Είναι κουραστικό να επιχειρηματολογεί κάποιος κατά του πολέμου όταν είναι υποχρεωμένος να επαναλάβει μία από τις χιλιάδες κριτικές της φρίκης – ενδεχομένως, όπως έχει στο μυαλό του την αναπαράσταση της φρίκης, από βιβλία, απομνημονεύματα, ιστορικά ντοκιμαντέρ και ταινίες.

Θα έλεγε μια από τα ίδια: νεκροί, αίμα, βόμβες, σφαίρες, χώματα, λάσπη, ψείρες, ποντίκια, βρομιά, ματαίωση – το γνωστό μοτίβο. Θα έκανε σπονδή στα καλά της ειρήνης και θα στιγμάτιζε τα κακά του πολέμου, δίχως να μπορεί να αποφύγει –σε κάθε περίπτωση– το στοιχείο της αντιμετάθεσης σ’ έναν φαύλο κύκλο (ειρήνη, πόλεμος και μετά ειρήνη, ή το αντίστροφο, πόλεμος, ειρήνη και μετά πάλι πόλεμος).

Ενδιαφέρον θα είχε κάτι όχι κατά του πολέμου, αλλά κάτι σχετικά με τον τρόπο που «θυμόμαστε» και ερμηνεύουμε και «παριστάνουμε» τον πόλεμο, από τότε που η πλημμυρίδα των μυθιστορημάτων, απομνημονευμάτων, ντοκιμαντέρ κ.λπ. είναι οι κλασικοί τρόποι απεικόνισης των συγκρούσεων και κυρίαρχο υπόβαθρο – στην Ευρώπη από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 και εξής∙ στη χώρα μας, από τα ομηρικά έπη και εξής.

Παραδείγματος χάριν, αν κάποιος θα ήθελε να πει κάτι για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα μιλούσε για μια τετράχρονη σύγκρουση πολιτισμένων εθνών που έμεινε γνωστή ως Δυτικό ή ως Ανατολικό Μέτωπο και που κατέληξε να θεωρείται «μάταιη, στατική σύγκρουση για λωρίδες γης, που οδήγησε στον σφαγιασμό εκατομμυρίων νεαρών ανδρών στις δύο πλευρές».

Και αν κάποιος ήθελε να πει κάτι για τον Τρωικό πόλεμο, θα μπορούσε να το πει με τα λόγια του Ευριπίδη, της Ελένης που λέει: «Εγώ δεν πήγα στην Τρωάδα, ένα είδωλό μου ήταν», και του Αγγελιαφόρου που απάντησε: «Τι λες; Ωστε για μια νεφέλη τραβήξαμε του κάκου τόσα βάσανα;» ή του Σεφέρη, που έκλεινε τη δικιά του «Ελένη» με το «…τόσος πόνος τόση ζωή… στην άβυσσο για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη». Αλλά ακόμα κι αυτά, στα συγκείμενα της τέχνης ή της ανοιχτής ματιάς, είναι προσδοκώμενα. Ο,τι θα περίμενε κάποιος να ακούσει από έναν βετεράνο του Α’ Παγκοσμίου ή ό,τι θα περίμενε κάποιος από έναν Ευριπίδη ή από έναν νομπελίστα της ποίησης, τον Γ. Σεφέρη.

Από μια λειτουργιστική ματιά της κοινωνίας, η κοινότητα τα πηγαίνει καλά σε γενικές γραμμές, όταν τα μέλη της λειτουργούν θεσμικά και, από τις θέσεις που κατέχουν, ασκούν τους ρόλους τους, όπως αναμένεται κοινωνικά ότι θα πρέπει να τους ασκήσουν. Αυτή όμως η ισόρροπη τακτοποίηση δεν συνεπάγεται πως η κοινότητα προοδεύει κι εξελίσσεται, ούτε πως, εφόσον γίνονται όλα με βάση τα κοινωνικά παραδεκτά καλούπια και τις τελετουργίες, είναι καλώς καμωμένα.

Απεναντίας, κρύβονται πολλά που είναι κακώς καμωμένα. Λόγου χάριν, οι δήμαρχοι, περιφερειάρχες, βουλευτές και λοιπές Αρχές που παίζουν τον ρόλο τους, είναι ξεκαλούπωτοι. Τελείως έξω από προσδοκίες. Δεν αναρωτήθηκαν ποτέ, γιατί το πρωί της κάθε 28ης και της κάθε 25ης πρέπει όλοι να ακούνε το «αιωνία η μνήμη» στη δοξολογία και, μισή ώρα μετά και πενήντα μέτρα παρακάτω, ξανά το «αιωνία η μνήμη» στην κατάθεση στεφάνων. Αν κάποιος έχει επιχείρημα ότι οι ήρωες θα γίνουν ηρωικότεροι, θα το δεχτώ. Οταν οι ίδιοι βγάζουν δεκάρικους για «ομοψυχίες» και «σύσσωμο έθνος», δεν αναρωτήθηκαν γιατί τα δημοτικά συμβούλια δεν καταθέτουν ένα στεφάνι, αλλά καταθέτει χωριστά στεφάνι η κάθε δημοτική παράταξη; Προφανώς, για να γίνουμε ηρωικότεροι.

Βέβαια, η κουβέντα έχει να κάνει με άλλα κουσούρια ή ξεκαλούπωτα. Και δεν σχετίζεται με αυτούς που ασκούν τους ρόλους τους (γονείς, δάσκαλοι, μαθητές, εργαζόμενοι, φορολογούμενοι, πολίτες και κληρικοί), αλλά με τις ομάδες κοινωνικής δύναμης και κύρους που υπερβαίνουν τους δικούς τους, σε θέματα σοβαρά για την αυτογνωσία και τη μελλοντική μας μοίρα.

Οι δύο νεαρές υπουργίνες ήταν ξεκαλούπωτες∙ εκτός τόπου και χρόνου. Ξεφόρτωσαν ανοησία και παραποίηση, η μια για «Επος κατά του λαϊκισμού», η άλλη για «Επος υπέρ του εθελοντισμού». Κι αν η κυβερνώσα βλακεία γυρίζει τη χώρα σε κλίμα του 1970, υπάρχει και η αριστερή ανοησία που επιμένει να μιλάει για «δωσίλογους και χούντες» στην Ελλάδα του 2019, γυρίζοντας τη χώρα σε κλίμα του ’40, ή άντε του ’70. Τζάμπα πολιτικό κεφάλαιο, χυμένο για πολύ μεγαλύτερη ζημιά στα μυαλά και στη συλλογική συνείδηση.

Τα παιδιά που έκαναν παρέλαση την 28η Οκτωβρίου στη Νέα Φιλαδέλφεια α λα Monty Python, έκαναν τη διαφορά. Παραβίασαν τον ρόλο τους. Με ένα λιτό περιεκτικό κείμενό τους εξήγησαν γιατί το έκαναν: «…μπήκαμε στην παρέλαση ακαλούπωτοι».

Ομως, προσοχή! Ο ακαλούπωτος ρόλος δεν σημαίνει μηδενισμό των άλλων που έπαιξαν τον κοινωνικά προσδοκώμενο ρόλο τους. Κάθε άλλο! Αλλά αν μπορούμε να περιμένουμε το κάτι παραπάνω, θα το περιμένουμε από αυτό που σήμερα φαντάζει ακαλούπωτο. Με λογική, ευαισθησία, καρδιά, φαντασία και χωρίς κοινωνική υποκρισία. Αυτό περιμένουμε. Το καλουπωμένο να έχει μέσα του και το ακαλούπωτο.

πηγη