(Φωτ. Νelly’s)

Το Σάββατο 2 Ιουλίου 1994, το απογευματάκι (λέξη που αγαπούσε) η Μαρίκα Παπαϊωάννου έφυγε από ανακοπή καρδιάς στα ογδόντα εννιά της, μετά από πολύμηνη ταλαιπωρία. Ήθελε, μας έλεγε χρόνια πριν, σε χαλαρή κουβεντούλα στον Γεροφοίνικα της οδού Πινδάρου, να φύγει χαμογελαστή, χωρίς κλάματα. Το κατάφερε. Ήθελε επίσης να κηδευτεί κοντά στο σύζυγό της, τον Αιμίλιο Χουρμούζιο στη Νέα Επίδαυρο και αυτό έγινε.

Ομολογώ ότι χάρη στην Μαρίκα Παπαϊωάννου εκτίμησα γύρω στο 1975 με προσοχή τον πιανίστα Αρτουρ Σνάμπελ, που υπήρξε για ένα χρόνο δάσκαλός της, τον Αλέξις Βάισεμπεργκ, τον Ντίνου Λιπάτι.

Μερικά χρόνια αργότερα, ο Νικίτα Μαγκάλοφ μου έλεγε για τον εκθαμβωτικό φυσικό της ήχο και τον τρόπο που έπαιζε Σούμπερτ η Μαρίκα. Για τον Σούμπερτ της είχε εκφραστεί με θερμά λόγια και ο Αρθούρος Ρουμπινστάιν, ο αγαπημένος της φίλος, η φωτογραφία του οποίου βρισκόταν στο δωμάτιο όπου δίδασκε και μελετούσε. «Η Μαρίκα παίζει μουσική δεν παίζει απλώς πιάνο».

Μου διηθήθηκε το πόσο χιούμορ διέθετε αυτός ο μουσικός. «Έτσι να ήταν όλοι οι σπουδαίοι άνθρωποι… Οι κοινωνίες θα ήταν χαμογελαστές!!!! Οι άνθρωποι θα τραγουδούσαν, θα μιλούσαν με αίσθηση μέτρου και θα χρωμάτιζαν τα αισθήματα τους»

Την μεγάλη εκτίμηση στο μουσικό ταλέντο και ένστικτο της Μαρίκας Παπαϊωάννου έχει εκφράσει πολλές φορές ο Πάουλ Μπαντούρα Σκόντα ιδιαίτερα για την «βιεννέζικη απλότητα» και την «καθαρότητα του ήχου» της στις ερμηνείες της στον Μότσαρτ. Θυμάμαι επίσης τον Λέβ Βλάσσενκο που στα πλαίσια του διαγωνισμού του grand prix Maria Callas είχε εκφράσει στη συνάντηση μας το θαυμασμό του για τη λυρική καθαρότητα του παιξίματός της ακόμα και σε έργα σαν αυτά του Σκαλκώτα, που δεν ήταν ρομαντικά ως προς την εποχή τους. Είχαν γνωριστεί πολλά χρόνια πριν και επικοινωνούσαν πού και πού.
Η Μαρίκα συγκινήθηκε όταν έμαθε για την αναφορά στον Σκαλκώτα της και μου διηγήθηκε για πολλοστή φορά την αγωνία και τον αγώνα του αδελφού της για να προστατέψει τα έργα του στην Κατοχή.

O Μίνως Δούνιας έγραψε: «Δεν ανήκει στον γνωστό τύπο εκθαμβωτικών βιρτουόζων που εκφράζονται περισσότερο με τα δάχτυλα παρά με την καρδιά, αποτείνονται περισσότερο στην ακοή παρά στο πνεύμα και εκπλήσσουν χωρίς να συγκινούν. Κάθε προσφορά της Παπαϊωάννου είναι καρπός σκέψεως, αφοσιώσεως στην ανάλυση της λεπτομερείας, αλλά και συνθετικής προσαρμογής των μερών στο σύνολο, αποτέλεσμα εντατικής απασχολήσεως—θα έλεγα συνταυτίσεως—του εσωτερικού κόσμου με την ψυχή του συνθέτου που ερμηνεύει. Έτσι συμβαίνει ώστε το πιανιστικό ύφος της Παπαϊωάννου να μην παρουσιάζει τίποτε το τυχαίο ή το συμβατικό. Δεν θυμούμαι να έχω ποτέ ακούσει έστω και μία φράση της παιγμένη με αδιαφορία ή επιπολαιότητα»

Η Μαρίκα Παπαϊωάννου γεννήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1904 σε οικογένεια όπου όλοι έπαιζαν μουσική. Φαινόταν φυσικό λοιπόν το ότι η Καίτη, ο Άγγελος, η Μαρίκα και ο Γιάννης ασχολήθηκαν με τη μουσική! Τα πρώτα μαθήματα πιάνου πήρε από την Κούλα Παπαδιαμαντοπούλου αλλά το 1915 που η οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Γενεύη, η Μαρίκα συνέχισε τα μαθήματα πιάνου με τον Johnny Aubert. Στη συνέχεια πήγε στο Παρίσι όπου ολοκλήρωσε τα μαθήματα στην τάξη του Isidor Philipp. Με θέρμη μιλούσε για την ευφυΐα του μουσικού αυτού και τα σοφά βιβλία τεχνικής που είχε συγγράψει. Ώρες ασχολήθηκε για να μου δώσει συμβουλές και οδηγίες πάνω στο πώς εφαρμόζονται, για τις λεπτομέρειες που αφορούν την τεχνική διδασκαλία και που ο Philipp είχε τόσο αναλυτικά μετατρέψει σε ασκήσεις για όλα τα επίπεδα μαθητών πιάνου αλλά και πιανιστών.

Τελειώνοντας τις σπουδές της, μαζί με την αδελφή της την Καίτη παρακολούθησε μαθήματα του Egon Petri και του Arthur Schnabel. Από το 1929 έπαιξε σε πάμπολλες συναυλίες στην Ευρώπη, θεωρήθηκε ιδανική ερμηνεύτρια του Μότσαρτ αλλά και του Ντεμπυσσύ, του οποίου το μεγαλύτερο μέρος των έργων έπαιζε και δίδασκε.

 

Hχογράφησε έργα του Σκαλκώτα και του Χατζιδάκι το 1964 στην Κολούμπια.  Στην  φωτογραφία βλέπετε το εξώφυλλο.  Παίζει την Σουίτα  «Για μια μικρή λευκή αχιβάδα» του Μ. Χατζιδάκι, την τέταρτη σουίτα έργο του 1941 και την Πασακάλια από την  συλλογή με τίτλο «32 κομμάτια για πιάνο», του Ν. Σκαλκώτα, έργο του 1940.
Το 1994 η δισκογραφική εταιρία Minos κυκλοφόρησε σε cd την ίδια αυτή ηχογράφηση.

Το 1941 παντρεύτηκε τον δημοσιογράφο, μεταφραστή και συγγραφέα Αιμίλιο Χουρμούζιο. Συνέχισε να ηχογραφεί, να δίνει κοντσέρτα, να διδάσκει με έδρα την Αθήνα. Από το 1961 που πέθανε η αδελφή της Καίτη, διαπρεπής κι αυτή δασκάλα και σολίστ, η Μαρίκα και ο Γιάννης Παπαϊωάννου αφιέρωσαν πολύ χρόνο στο διαγωνισμό Καίτης Παπαϊωάννου, που θεσπίστηκε από την οικογένεια «για να υπηρετήσει συμβολικά τα ιδανικά της μουσικής και των τεχνών» και λειτούργησε για πρώτη φορά το 1963. Απευθυνόταν σε μαθητές μέχρι 16 ετών. Ο διαγωνισμός μετά το 1991 δεν μπόρεσε να συνεχίσει. Η Μαρίκα όμως συνέχισε με πάθος να υπηρετεί τις ιδέες και τη μουσική. Με λόγο θερμό και πάντα υποστηρικτικό σου έδινε φτερά, σε οδηγούσε να σκεφτείς, να εκτιμήσεις, να αφιερωθείς.


Το 1985 ο Γιάννης και η Μαρίκα ίδρυσαν το Ίδρυμα Αιμ. Χουρμουζίου και Μαρ. Παπαϊωάννου με έδρα το διαμέρισμά της στην οδό Βουκουρεστίου 25. Σκοπός του ιδρύματος η προαγωγή των ιδανικών τεχνών των δύο αυτών συζύγων, η λογοτεχνία και η μουσική. Στο ίδρυμα περιήλθε η ακίνητη περιουσία τους. Εκεί συγκεντρώθηκαν ντοκουμέντα της ζωής και του έργου τους. Η Μαρίκα Παπαϊωάννου αν και γενικά αισιόδοξη, συχνά αγωνιούσε για την τύχη και τη μετά τον θάνατό της φροντίδα του υλικού.

Θα μπορούσαμε να πούμε πάρα πολλά ακόμα για τη σημαντική αυτή προσωπικότητα. Αυτό που θα είχε μεγαλύτερη σημασία είναι να δούμε μια σοβαρή ολοκληρωμένη έρευνα για την καλλιτεχνική της και παιδαγωγική της διαδρομή, θα άξιζε τον κόπο.