ΒΙΒΛΙΟ 

Ενα παιδί λύνει τα μάγια του πατέρα του

ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΧΩΜΕΝΙΔΗΣ

H είσοδος του ΕΛΑΣ στο Αγρίνιο τον Σεπτέμβριο του 1944.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ
Είμαι όσα έχω ξεχάσει
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 264

Το άρτι εκδοθέν πεζογράφημα του Ηλία Μαγκλίνη ξεκινάει με τον πατέρα του αφηγητή να ομολογεί τον τρόμο του πως ένα χέρι θα τον αρπάξει στο σκοτάδι. Εκείνος, στην πραγματικότητα, ο οποίος πέφτει θύμα αρπαγής –απαγωγής απ’ τις δουλειές, τις έγνοιες, τις χαρές κι από τον ύπνο του ακόμα– είναι ο αναγνώστης. Από τη στιγμή που θα πιάσει στα χέρια του το «Είμαι όσα έχω ξεχάσει», με δυσκολία θα το αποχωρίζεται. Κι όταν –σε ένα; σε δύο εικοσιτετράωρα;– θα φτάσει στην ύστατη φράση, τα όσα διάβασε θα έχουν ποτίσει την ψυχή του. Θα τον απασχολούν συνειδητά για καιρό, ασυνείδητα για πολύ περισσότερο.

Κανονικά η κριτική μου για το «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» θα έπρεπε να ολοκληρώνεται εδώ. Ποιο αποτελεί το όνειρο, τον φανερό ή τον κρυφό καημό τού κάθε συγγραφέα; Να πλάσει ένα έργο που να ρουφιέται. Να λειτουργούν οι λέξεις που διαλέγει, στη σειρά που τις βάζει, σαν αγκίστρια. Κι όσοι αγκιστρώνονται να σπαρταρούν όχι με την αγωνία του ψαριού, μα με την ηδονή του ερωτικού θηράματος. Το παραπάνω θαύμα δεν επιτυγχάνεται με συνταγές – στα σεμινάρια δημιουργικής γραφής δεν σου διδάσκουν κατ’ ουσίαν τι να κάνεις αλλά τι να αποφεύγεις. Το παραπάνω θαύμα προϋποθέτει ίσως ευφυΐα, ενσυναίσθηση, αφηγηματική δεξιοτεχνία και προσήλωση, σκληρότατη θα πει δουλειά. Ολα όσα εν συντομία αποκαλούμε «ταλέντο». Και τα οποία, φευ, δεν αρκούν. Απαιτείται κάτι ακόμα, απροσδιόριστο, το οποίο επωάζεται επί χρόνια. Υποστηρίζω πως οι συγγραφείς είναι τα ζώα με τη μακρύτερη εγκυμοσύνη.

Κατά κανόνα το θαύμα δεν συμβαίνει. Ο αναγνώστης σκοντάφτει σε κάθε δεύτερη ή τρίτη παράγραφο, αφαιρείται, εγκαταλείπει το βιβλίο ή το διαβάζει ψυχαναγκαστικά, διαγωνίως, μηχανικά. Τότε οι φίλα προσκείμενοι κριτικοί αναλαμβάνουν να χρυσώσουν το χάπι. Μιλούν για «ενδιαφέρον πείραμα», για «αξιοπρόσεκτη τομή», για «γόνιμο διάλογο» με την παράδοση ή τη νεωτερικότητα ή το μεταμοντέρνο, παραπέμπουν σε αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας τα οποία επίσης δεν διαβάζονται. Ο συγγραφέας σεμνύνεται, ο κύκλος του τον συγχαίρει και μονάχα ο εκδότης του απορεί (απορεί που λέει ο λόγος) γιατί τόσα εγκώμια να μη μεταφράζονται σε πωλήσεις.

Επανέρχομαι στο «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» του Ηλία Μαγκλίνη για να κάνω μερικές σύντομες επισημάνσεις.

Το βιβλίο πρόσκειται στο είδος του «new journalism», που ξεκίνησε από την Αμερική στις αρχές του ’60 και μας έδωσε εξαιρετικούς καρπούς, από το «Εν Ψυχρώ» του Τρούμαν Καπότε μέχρι το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού. Ο Μαγκλίνης πραγματεύεται διεξοδικά, σε πλάτος και σε βάθος, τη δολοφονία του παππού του τον Ιανουάριο του 1944 στο Αγρίνιο. Για πολιτικούς λόγους ή με πολιτική ενδεχομένως πρόφαση. Εχουν γραφτεί χιλιάδες αφηγήματα με παρόμοιο θέμα – η δεκαετία του 1940 στην Ελλάδα συνοψίζεται στο επίγραμμα του Ηλία Πετρόπουλου «Πτώματα, Πτώματα, Πτώματα…» (το οποίο αναφέρει ο Μαγκλίνης). Τα περισσότερα ωστόσο ήταν τόσο ιδεολογικά φορτισμένα, τόσο εμπαθή, ώστε έχαναν αν όχι το δίκιο τους, σίγουρα το ενδιαφέρον τους. Το «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» ισορροπεί αντιθέτως από την αρχή έως το τέλος πάνω σε μια λεπτότατη γραμμή. Δεν ενδίδει ούτε στον εύκολο επικολυρισμό ούτε στην παγερότητα –τη δήθεν αντικειμενικότητα– της απόστασης. Ο Μαγκλίνης συλλαμβάνει εν θερμώ και γεννά εν ψυχρώ. Τον διακατέχει μια αγαπητική διάθεση σχεδόν προς όλους. Η οποία κάνει το βιβλίο του τρυφερό και ελκυστικότατο.

Πώς κι έτσι; Η απάντηση είναι προφανής και ας την κρύβουν επί δεκαετίες τόσο οι νικητές όσο και οι ηττημένοι του Εμφυλίου. Στην οικογένεια του Μαγκλίνη –όπως και σε όλες σχεδόν τις ελληνικές οικογένειες– προσφιλέστατα πρόσωπα στρατεύθηκαν και στη μία και στην άλλη παράταξη. Ο παππούς του είχε ενταχθεί στον ΕΔΕΣ και με τη ρετσινιά τού Δεξιού δολοφονήθηκε. Ο αδελφός τής γιαγιάς του ήταν Ελασίτης και ως τέτοιος, «Εαμοβούλγαρος», εκτελέστηκε από τις δυνάμεις Κατοχής. Ο Μαγκλίνης εγκύπτει σε αμφότερες τις τραγικές περιπτώσεις. Και αναδεικνύει –δίχως και να ξεπέφτει στην απλοϊκή αισθηματολογία τού «τι μας βρήκε, Ελληνες να τουφεκάνε Ελληνες;»– τον εφιάλτη του διχασμού. Σε μία ιστορική περίοδο κατά την οποία η βία δεν γνώριζε φραγμούς και όρια.

Ο πιο άτυχος εντούτοις από όλους δεν υπήρξε ούτε ο παππούς ούτε ο μεγάλος θείος και ας πλήρωσαν με τις ζωές τους ξένα χρέη. Ηταν ο ενδιάμεσος κρίκος, ο γιος τού νεκρού, ο πατέρας τού συγγραφέα. Ο έφηβος στον οποίον, το βράδυ κιόλας της δολοφονίας, έριξαν το βάρος του «άνδρα του σπιτιού». Βάρος αβάσταχτο που τον έκανε κυριολεκτικά να αποδράσει στους ουρανούς, να γίνει πιλότος. Που κυριολεκτικά τον αρρώστησε από ασθένεια ανίατη κατά τη μέση του ηλικία. Ο πατέρας ποτέ δεν μιλούσε για την ορφάνια του – το αποτρόπαιο συμβάν στο Αγρίνιο παρέμεινε για εκείνον μέχρι τέλους άφατο. Ο γιος του, ο Ηλίας Μαγκλίνης, το ερευνά εξονυχιστικά. Πρόκειται για μια χειρονομία απελευθέρωσης, για ένα δώρο προς τον συντετριμμένο, μακαρίτη πια, ενδιάμεσο κρίκο.

Αυτό ακριβώς καθιστά το «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» τόσο μαγνητικό. Οτι είναι ένα δώρο. Ενα παιδί λύνει τα μάγια του πατέρα του.

Καθημερινή