Οδός Γερανίου, δεκαετία του ’60. Φοράει την συνηθισμένη πεντακάθαρη καπαρντίνα του, τα γυαλιά μυωπίας που του δίνουν όψη διανοούμενου και τα γυαλισμένα παπούτσια του που θα συναγωνίζονταν σε λάμψη τις αχτίνες τους ήλιου, αν ποτέ ο ίδιος και ο ήλιος συναντιόντουσαν. Μαύρα χαράματα κατέβαινε τα σκαλιά για το τυπογραφείο, με την δύση του ήλιου τα ανέβαινε.
Η επωδός ήταν γνώριμη: καλημέρα παλικάρι μου, καλό βράδυ παλικάρι μου. Άλλη κουβέντα δεν άκουγε από το αφεντικό του. Ήταν και οι δύο τους λιγομίλητοι. Έσκυβαν το κεφάλι επάνω από τα τυπογραφικά στοιχεία και δούλευαν ολημερίς χωρίς να φλυαρούν. Οι ημερομηνίες για την παράδοση της δουλειάς έπρεπε να τηρηθούν. Οι εποχές ήταν δύσκολες. Η ανάγκη για το μεροκάματο, μεγάλη.
Είχε φτιάξει οικογένεια, καλή οικογένεια έλεγε. «Γι’αυτό πρέπει να αποδειχτώ καλός οικογενειάρχης», συμπλήρωνε. Το παιδί του ήταν χρονιάρικο. Στόχευε να γίνει ιδανικός πατέρας. Ήδη αισθανόταν ότι κουβαλούσε «μία ενοχή» από την ημέρα που του ανακοίνωσαν τη γέννηση της κόρης του. Σήμερα που το θυμάται, γελάει με την καρδιά του. Όμως, τότε ντρεπόταν! Μέσα από έναν ατυχή συνδυασμό επαγγελματικής ευσυνειδησίας και ψυχολογικής κούρασης από το «σήμερα έρχεται το παιδί, αύριο έρχεται το παιδί…» που κράτησε ένα μήνα, όταν του είπαν ότι το παιδί ήρθε, το μόνο που σχολίασε, ήταν: «σήμερα βρήκε να έρθει; Έχουμε βιβλία να τυπώσουμε. Ο πελάτης δεν μπορεί να περιμένει.» Το αφεντικό του δεν πίστευε στ’αυτιά του. Ήξερε ότι χρόνια περίμενε αυτή τη στιγμή, ότι ήταν μεγάλο δώρο γι’αυτόν που είχε επιλέξει μία γυναίκα επτά χρόνια μεγαλύτερη του, όχι δεν την είχε ερωτευθεί, αν και ήταν πολύ όμορφη, αλλά γιατί, όπως έλεγε, δεν ήθελε να στερηθεί την οικογενειακή ζεστασιά με την οποία τον υποδέχθηκε η μέλλουσα πεθερά του. «Παλλικάρι μου, παιδί μου θα σε έχω, αν η κόρη μου αποφασίσει να σε παντρευτεί.» Και πράγματι, η πρώτη καλημέρα και η τελευταία καληνύχτα ήταν για την πεθερά του. Αλλά και αυτή, τήρησε τον λόγο της. Τα καλλίτερα τσακίσματα στα παντελόνια του, εκείνη τα έκανε. Αν δεν ενέκρινε «η μάνα» τον κόμπο της γραβάτας, από το σπίτι του δεν έβγαινε. Οι άλλοι γαμπροί μισό-ενοχλημένοι της έλεγαν: χαράματα τρέχεις για να του αγοράσεις φρέσκο γάλα. «Όλη την ημέρα μέσα στο αντιμόνιο, είναι», έλεγε. Πρέπει να προσέχει να μην αρρωστήσει.»
Άντε γειά, έλεγε εκείνος και έφευγε για να προλάβει το πρώτο πρωινό δρομολόγιο του ηλεκτρικού.
Κάπως έτσι πορευόταν η ζωή του, έως ότου του ήρθε το ευχάριστο νέο. Είχε επιτύχει στις εξετάσεις για να προσληφθεί στο Εθνικό Τυπογραφείο. Δεν ήταν απλή επιτυχία. Ήταν μεγάλη επιτυχία γιατί είχε έρθει πρώτος στις εξετάσεις που ζητούσαν καλλιτεχνικό τυπογράφο. Την ονειρευόταν αυτή τη θέση. Για την οικογένειά του, για τον ίδιο. Εκείνη την ημέρα που του ήρθε το καλό μαντάτο, «όλο λάθη έκανε» έλεγε το αφεντικό του. Το μυαλό του ήταν αλλού. Σχόλασε νωρίτερα. Έπρεπε να πάει με τη γυναίκα να αγοράσει καινούργια ρούχα. Το γούστο της το ακολουθούσε τυφλά. Την επομένη τον περίμεναν στο ΕΤ για να υπογράψει την πρόσληψή του.
Ήπιε το πρωινό του γάλα και έφυγε. Η επικινδυνότητα του αντιμονίου δεν θα άλλαζε με τον χώρο. Θέριζαν οι θάνατοι από αυτό. Όταν έβλεπε οποιοδήποτε έντυπο πεταμένο στο δρόμο, έλεγε: τι ύβρις. Αν ήξεραν πως για να τυπωθεί αυτό το φύλλο, ενδέχεται να έχει χάσει τη ζωή του ένας άνθρωπος, θα το πέταγαν;»
Παρουσιάστηκε στο γραφείο που του είχαν υποδείξει, του μίλησαν για την σύμβασή του, για τα λεφτά που θα έπαιρνε, για το ωράριο εργασίας του και στο τέλος, πριν υπογράψει, του είπαν ότι ήθελε να τον γνωρίσει ένας κύριος που ασχολιόταν με εθνικά θέματα.
«Ούτε που με απασχόλησε τι μπορούσε να με θέλει αυτός ο κύριος. Ήμουν πάντα ένας νομοταγής πολίτης», έλεγε διηγούμενος την ιστορία.
– Λοιπόν, υπάλληλος του Εθνικού Τυπογραφείου πλέον, του είπε ο κύριος με την πλάτη προς αυτόν γυρισμένη. Και μάλιστα, κατόπιν διαγωνισμού. Συγχαρητήρια. Αλλά, για πες μας. Πώς εσύ, ένα τόσο καλό παιδί, ένας τίμιος πατριώτης, ένας δικός μας βρέθηκες μέσα σ’αυτή την αντεθνική φωλιά;»
– Ποια φωλιά και ποιος δικός σας; Δεν καταλαβαίνω.
– Δεν ξέρεις ότι η πεθερά σου είναι μια συμμορίτισσα και πως η κόρη της είναι από τα ίδια; Μόνο που αυτή ξέρει να κρύβεται.
– Μα τι λέτε; Δεν κρύβουν την ιδεολογία τους, αλλά δεν έχουν καμία δραστηριότητα.
– Λοιπόν, για να τελειώνουμε. Εάν θέλεις να δουλέψεις εδώ, θα μας λες τις πολιτικές κινήσεις της γυναίκας σου. Ειδάλλως, ξέχνα το.
– Μόνο για ένα πράγμα θα μπορούσα να καταγγείλω τη γυναίκα μου, αν αποδεικνυόταν πως ήταν ανίκανη και κακή μάνα. Δώστε τη θέση σας σε άλλο «δικό μας». Σηκώθηκε, χαιρέτησε και έφυγε.

Επέστρεψε στο σπίτι, είπε πως τα χρήματα θα ήταν λιγότερα από αυτά που του έδινε το αφεντικό του και πήγε στον φωτογράφο για να βγάλει μία φωτογραφία, έτσι όπως ήταν φρεσκοντυμένος, του κουτιού! Την πήρε στα χέρια του και έκτοτε την έχει στο πορτοφόλι του. «Μία εικόνα χίλιες λέξεις. Έτσι δεν λένε; Και όμως δεν είναι έτσι, παιδί μου. Πάλι καθαρό θα με έδειχνε, παρά τη βρωμιά που θα κουβαλούσα μέσα μου.»
——–

 Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ με πρόλογο του Θ. Νιάρχου