

Πέρα από το ότι η βιωμένη ζωή είναι μνήμη (κάθε κουβέντα, κάθε εικόνα, κάθε διαβασμένο βιβλίο, κάθε κρυφή εξομολόγηση…), όσοι από εμάς είναι babyboomers (έτσι ονομάζουμε τη γενιά της ευνόητης μεταπολεμικής έκρηξης των γεννήσεων), θυμούνται την 28η στα δικά τους σχολικά χρόνια: την επαναλαμβανόμενη τελετουργία, την προετοιμασία, τα ρούχα της παρέλασης, το «ΟΧΙ του Μεταξά», την εθνική εικονοποιία, τα «Αέρααα» και «Κορόιδο Μουσολίνι…» με τη θεατράλε φωνή της Σοφίας Βέμπο και (μετά τη χούντα) το υπέροχο «Αξιον εστί» του Μίκη Θεοδωράκη με τον λυγμό του Κατράκη.

Κώστας Μαυρουδής

Εδώ είναι η Ελλη, κύριε;

Μόλις το 2016, το Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων εξέδωσε έναν καλαίσθητο τόμο προς τιμήν του ζωγράφου του έπους του ’40, του Αλέξανδρου Δ. Αλεξανδράκη, με τίτλο «Ετσι πολεμούσαμε, 1940-41». Ο εμβληματικός ζωγράφος Αλεξανδράκης, αυτός που ταυτίστηκε με την εικονογραφία του έπους του ’40-’41, παραμένει ελάχιστα γνωστός. Τουλάχιστον, για τους λίγους τυχερούς, η έκθεση των έργων του στο Πολεμικό Μουσείο και η έκδοση τον αποκαθιστούν κάπως, αφού παρουσιάζει τη ζωή και πολλές άγνωστες πτυχές από το σύνολο του έργου του.

Βέβαια, όλα αυτά, δηλαδή, ο πόλεμος, ήταν «Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν…», ήταν γι’ αυτούς που έμειναν πίσω, για όσους «Ο Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο…» με τα λόγια του Ελύτη, του έφεδρου ανθυπολοχαγού του Α’ Σώματος Στρατού.

Σε αυτή τη γιορτή, με φωτογραφίες, οικογενειακές μνήμες, 40 χρόνια μετά, το 1980, τον θεσμικό και σχολικό λόγο έχει «το αιώνιον χρέος», το «ηρωικό ξεσήκωμα», «οι παραδόσεις τριών χιλιάδων χρόνων χαραγμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής γης μας», «η τιμή και η αθανάτηση της λεβέντικης ελληνικής πράξης». Ο Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος δεν θα μπορούσε να το πει επετειακότερα: «… Διά να αποκτήσωμεν σαφήνειαν διά την θέσιν του ελληνισμού εις τον σύγχρονον κόσμον και να συνειδητοποιήσωμεν τα προβλήματα από την λύσιν των οποίων εξαρτάται όχι μόνον η περαιτέρω επιβίωσίς του αλλά και η ανάδειξίς του εις την χορείαν των λαών, πρέπει να ρίψωμεν σύντομον βλέμμα προς το απώτερον παρελθόν, όπου υπάρχουν αι ρίζαι και αι καταβολαί του νεώτερου ελληνισμού».

Ομως, «το σύντομο βλέμμα προς το απώτερον παρελθόν» έγινε εμμονικό βλέμμα. Είναι το επίσημο βλέμμα. Δεν είχε να πει πολλά∙ ουδέποτε είπε πολλά στις εθνικές αναπαραστάσεις… Αντίθετα, κουκούλωσε πολλά: για τον Α’ Παγκόσμιο, για τον φασισμό της Ευρώπης, για τους εθνικισμούς, για το μίσος… για την 4η Αυγούστου. Πλάι στις ηρωικές στιγμές της ιστορίας, το θεσμικό «σύντομον βλέμμα» έκρυψε όσα δεν θέλαμε και όσα δεν αντέχουμε να συζητάμε.

Αλλά ο Μουσολίνι ήταν ξεκάθαρος το 1935: «Η φασιστική σύλληψη της ζωής βασίζεται στη σημασία του κράτους και αποδέχεται το άτομο, μόνον εφόσον το ατομικό συμφέρον συμπίπτει με αυτό του κράτους… Ο φασισμός είναι στο πλάι της ελευθερίας, αλλά η μόνη ελευθερία που αξίζει να έχουμε είναι η ελευθερία του κράτους… Εξω από αυτήν, δεν υπάρχουν ούτε ανθρώπινες ούτε πνευματικές αξίες». Προχώρησε στο φασιστικό κράτος και τη φασιστική οικονομία την οποία στρατιωτικοποίησε για μια Ιταλία «που θα πρέπει να εξελιχθεί σε μόνιμο κράτος πολέμου». Και ο Μεταξάς ήταν σαφής στο πρώτο διάγγελμά του: «Ανέλαβα την κυβέρνηση… τη δύναμη που είναι αναγκαία για να αντιμετωπίσω τον κομμουνιστικό κίνδυνο… [Και θα την κρατήσω] έως ότου η χώρα απαλλαχθεί από τον κομμουνισμό…».

Απ’ όλα αυτά δεν θα ακουστεί τίποτα. Ούτε για τα συστήματα των στρατιωτικών στην Ελλάδα, ή του Πρίμο δε Ριβέρα και, εν συνεχεία, του Φράνκο στην Ισπανία, ή του Σαλαζάρ στην Πορτογαλία. Τίποτα για το κλίμα της Ευρώπης, για τα μιλιταριστικά καθεστώτα της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, που ετοιμάζονταν για πόλεμο, άλλοι για εκδίκηση, άλλοι για άμυνα, άλλοι για εθνικισμό – στον Μεσοπόλεμο. Ελάχιστοι θα αναστοχαστούν. Τι σημαίνει πόλεμος, επεκτατισμός, εθνικισμός; Ποιος ο ρόλος του ολοκληρωτικού μιλιταριστικού κράτους που –για κάθε ανάσα– προτάσσει και σωματοποιεί το εθνικό συμφέρον; Βλέπετε, όλα αυτά είναι κλειδιά του φασιστικού κανόνα.

Πάντα θα χάνουμε το κάτι περισσότερο της 28ης στα στέφανα και τα εμβατήρια∙ στη γιορτή. Από το «δεν είχα σκεφτεί πως ο θάνατος τσάκισε τόσους πολλούς» –την παραδοχή του Ελιοτ στην «Ερημη Χώρα»– έως την επιλεκτική αποσιώπηση μιας συνειδητής αντίστασης στον φασισμό. Αλλά, όπως θα έλεγε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, σε τέτοιες περιπτώσεις, η ιστορική συνείδηση θα ψιλοποτίζεται από «τη μαγική πίστη ότι η Ιστορία, φέρνοντας στο προσκήνιο τις χαμένες δυνατότητες (το ηρωικό παρελθόν), μπορεί να λειτουργήσει ως δύναμη αλλαγής»

πηγη