Με τον Δημήτρη Τάρλοου έχουμε γνωριστεί διαδικτυακά. Στην πραγματικότητα έχουμε συντονιστεί σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος όπως είναι το θέατρο, η τέχνη, η ψυχανάλυση, οι γάτες αλλά και οι άνεμοι που τους γνωρίζει απέξω κι ανακατωτά.  Παρά το γεγονός ότι μιλούσαμε, σχεδόν πάντα, στον πληθυντικό και ότι γνωριστήκαμε δια ζώσης μετά από αυτή τη συνέντευξη, κάθε φορά που μιλούσαμε ένοιωθα την οικειότητα μιας ανεξήγητης συγγένειας. Κι έτσι παραμένει η γνωριμία μας μέχρι σήμερα. Οικεία και εγκάρδια. Το ίδιο οικείο για μένα είναι και το θέατρο «Πορεία» στην οδό Τρικόρφων 3-5 στην Πλατεία Βικτωρίας όπου ο Δημήτρης Τάρλοου ανεβάζει παραστάσεις κλασικού θεάτρου αλλά επικοινωνεί και με το κοινό σε συναντήσεις που διοργανώνει γύρω από το μεγάλο, ξύλινο τραπέζι του θεάτρου όπου ηθοποιοί και φίλοι του θεάτρου ανταλλάσσουν γνώμες για τις παραστάσεις που παίζονται εκεί. Είναι ένα είδος μυσταγωγίας που δεν ξέρω αν γίνεται κάπου αλλού στον κόσμο στο χώρο του θεάτρου.  Ο ίδιος ασχολείται με το θέατρο εδώ και 30 χρόνια. Οι επιλογές του τόσο στα έργα που επιλέγει να σκηνοθετήσει όσο και στους ηθοποιούς που επιλέγει είναι ιδιαίτερες και δεν ακολουθούν αυτό που, θα λέγαμε, mainstream θέατρο. Η σκηνοθετική του οπτική είναι τολμηρή και εμπλέκει στην παρουσίασή της την ποίηση, τη φιλοσοφία, τη ψυχολογία αλλά και τη τέχνη του κινηματογράφου.

Μεγάλη Χίμαιρα

Η παράσταση «Η Μεγάλη Χίμαιρα» που, βασίστηκε στο βιβλίο του παππού του Μ. Καραγάτση, σημείωσε για πολλά χρόνια μεγάλη επιτυχία τόσο στο θέατρο «Πορεία» όσο και στις περιοδείες που ακολούθησαν στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ο  «Γκιούγκερμαν» σε διασκευή του ποιητή Στρατή Πασχάλη συνεχίζει με μεγάλη επιτυχία για 2η σαιζόν, ενώ, παράλληλα το «Ευχαριστημένο» που βασίζεται στο βιβλίο της μητέρας του Μαρίνας Καραγάτση σε σκηνοθεσία του ιδίου,  μετά από μια πολύ πετυχημένη περιοδεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό ολοκλήρωσε τις παραστάσεις του στο θέατρο τον Οκτώβριο.

Με τον σκηνοθέτη μιλήσαμε σε μια από τις «Συναντήσεις» στον empneusi.gr 107 FM και μπορείτε να ακούσετε την εκπομπή εδώ https://www.empneusi.gr/podcast/eleni-gournelou-22-04-2018/

 Ελένη Γουρνέλου: Κε Τάρλοου σας ευχαριστώ για τη τιμή και τη χαρά να δεχτείτε τη πρόσκληση στην εκπομπή μας.

Δημήτρης Τάρλοου: Η τιμή είναι δική μου. Καλησπέρα σε εσάς και τους ακροατές σας.

Ελένη Γουρνέλου: Κε Τάρλοου, ασχολείστε με το θέατρο  πάνω από 30 χρόνια,  αν δεν κάνω λάθος. Το 1986  αποφοιτήσατε από τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Διευθυντής, τότε, στη Σχολή  ήταν ο Τάσος Λιγνάδης και  δάσκαλοί σας, μεταξύ άλλων, ο Ιάκωβος Ψαρράς, η Αντιγόνη Βαλάκου, ο Αλέξης Διαμαντόπουλος κ.α.. Ωστόσο, μεταξύ αυτών που σας επηρέασαν, όπως έχετε αναφέρει ο ίδιος, ήταν η γιαγιά σας, η ζωγράφος Νίκη Καραγάτση, η μητέρα σας, συγγραφέας και αρχαιολόγος, Μαρίνα Καραγάτση, η οικογένεια Εμπειρίκου, ποιητές και λογοτέχνες που σύχναζαν στο πατρικό σας σπίτι στην Άνδρο αλλά, κυρίως, ο ποιητής Νίκος Καρούζος. Αυτοί οι άνθρωποι και αυτή η ατμόσφαιρα από τα καλοκαίρια στο νησί της Άνδρου πόσο νομίζετε ότι έχει ΠΟΙΗΣΕΙ με όλη τη σημασία της λέξης ΠΟΙΩ-  την αισθητική και το δικό σας εσωτερικό ήθος;

Δημήτρης Τάρλοου: Νομίζω ότι το τοποθετήσατε σωστά με την έννοια ότι,  όλη αυτή η ατμόσφαιρα που είχα την τύχη να ζήσω αλλά και οι άνθρωποι αυτοί που αναφέρατε, επηρέασαν τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια. Με καθόρισαν, καθόρισαν την οπτική μου και αυτό μαζί με την οικογενειακή ατμόσφαιρα της γιαγιάς μου, της μητέρας και του πατέρα μου που είναι ζωγράφος ήταν καθοριστικά για το βλέμμα μου. Φυσικά,  η Άνδρος είναι ξεχωριστό κομμάτι για τη ζωή μου και δεν σχετίζεται με αυτή την καλλιτεχνικότητα παρ’ ότι με την οικογένεια Εμπειρίκου και τον Λεωνίδα διατηρούμε ακόμα πολύ στενές σχέσεις και ο πατέρας του Ανδρέας και η μητέρα του Βιβίκα μας επισκεπτόντουσαν  συχνά,  βρισκόμασταν και στην Άνδρο αλλά θα έλεγα ότι αυτά τα βιώματα συμβαίνουν, κυρίως, στην Αθήνα. Η δε επικοινωνία μου με τον Νίκο Καρούζο ήταν αποκλειστικά στην Αθήνα. Επομένως για εμένα η απάντηση σε αυτό το ερώτημα, αν και για κάποιους μπορεί ν’ ακούγεται ιδιαίτερη έως και ελιτίστικη ατμόσφαιρα, στην πραγματικότητα για εμένα ήταν μια καθημερινότητα. Ήταν ένα μεροδούλι -μεροφάι ή ένα παιχνίδι. Πολλές φορές κι ένα αστείο παιχνίδι ως προς τον τρόπο που οι άνθρωποι αυτοί έβλεπαν τη ζωή και το θάνατο που, επίσης, καθόρισε και το δικό μου βλέμμα.

Ελένη Γουρνέλου: Τι είναι αυτό που σας έλκει ως προς την επιλογή ενός κειμένου για να σκηνοθετήσετε;

Δημήτρης Τάρλοου: Νομίζω ότι είναι το πόσο γρήγορα θα το διαβάσω. Εάν με ‘ρουφήξει’ και θέλω να γυρίσω τη σελίδα γρήγορα όπως και σ’ ένα μυθιστόρημα, πάει να πει ότι κάτι με έλκει σε αυτό. Άρα, το πρώτιστο, είναι να μη βαριέμαι! Το δεύτερο είναι να συνδεθεί μ’ ένα κομμάτι του ψυχισμού μου. Δηλαδή, εκ των υστέρων κατάλαβα δουλεύοντας τη «Μεγάλη Χίμαιρα» πόσο πολύ με ενδιέφερε το επίπεδο της αποδοχής μου ως μισού ξένου στη χώρα αυτή, πράγμα που δεν είχα συνειδητοποιήσει προηγουμένως. Επίσης, στην «Ευριδίκη» που,  δεν θα έλεγα ότι είναι ένα αριστουργηματικό έργο αλλά είναι ένα πολύ ενδιαφέρον, σύγχρονο έργο της Σάρα Ρούλ που το σκηνοθέτησε κι έκανε και πολύ  μεγάλη αίσθηση συνειδητοποίησα ότι συνδεόταν με τα όνειρά μου και με το θέμα του πατέρα, το οποίο, είναι πάντα ‘παρών’ στις παραστάσεις μου γιατί ίσως είναι κι ένα από τα μεγαλύτερα δικά μου,  προσωπικά θέματα αλλά όλα αυτά, ξέρετε, δεν γίνονται με τρόπο απολύτως συνειδητό. Γίνονται μάλλον ασυνείδητα και τα ανακαλύπτεις εκ των υστέρων.

Ελένη Γουρνέλου: Αλήθεια, γράφονται σήμερα θεατρικά έργα ή ανατρέχουμε σε βιβλία και ταινίες λόγω αυτής της έλλειψης θεατρικού κειμένου;

Θερισμός, θεατρικό του Δημήτρη Δημητριάδη στο Εθνικό Θέατρο

Δημήτρης Τάρλοου: Υπάρχει μια ένδεια, θα έλεγα, στη συγγραφή. Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν. Απλά, είναι λιγότερα και όχι του ίδιου επιπέδου. Δεν υπάρχει Ιψεν, Πίντερ, Μπέκετ…κακά τα ψέματα. Ακόμα και ο Ντέιβιντ Μάμετ που, είναι για εμένα πολύ αγαπημένος συγγραφέας, είναι στα τελειώματά του….δεν γράφει πια επι της ουσίας και γενικά δύσκολα βρίσκεις έργα καλά δομημένα που να θέλουν να πουν κάτι. Όσον αφορά το ελληνικό κομμάτι είναι ακόμα χειρότερα γιατί δεν υπάρχει κάποια σχολή και, πολλές φορές, το έμφυτο ταλέντο πάει χαμένο διότι δεν υπάρχει τρόπος να φορμαριστεί και να εξελιχθεί. Παρ’ όλα αυτά έχουμε ενδιαφέροντες Έλληνες συγγραφείς όπως είναι ο Δημήτρης Δημητριάδης ή ο Γιάννης Μαυριτσάκης αλλά δεν αρκούν. Χρειάζονται κι άλλοι.

Ελένη Γουρνέλου: Το έργο ενός καλλιτέχνη πιστεύετε ότι είναι ανεξάρτητο από τον ίδιο σαν οντότητα; Εσάς για παράδειγμα,  σας απασχολούν τα βιογραφικά στοιχεία ενός δημιουργού;

Δημήτρης Τάρλοου: Και ναι και όχι. Με απασχολούν εκ των υστέρων, πάλι, όταν αρχίσω να ασχολούμαι με το έργο για να δω ταυτίσεις με τα προσωπικά του βιώματα. Να δω τι ακριβώς εννοεί σε μια φράση, πως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Λόγου χάριν τι ρόλο έπαιξε για τον Ιψεν η Χέντρικ είναι κάτι που με αφορά. Δεν είναι αδιάφορο,  αν είναι η πραγματική του αδελφή, ας πούμε. Αλλά δεν είναι κάτι που καθορίζει το καλλιτεχνικό μου βλέμμα και ο λόγος που ανεβάζω εν τέλει ένα έργο.

Ελένη Γουρνέλου: Πόσο δύσκολο είναι για έναν σύγχρονο σκηνοθέτη να ερμηνεύσει ένα κείμενο που έχει γραφτεί σε άλλη εποχή χρησιμοποιώντας, όμως, σημερινά ‘εργαλεία’;

Γιούγκερμαν

Δημήτρης Τάρλοου: Για μένα είναι και ο λόγος που ασχολούμαι με το κλασικό θέατρο. Αυτά τα κείμενα πρέπει να μπορούν  να μιλήσουν σε όλες τις εποχές και σε όλες τις γλώσσες. Αλλιώς δεν θα τα έλεγαν κλασικά. Άρα, για εμένα,  είναι ένα στοίχημα για το πώς μπορεί να έλθει στο σήμερα ένα τέτοιο κείμενο. Συχνά, μου έρχεται μια ιδέα που είναι οδηγός για όλη την παράσταση. Το ίδιο έγινε και με τις «Τρείς αδελφές»….συχνά, έχει να κάνει με το ίδιο το σκηνικό, ξέρετε. Ακόμα και το πάτωμα της σκηνής έχει πολύ μεγάλη σημασία. Το υλικό που έχει φτιαχτεί έχει μεγάλη σημασία. Είναι τελείως διαφορετικό ένα θεατρικό έργο που διαδραματίζεται σε λάσπη από ένα άλλο που περιλαμβάνει μια μεγάλη πισίνα, τελείως διαφορετικό το υλικό του ξύλου ή του τσιμέντου, όπως επίσης, έχει σημασία, τι παπούτσια φοράνε ή δεν φοράνε οι ηθοποιοί….Ο ήχος που προκαλεί το πάτωμα γενικά για εμένα είναι μια παρτιτούρα από μόνη της μέσα στη θεατρική δράση. Άρα, η ιδέα που μου έρχεται για το σκηνικό και μετά το κουβεντιάζω με τη σκηνογράφο μου είναι το βασικότερο στοιχείο για να προχωρήσω στη σκηνοθεσία μου σ’ ένα κλασικό έργο. Λόγου χάριν, ο χρόνος αναμονής στις τρείς αδελφές που ήταν ταυτόχρονα σαλόνι και waiting room σιδηροδρομικού σταθμού ή ακόμα και αεροδρομίου είχε μεγάλη σημασία η παχιά μοκέτα που ήταν στρωμένη και έμοιαζε με κοντοκουρεμένο στάχυ. Χωρίς αυτήν την μοκέτα θα ήταν ένα εντελώς διαφορετικό σκηνικό…ή χωρίς το νερό της «Ευριδίκης», στο κέντρο της πισίνας, δεν θα ήταν ίδια η παράσταση. Επομένως, λειτουργώ πολύ με την εικόνα και σε αυτό είχε μάλλον βοηθήσει το περιβάλλον των γονιών και ειδικά του πατέρα και της γιαγιάς που ήταν ζωγράφοι. Επίσης, για εμένα λειτουργούν και κάποια σύμβολα. Παραδείγματος χάριν στην «Αγριόπαπια» το θέμα του κοτετσιού είναι πολύ σημαντικό για το πώς θα αποδοθεί. Κι αυτό γιατί για τους ήρωες συμβολίζει κάτι διαφορετικό για τον καθένα αλλά πάντως είναι κάτι που λειτουργεί κρυφά στο ασυνείδητο ή το υποσυνείδητο. Είναι κάτι που κρύβουν από ντροπή αλλά είναι κι ένα παιχνίδι. Μπορεί να είναι, επίσης, ένα φυλαχτό, κάτι πολύτιμο. Άρα, σκέφτηκα ότι όλο αυτό το κοτέτσι δεν μπορεί να είναι μια πραγματικότητα γιατί θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει ένα κοτέτσι επι σκηνής. Θα μου πείτε, ναι, αλλά δεν μπορείς να βάλεις ζώα στη σκηνή. Όμως, ακόμα κι αν αυτό επιτρεπόταν, δεν ήταν αυτός ο στόχος. Ο στόχος ήταν να εξαφανίζονται από τη σκηνή και να περνάνε σ’ ένα πιο φαντασιακό επίπεδο, κάτι πιο κρυφό και περίεργο. Κι αυτό μου άρεσε σαν ιδέα. Και νομίζω ότι λειτούργησε πάρα πολύ καλά παραπληρωματικά της ίδιας της σκηνικής δράσης.

Ελένη Γουρνέλου: Πώς λειτουργεί για εσάς στα έργα σας ο χώρος και ο χρόνος; Ίσως και η σιωπή, ανάμεσα στους ηθοποιούς, ο διάλογος (το πίνγκ-πόνγκ) ανάμεσά τους και φυσικά ο χώρος όπως αναφερθήκατε προηγουμένως ή αν θέλετε να τον συνδέσετε με τα παραπάνω.

Δημήτρης Τάρλοου: Ο χώρος παίζει εξαιρετικά σημαντικό ρόλο γιατί είναι η ίδια η συνθήκη. Με βάση αυτή τη συνθήκη λειτουργούν και οι ηθοποιοί. Ο δε χρόνος όπως το θέτετε αλλά και η σιωπή είναι η ίδια η παράσταση. Δυστυχώς, πάρα πολλοί ηθοποιοί δεν εμπιστεύονται αρκετά τη σιωπή. Υπάρχει, όμως, πάρα πολύ έντονα η ανάγκη της σιωπής ανάμεσα στους ανθρώπους. Αν παρατηρήσετε πολλά ζευγάρια δεν δέχονται καθόλου τη σιωπή λόγω ενός υπαρξιακού άγχους. Αν υπάρξει σιωπή παύει να υπάρχει η σχέση άρα και η ζωή. Δεν είναι καθόλου έτσι. Υπάρχουν ζευγάρια που αποδεχόμενα τη σιωπή λειτουργούν πολύ ήρεμα και χαλαρά και συμβαίνουν πολλά πράγματα μέσα σε αυτή. Επίσης, μπορεί να υπάρχει και πολύ ένταση μέσα στη σιωπή. Γι’ αυτό λέω πάντα στους ηθοποιούς να δουν τι κρύβεται ανάμεσα στις φράσεις. Ποια ζωή κρύβεται ανάμεσα στις φράσεις και δεν κομίζω γλαύκα εις Αθήνας. Είναι δεδομένο στο θέατρο αυτό. Θυμάμαι μια παράσταση που συμμετείχα ως ηθοποιός, ο Man who” που είναι βασισμένο στο μυθιστόρημα του συγχωρεμένου, πλέον, Oliver Sacks. Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του μ’ ένα καπέλο. Αυτό το έργο ασχολείται με νευρώσεις αλλά και νευρολογικές διαταραχές ή και ψυχολογικές παθήσεις που συνδέονται με τις νευρολογικές διαταραχές. Σε αυτή τη παράσταση, λοιπόν,  που είχε σκηνοθετήσει η Renate Jet, μια αυστριακή σκηνοθέτις υπήρχαν πολύ μεγάλες σιωπές, υπερβολικές σιωπές,  3λεπτες….που για τον θεατρικό χρόνο που είναι συρρικνωμένος χρόνος είναι πολύ σημαντικός κι αυτό γιατί 3 λεπτά στο θέατρο μπορεί να είναι 3 ώρες ή και 3 ημέρες για την ανθρώπινη ζωή. Εκεί συνειδητοποίησα ότι,  μπορεί να υπάρχεις στη σκηνή σιωπηλός για ώρα χωρίς αυτό να δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα. Ούτε στους ηθοποιούς, ούτε στους θεατές αλλά και όταν ακόμα κι όταν προκαλούνταν άβολα ή αρνητικά συναισθήματα, αυτό ήταν αναγκαίο για τη συνέχιση της δράσης. Επομένως τόσο στο θέατρο όσο και στη ζωή,  ο χρόνος δεν είναι κάτι που πρέπει να το φοβόμαστε αλλά πρέπει να το αποδεχόμαστε και να πηγαίνουμε μαζί με αυτό σαν να είναι ένα κύμα ή το ρεύμα μιας λίμνης ή μιας θάλασσας. Ν’ αφηνόμαστε σε αυτόν.

Ελένη Γουρνέλου: Αποδεχόμενοι δηλαδή τον χρόνο στο θέατρο ή στη ζωή, μπορούμε να πούμε ότι εξελισσόμαστε εσωτερικά ή σκεπτόμαστε περισσότερο; Και τελικά, θα λέγατε οτι μέσα από μια θεατρική παράσταση μπορούμε, ακολουθώντας τον χρόνο της, να βγούμε πιο πεπαιδευμένοι ή προβληματισμένοι;

Δημήτρης Τάρλοου: Ανοίγετε ένα πολύ μεγάλο ζήτημα για το ρόλο του θεάτρου. Εγώ, προσωπικά,  πιστεύω ότι,  το καθαρά λαϊκό θέατρο είναι και το παιδευτικό θέατρο. Δεν πιστεύω, δηλαδή, στο θέατρο των ελίτ. Αλλά ούτε και στο θέατρο που κατεβαίνει δυο τρεις ταχύτητες προκειμένου να έλθει στο επίπεδο ενός υποτιθέμενου μέσου λαϊκού κοινού, το οποίο, υποτίθεται, πάλι, ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί την υψηλή σκέψη κάποιων συγγραφέων ή ακόμα χειρότερα σκηνοθετών,  άρα να κατέβουμε στο επίπεδό του για να του δείξουμε πώς είναι  η ζωή. Δεν συμφωνώ με αυτό. Εγώ νομίζω ότι το καλό θέατρο είναι το λαϊκό θέατρο αλλά, πολλές φορές, το καλό λαϊκό θέατρο μπορεί να φέρει σε δύσκολη θέση τον θεατή. Μπορεί να μη καταλάβει κάτι, μπορεί να μη μπει κατευθείαν σε μια ατμόσφαιρα ή σε μια συνθήκη. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό….μπορεί την επόμενη φορά να είναι πιο έτοιμος. Μπορεί να το συζητήσει μετά με την παρέα του ή ένα φίλο του και να καταλάβει κάτι αλλά και απορίες να έχει δεν πειράζει. Αυτό που είναι κακό για εμένα είναι η αφ’ υψηλού αντιμετώπιση του κοινού από τον σκηνοθέτη που, ενώ αφήνει έξω από την παράσταση το κοινό -ούτως ή άλλως-,   καμώνεται ότι είναι κάτι πιο σπουδαίο ακόμα κι από το  ίδιο το έργο. Αυτό για εμένα είναι αθέμιτο.

Ελένη Γουρνέλου: Άλλωστε, λαϊκό έγκλημα ήταν και η «Μήδεια». Έτσι δεν είναι;

Δημήτρης Τάρλοου: Απολύτως. Αυτό κι αν είναι λαϊκό θέατρο!

Ελένη Γουρνέλου: Τι είναι αυτό που για σας σημαίνει ‘θεατρική αφήγηση’;

Δημήτρης Τάρλοου: Αυτό που λέει ο Μάμετ. Η ίδια η ανάγκη του ανθρώπου ν’ αφηγηθεί σε κάποιον, στο παιδί του, στο φίλο του, σε μια παρέα, στον συγγενή του, σ’ ένα ακροατήριο μια ιστορία. Όσο πιο ζωντανά διηγηθεί αυτή την ιστορία τόσο πιο κοντά βρισκόμαστε στο αληθινό θέατρο. Και πως γίνεται ζωντανή μια ιστορία; Γίνεται ζωντανή όταν μας αφορά κι αν αφορά αυτόν που την αφηγείται. Αν βαριέται αυτός που την αφηγείται αποκλείεται ν’ αφορά αυτόν που την ακούει. Γι ‘ αυτό λέω στους ηθοποιούς όταν πρόκειται να μπούμε σε μια πρόβα  να αφηγηθούν προσωπικές τους ιστορίες, αυτές που αρέσουν στους ίδιους για να τις αφηγηθούν. Όχι δυσβάσταχτες ή αφόρητες. Όχι. Ιστορίες που τους κάνουν να χαίρονται. Ακόμα κι αν περιλαμβάνουν δράμα. Υπάρχουν ιστορίες που εμπεριέχουν και τα δυο. Συνήθως αυτό συμβαίνει. Εμπεριέχεται το κωμικοτραγικό στις ιστορίες. Αυτές τις ιστορίες όταν τις διηγούνται με χαρά οι ηθοποιοί ακούγονται με την ίδια χαρά κι από τους άλλους ηθοποιούς αλλά κατ’ επέκταση και από τους θεατές. Να πω ένα παράδειγμα. Πριν από μέρες πρότεινα στην καλή ηθοποιό, Σίσσυ Τουμάση που παίζει στο «Ευχαριστημένο» την Μαρίνα Καραγάτση να μας αφηγηθεί την ιστορία της κινηματογραφικής ταινίας στην οποία πρόκειται να παίξει. Κι ενώ αρχίζει να αφηγείται κάτι που, μάλιστα, γουστάριζε πολύ, συνειδητοποιώ ότι η ιστορία της δεν είναι αληθινή. Ξεκίνησε, δηλαδή, να τη διηγείται αλλά στην πορεία όλα αυτά έγιναν πολύ εξωφρενικά για να πιστέψω ότι ήταν η ταινία. Δεν ήμουν, όμως, και σίγουρος….αλλά μου άφηνε ένα υπονοούμενο ότι βάζει σάλτσες. Όμως, οι σάλτσες ήταν τόσο εξαιρετικές που ήταν πιστευτές. Το παρακολουθήσαμε με χαρά επι 35-45 λεπτά της ώρας….Αυτό είναι θέατρο!

Ελένη Γουρνέλου: Μου έχετε δώσει τόσες αφορμές και έχω γράψει άλλα τόσα να σας ρωτήσω αλλά εν τέλει θα ακολουθήσω το δικό σας ρυθμό αν και είχα σκοπό να πάω στο ‘ζωτικό ψεύδος’ μιάς κι αυτό που διηγηθήκατε πριν εμπεριείχε ‘ζωτικό ψεύδος’ νομίζω…

Δημήτρης Τάρλοου: Δεν είμαι σίγουρος ότι το περιέχει γιατί η κατασκευή της Σίσσυς ήταν μια ηθελημένη κατασκευή. Δηλαδή, άφησε τη γλώσσα της ελεύθερη προκειμένου να δημιουργήσει ένα παραμύθι το οποίο θα μας ιντριγκάρει. Το ‘ζωτικό ψεύδος’ είναι κάτι άλλο. Είναι μια ασυνείδητη κατασκευή, καθόλου συνειδητή και μέσα της ζούμε όλοι. Αυτή η κατασκευή μας επιτρέπει να πάμε παρακάτω.

Ελένη Γουρνέλου: Στην τέχνη της ζωγραφικής ή της συγγραφής οι καλλιτέχνες είναι συνήθως μόνοι τους την ώρα της δημιουργίας. Η σκηνοθεσία θα λέγαμε, ωστόσο, ότι είναι ένα είδος ρεφενέ γιατί έχει ανταλλαγή και συνδυασμό. Εσείς χρησιμοποιείτε ως μέσον στη σκηνοθεσία την αποκάλυψη των ηθοποιών και κάτι τέτοιο μας διηγηθήκατε προηγουμένως. Τους προκαλείτε, δηλαδή, να μπουν στον ρόλο μέσα από τα προσωπικά τους βιώματα….είναι έτσι ή κάνω λάθος;

Δημήτρης Τάρλοου: Έτσι είναι. Αυτό δεν είναι μια αλάνθαστη μέθοδος ούτε κι έχω εφεύρει κάτι. Μη παρεξηγηθώ. Πιστεύω, όμως,  ότι για να πείσει το θέατρο πρέπει να συνδεθεί με κάτι πολύ ζωντανό που αφορά τον ηθοποιό. Είναι χρηστικός ο λόγος που το κάνω. Δεν είναι καμία θεωρία ή κάποια άποψη για το πώς πρέπει να γίνεται το θέατρο. Δεν είμαι και σίγουρος ότι είναι εφαρμόσιμο πάντα και παντού. Όταν μπορώ το κάνω αυτό γιατί πιστεύω ότι  βοηθάει και γιατί στην Ελλάδα δεν έχουμε ensemble δηλαδή, θιάσους που θα δουλέψουν μαζί για 4-5 χρόνια. Είναι περιστασιακοί θίασοι. Αυτό, όπως και στις ερωτικές σχέσεις,  δεν βοηθάει. Μια περιστασιακή σχέση πόσο μπορεί να εμβαθύνει; Πόσα μπορείς να προλάβεις να μάθεις για τον άλλον μέσα σε 2-3 μήνες; Πρέπει, λοιπόν, να εφεύρω τρόπους να έλθει κοντά το ανθρώπινο υλικό αλλά και το υλικό που είναι η παράσταση. Ένας από τους τρόπους αυτούς είναι αυτή η αφήγηση που δημιουργεί ένα κλίμα συμμαχίας ή ακόμα και συνομωσίας διότι το υλικό που προκύπτει μέσα από τις πρόβες,  πρέπει να μείνει απαραίτητα μέσα στους 4 τοίχους του θεάτρου. Είναι ένα επτασφράγιστο μυστικό κι αυτό δημιουργεί μια κοντινότητα στους συμπαίκτες. Αν δεν αισθανθούν αυτή τη σύμπνοια και την εμπιστοσύνη που πρέπει να έχει το θέατρο και τέτοιες ασκήσεις εμπιστοσύνης κάνουμε, δύσκολα θα πεισθεί το κοινό ότι ο ένας είναι πατέρας του άλλου, η μια κόρη του δείνα, ο άλλος εραστής της άλλης κ.ο.κ.

Ελένη Γουρνέλου: Θα λέγατε ότι μέσα από αυτή την τεχνική δημιουργείτε μια δική σας ταυτότητα ως σκηνοθέτης;

Δημήτρης Τάρλοου: Δεν είναι πολύ ωραίο να λέει ο ίδιος ο σκηνοθέτης για τον εαυτό του ότι έχει ταυτότητα. Οι άλλοι το αναγνωρίζουν αυτό, οι θεατές.

Ελένη Γουρνέλου: Όταν ανεβάζετε ένα έργο είναι βασανιστικό; Έχει πολλές απαιτήσεις από εσάς, σχεδόν στο όριο του ασκητισμού; Πώς λειτουργείτε εσείς προσωπικά στην περίοδο της προετοιμασίας μιας παράστασης;

Δημήτρης Τάρλοου: Λυπάμαι που το λέω….αλλά είναι αφόρητο. Κάθε φορά είναι σαν να έχω ξεχάσει τι πέρασα στις προηγούμενες. Είναι αφόρητο όταν για 2-3 μήνες ή όσο κρατήσει αυτή η προετοιμασία τόσο για τον σκηνοθέτη όσο και για τους ηθοποιούς ξανοίγεται κυριολεκτικά σε περιοχές δύσκολες και επικίνδυνες που γίνεται αφόρητο. Όμως, δεν μπορεί να γίνει κι αλλιώς. Κι επίσης, γνωρίζω ότι, αυτό το αφόρητο,  είναι το πιο ενδιαφέρον που μπορεί να υπάρξει στη ζωή μου.

Ελένη Γουρνέλου: Σας αποζημιώνει μάλλον μετά….(γέλια). Πιστεύετε ότι οι καλλιτέχνες έχουν περισσότερες ευκαιρίες να ανακαλύψουν αλήθειες για τον εαυτό τους απ’ ότι οι άλλοι που είναι εκτός της τέχνης;

Δημήτρης Τάρλοου: Για εμένα το πιο οδυνηρό είναι το καλύτερο. Ποιος, όμως, το δέχεται αυτό; Πολύ δύσκολο να αποδεχτείς αυτή την αλήθεια…όμως, αυτή είναι η εν θεάτρω αλήθεια. Ότι τα τραύματα και οι οδύνες είναι αυτές που μας αποκαλύπτουν περίπλοκες ή και κρυμμένες πλευρές του εαυτού ή, ακόμα χειρότερα,  και αυτό είναι το πιο δύσκολο για τους ηθοποιούς, απεχθείς πλευρές του εαυτού.

Ελένη Γουρνέλου: Πρόσφατα διοργανώσατε μια συνάντηση στο θέατρο «Πορεία» με τη συμμετοχή συμβούλων ψυχικής υγείας,  θεατρολόγων, συγγραφέων καθώς και του κοινού και, δεν γνωρίζω, αν πραγματικά αυτό, γίνεται κάπου αλλού στον κόσμο; Νομίζω ότι πρόκειται για καινοτομία. Εσείς,  για ποιο λόγο θέλετε να μοιραστείτε πράγματα πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά την παράσταση με το κοινό;

Δημήτρης Τάρλοου: Στις παράλληλες δράσεις του θεάτρου «Πορεία» τα τελευταία χρόνια για τον εμπλουτισμό των θεατών διοργανώνουμε κάποιες εκδηλώσεις  κατά τη διάρκεια των προβών και το ονομάζουμε «ανοικτή πρόβα». Σε αυτές συμμετέχουν τα μέλη και οι φίλοι του θεάτρου «Πορεία». Υπάρχει μια πλατφόρμα που εμπλουτίζεται ολοένα και περισσότερο. Εκεί παρουσιάζουμε μια εν εξελίξει δουλειά, παίρνουμε το feedback από τους θεατές και μας βοηθάει πάρα πολύ η συζήτηση μαζί τους. Οι άλλες δραστηριότητες περιλαμβάνουν παρατηρήσεις ή ερωτήματα που γεννώνται μέσα από τις παραστάσεις. Μια από αυτές είναι και αυτή στην οποία αναφερθήκατε σε σχέση με την «Αγριόπαπια» που είχε να κάνει με το παιδικό τραύμα, ενώ μια άλλη, είχε να κάνει με τη το οικογενειακό βίωμα και την καλλιτεχνική δημιουργία. Αυτή έγινε στην κεντρική αίθουσα γιατί υπήρχε τόσο μεγάλη συμμετοχή που δεν μπορούσαμε να χωρέσουμε στο μπάρ. Κι εκεί συμμετείχε, πάλι, ένας ψυχολόγος. ο κ. Στεφανάτος, φίλος του θεάτρου μας, ο Λεωνίδας Εμπειρίκος, ιστορικός και φίλος της οικογένειας Καραγάτση, η Μαρίνα Καργάτση, την Ερη Κύργια που έχει δραματοποιήσει το μυθιστόρημα κι εγώ. Δεν γνωρίζω αν αυτές οι εκδηλώσεις συμβαίνουν κι αλλού αλλά είναι πολύ ενδιαφέρουσες και χρήσιμες γιατί δημιουργούν μεγάλο ενδιαφέρον για το θέατρο και τις μελλοντικές δραστηριότητές του.

Ελένη Γουρνέλου: Στην «Αγριόπαπια» το κυρίως θέμα είναι το «ζωτικό ψεύδος» και εκεί τίθεται το ζήτημα:  Πόσο οι άνθρωποι μπορούν να κατασκευάσουν και να ζήσουν με ένα ψέμα για όλη τους τη ζωή και ίσως ένα τέτοιο ψέμα να είναι και η ίδια η ζωή, εφόσον υπάρχει ο θάνατος.

Δημήτρης Τάρλοου: Η «Αγριόπαπια» είναι ένα πολύπλοκο έργο που εγείρει πολλά ζητήματα και αντιρρήσεις. Το θέμα του «ζωτικού ψεύδους» είναι κάτι που όλοι ζούμε κι αυτό άλλοι μέσω της ψυχανάλυσης το αντιλαμβάνονται περισσότερο κι άλλοι πεθαίνουν χωρίς να το έχουν σκεφτεί ποτέ ότι ζήσαν μέσα σε μια τέτοιου είδους κατασκευή. Ο Ιψεν το θέτει κυριολεκτικά στο τραπέζι του νεκροτομείου. Σωστά το είπατε ότι συνδέεται με τον θάνατο. Η ίδια η άγρια πάπια που έχει παραμείνει σ’ ένα διαμέρισμα και έχει γίνει οικόσιτο ή με άλλα λόγια η δική μας άγρια, ανεξέλεγκτη πλευρά, η επαναστατική, αυτή που θέλει να ζήσει στη φύση….Όλα αυτά κλείνονται μέσα στους 4 τοίχους αλλά από την άλλη μεριά όλη αυτή η αστικότητα έχει γίνει απαραίτητη για να υπάρξουμε. Δεν μπορούμε πια να υπάρξουμε ως προέκταση της φύσης. Είμαστε αφύσικοι. Αυτό είναι και το θέμα του έργου: Τι δημιουργεί αυτή η αφύσικη πραγματικότητα. Από τη μια θέλουμε να επαναστατήσουμε όσο οδυνηρό και ακραίο είναι αυτό απέναντι σε αυτή τη κατάσταση κι από την άλλη ποιοι είναι σε θέση να το κάνουν αφού είναι, ήδη, άνθρωποι του διαμερίσματος που έχουν συμβιβαστεί με κάτι. Στο έργο, η συζήτηση μεταξύ των αντιμαχόμενων διαλόγων γίνεται γύρω από ένα τραπέζι όπου κείτεται  η μικρή Χέντβιγκ, η οποία, πεθαίνοντας  μας δείχνει ότι η ζωή είναι Ζωή και προχωράει ανεξάρτητα από εμάς κι αυτή είναι η αλήθεια.

Ελένη Γουρνέλου: Έχετε κάνει κι ένα έργο που αφορά την τεχνολογία. Μιλάμε για τον «Θερισμό» του Δημήτρη Δημητριάδη  που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο. Είναι ψεύδος, σήμερα,  η τεχνολογία και το internet, τα μέσα μαζικής δικτύωσης κ.λ.π.και  πόσο επηρεάζουν επίσης τις ανθρώπινες σχέσεις;

Δημήτρης Τάρλοου: Η τεχνολογία όσο πιο κοντά μας φέρνει στην πληροφορία τόσο μας απομακρύνει από οποιαδήποτε ουσιαστική επικοινωνία. Ο εθισμός είναι τόσο μεγάλος και η χρηστικότητα τόσο υψηλή που, πλέον, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Θα δείτε ότι σε κάποια στιγμή τα κοινωνικά δίκτυα θα εκραγούν. Όλη αυτή η ψευδής και ανήκουστη επικοινωνία θα εκραγεί και θα  καταρρεύσει. Δεν ξέρω πότε και με ποιο τρόπο.

Ελένη Γουρνέλου: Οι άνθρωποι που διαβάζουν, βλέπουν θέατρο, κινηματογράφο ή δημιουργούν κινδυνεύουν από το διαδίκτυο; Γιατί δεν μπορούν  να βάλουν όρια στο μέσο;

Δημήτρης Τάρλοου: Εξαρτάται από την ιδιοκατασκευή του καθενός. Εγώ, για παράδειγμα, είμαι άνθρωπος που εθίζομαι εύκολα σε διάφορα πράγματα. Όχι σε όλα…σε κάποια αλλά επίσης,  όταν έλθει μια στιγμή,  αποχωρώ κι αυτό είναι το τέλος. Δεν είμαι άνθρωπος των παλινδρομήσεων στα μέσα. Γι’ αυτό όταν αποχώρησα από το fb τελείωσα. Μου είναι παντελώς αδιάφορο. Δεν είμαι του ενός τσιγάρου…

Ελένη Γουρνέλου: Σας αρέσουν τα απόλυτα μεγέθη μάλλον…

Δημήτρης Τάρλοου: Ναι, ναι! Αυτό έγινε και με το τσιγάρο πριν από 18 χρόνια. Ουδέποτε ξανακάπνισα. Το ίδιο με το αλκοόλ. Το ίδιο με το fb. Αυτό συμβαίνει όταν πάρω κάτι απόφαση. Δεν την αλλάζω.

Ελένη Γουρνέλου: Είναι ο χαρακτήρας σας αυτός; Έχετε πει ότι και με τους ανθρώπους είστε έτσι απόλυτος.

Δημήτρης Τάρλοου: Πράγματι, καταλαβαίνω από τα μάτια…..αλλά μερικές φορές την πατάω.

Ελένη Γουρνέλου: Μήπως αυτό το απόλυτο σας απομακρύνει από ευκαιρίες πραγμάτων που μπορεί να εξελίσσονται διαφορετικά στην πορεία και να χάνετε κάποια πράγματα; Υπάρχουν και οι διακυμάνσεις που μπορεί να εμπεριέχουν εκπλήξεις ξέρετε…

Δημήτρης Τάρλοου: Δεν είμαι απόλυτος με τους ανθρώπους αλλά όταν αποφασίσω κάτι για τον εαυτό μου το τηρώ. Για τους ανθρώπους έχω περισσότερη κατανόηση και δεν τους διαχωρίζω σε καλούς και κακούς.

Ελένη Γουρνέλου: Πόσο εύκολο κ. Τάρλοου,  είναι να βρούμε τον εαυτό μας κάτω απ’ όλα τα ‘βερνίκια’ που έχουν  μεσολαβήσει;

Δημήτρης Τάρλοου: Όταν αποδεχτούμε ότι δεν είμαστε ικανοί για τίποτα. Όταν το αποδεχτούμε αυτό,  με κάποιο περίεργο και μαγικό τρόπο,  γίνεσαι ικανός για τα πάντα. Όσο έχεις το άγχος της επιτυχίας ή της ύπαρξης πάνω στη σκηνή «Να είσαι καλός!» αυτό δεν συμβαίνει. Το βλέπω σε ηθοποιούς που παίζουν για να ικανοποιήσουν τον μπαμπά τους ή τον σκηνοθέτη τους…όταν, λοιπόν, δεν το θέλεις αυτό αλλά θέλεις να περάσεις καλά όπως όταν κολυμπάς, έχεις ελπίδα να βρεις ποιος είσαι. Έτσι πρέπει να είναι και ο άνθρωπος που θέλει ν’ ανακαλύψει τον εαυτό του. Να κολυμπάει….Να ακολουθεί αυτό που πραγματικά θέλει. Όχι να ψάχνει πώς θα ικανοποιήσει τους άλλους. Δεν είναι εύκολο αλλά η ζωή δεν είναι απέραντη. Γι’ αυτό πρέπει να φροντίσεις να βρεις τον εαυτό σου γιατί,  υπάρχει το ενδεχόμενο να μη τον βρεις ποτέ (γέλια). Δεν θα ζήσεις, όμως, τα απολαυστικά πράγματα που σε αφορούν.

Ελένη Γουρνέλου: Τι είναι αυτό που σας εκπλήσσει στη ζωή ή την τέχνη;

Δημήτρης Τάρλοου: Με εκπλήσσει κάθε φορά και με τον ίδιο τρόπο η τρομακτική ισχύς που έχει η επικοινωνία των ανθρώπων. Πώς δηλαδή, 15 άνθρωποι που γνωρίστηκαν πριν από ένα μήνα μπορούν και κάνουν έναν αυτοσχεδιασμό σε 45 λεπτά πάνω σε κάτι που κάποιος άλλος έγραψε  π.χ. ο Ιψεν και σε αυτά τα λεπτά να συμβούν τόσο τρομακτικά ζωντανά πράγματα που,  αμφισβητώ, αν τελικά μπορεί η ζωή να είναι πιο αληθινή από το θέατρο.

Ελένη Γουρνέλου: Πόσο συχνά  αλλάζουν οι αλήθειες στη ζωή μας;

Δημήτρης Τάρλοου: Η αλήθεια κρύβεται στην επικοινωνία και η αλήθεια είναι στιγμές. Σαν διαμάντια. Κάπου στην «Φρεναπάτη» που είναι διασκευή του έργου L’ Illusion comique του Πιερ Κορνέιγ ο πατέρας που είναι δικηγόρος ανακαλύπτει ότι, όλα όσα παρακολουθεί  επι σκηνής για 3 ώρες είναι μια θεατρική παράσταση που πρωταγωνιστεί ο γιός του, ο οποίος,  κάποτε πεθαίνει, θεατρικά. Τότε, ο μάγος που  έχει προσκαλέσει στη σπηλιά του και του δείχνει τη ζωή του σε μια γυάλινη σφαίρα βλέπει το δάκρυ του πατέρα που πιστεύει ότι ο γιός του έχει πεθάνει και το συγκρίνει μ’ ένα πολύτιμο διαμάντι.

Ελένη Γουρνέλου: Σας ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή τη συνομιλία μας που θα ακουστεί σε όλα τα νησιά των Κυκλάδων από τους ακροατές του ΕΜΠΝΕΥΣΗ. Και το λέω αυτό γιατί γνωρίζω πόσο αγαπάτε τη θάλασσα….

Δημήτρης Τάρλοου: Πολύ. Και γι’ αυτό στη μεγάλη Χίμαιρα η θάλασσα ακούγεται υπόκωφα σε όλη τη διάρκεια του έργου.

 Ελένη Γουρνέλου: Πείτε μου πριν κλείσουμε τι είναι αυτό που ακολουθείτε ως οδηγό στη ζωή σας και το οποίο κάθε φορά που σας συμβαίνει το αναγνωρίζετε άμεσα σαν κάτι δικό σας;

Δημήτρης Τάρλοου: Πείτε το ξανά…με έβαλε σε σκέψεις….

Επαναλαμβάνω την ερώτηση.

Δημήτρης Τάρλοου: Ναι (παύση). Αναρωτιέμαι πώς μπορώ να περιγράψω τη στιγμή της έμπνευσης. Φαντάζομαι ότι μπορεί να είναι κάτι μεταφυσικό που ίσως να είναι και κοντά στο θρησκευτικό. Και το λέω αυτό γιατί πολλοί καλλιτέχνες αρνούνται τη μεταφυσική στην τέχνη και βάζω τα γέλια γιατί αναρωτιέμαι πώς μπορεί  κανείς να είναι καλλιτέχνης όταν δεν πιστεύει στη μεταφυσική; Καλλιτέχνης είναι μόνο αυτός που έχει μεταφυσική. Αποκλείεται να μην έχεις! Απλώς δεν το αποδέχεσαι ή….δεν την έχεις ανακαλύψει. Βεβαίως υπάρχει αυτή η μεταφυσική στιγμή που όλα είναι πεντακάθαρα και που είναι οδηγός, όπως σωστά το είπατε,  αλλά δεν μπορώ να το περιγράψω αλλιώς. Υπάρχει πάντως αυτή η στιγμή και το ένοιωσα όταν ήμουν 15 και, τότε,  γύρισα και είπα στην μάνα μου ότι έχω έναν προορισμό.

Ελένη Γουρνέλου: Σας ευχόμαστε να εξακολουθήσετε τους προορισμούς σας στο θέατρο αλλά και τη ζωή σας.

Δημήτρης Τάρλοου: Κι εγώ σα ευχαριστώ για την πολύ ωραία συζήτηση που είχαμε και τις ερωτήσεις σας.  Νομίζω ότι ήταν υψηλού επιπέδου και εύχομαι να την βρήκαν ενδιαφέρουσα και οι ακροατές σας.

*Η ΕΛΕΝΗ ΓΟΥΡΝΕΛΟΥ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Στη συνέχεια μετακινήθηκε στη Λέσβο εξαιτίας του Ο. Ελύτη και του Ασημάκη Πανσέληνου και από το 1994 εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Οι βασικές σπουδές της είναι στο αντικείμενο «Σπουδές στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό» της Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών του ΕΑΠ και το Msc της στη «Κοινωνική Ανθρωπολογία και Ιστορία του Πανεπιστημίου Αιγαίου». Έχει συνεργαστεί με το ραδιοφωνικό σταθμό ΑΙΟΛΟΣ της Μυτιλήνης και τον ΕΜΠΝΕΥΣΗ της Σύρου σε εκπομπές με συνεντεύξεις με ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή με τίτλο: «Αστρολάβος» και αρθρογραφεί  σε εφημερίδες της Λέσβου και της Σύρου. Από το 2018 διαμένει μόνιμα στην Ερμούπολη όπου συνεχίζει να εργάζεται στο Πανεπιστήμιο. Μόνιμο ενδιαφέρον και συνοδοιπόρος στη ζωή ο πολιτισμός και η τέχνη, όχι σαν εξαίρεση ,αλλά σαν καθημερινότητα.