Από την Ίριδα Κρητικού

 

 Στο Μουσείο Μπενάκη / Πινακοθήκη Γκίκα εγκαινιάστηκε χθες (Τετάρτη 6 Νοεμβρίου), η -χάρμα οφθαλμών- έκθεση ΤΑΣΟΣ ΜΑΝΤΖΑΒΙΝΟΣ. Εγώ και ο Δράκος σε συνδιοργάνωση της Πινακοθήκης Γιώργου Ν. Βογιατζόγλου και υπό την επιμέλεια του ιστορικού τέχνης Γιώργου Μυλωνά.

Ένα χρόνο περίπου πριν φύγει από τη ζωή, ο Άγγελος Δεληβορριάς οργάνωνε με τον Τάσο Μαντζαβίνο την «επιστροφή» του ζωγράφου στο Μουσείο Μπενάκη, μετά την επιτυχημένη του αναδρομική έκθεση στην Πειραιώς πριν από 7 χρόνια, τη φορά αυτή ως αυτοαναφορικού «Δράκου». Μέσα στην οικεία αστική αγκαλιά και τις ανεξίτηλες σκιές και μνήμες της Πινακοθήκης Γκίκα, σε ευφρόσυνη συνύπαρξη με τα έργα του Κόντογλου, του Τσαρούχη και των Σπαθάρηδων, αλλά και τις υπέροχες μακέτες με το καταραμένο φίδι και τους τελάληδες των σκηνικών του Χοροδράματος της έτερης σπουδαίας της ίδιας γενιάς, Ραλλούς Μάνου, ο Τάσος Μαντζαβίνος συνομιλεί με τις σκοτεινές και τις φωτεινές εσότητες της Γενιάς του ‘30, κανακεύοντας, ζωγραφίζοντας και σμιλεύοντας το μυθικό αυτό πλάσμα των λαϊκών αφηγήσεων του Μεγαλέξανδρου και του Καραγκιόζη, επιστρατεύοντας μαζί με μια αξεπέραστη προσωπική «ολοκέντητη» αισθητική, μια μεταψυχαναλυτική και, σύμφωνα με τον οξυδερκή επιμελητή της έκθεσης μια «μετακαφκική» ερμηνεία.

Κατασκευές με τσίγκο, ξύλο και άλλα υλικά που ο Μαντζαβίνος μανιωδώς και επίπονα συγκεντρώνει ως λάφυρα εδώ και δεκαετίες κατά τις συχνότατες επισκέψεις του στο Μοναστηράκι,  μεταμορφώνονται σε ανήμερους, πολύχρωμους, τροπαιοφόρους και πολιούχους δράκους που ξεπηδούν από τα βάθη της θάλασσας και του λόγκου, από τις σχισμές των δημοτικών τραγουδιών και από τις ρωγμές των μοναχικών μπαλάντων της Αθήνας.

Ο δημιουργός με συγκινητική και έκπαγλη αφοσίωση φιλοτεχνεί αυτά τα «κεντήματα», επιστρατεύοντας το πινελάκι και το κοπίδι, επινοώντας το στρώσιμο με το χέρι, τα ξυσίματα και τις γραμμές πάνω από το χρώμα, μα κυρίως, το ψυχικό, πνευματικό και συναισθητικό του απόθεμα, προκειμένου να πλάσει εικαστικά  και ασφαλώς και εννοιολογικά τη μορφή και το υπόκωφο βουητό της κρυμμένης ετούτης ύπαρξης.

Ο δράκος ετούτος, αναμετράται στα περισσότερα έργα με τον ίδιο τον ζωγράφο, το πορτραίτο του οποίου είναι συχνά εξίσου ορατό στα έργα της έκθεσης. «Όλη μου η ζωγραφική είναι μια “αυτοπροσωπογραφία”, γράφει εξάλλου ο ίδιος. «Όχι για λόγους ναρκισσιστικούς, αλλά γιατί είναι το μόνο που ξέρω καλά και δεν θα πω ψέματα». Κι έτσι ο Τάσος Μαντζαβίνος, ανάμεσα στους ρόλους που επιλέγει και τα προσωπεία που ενδύεται, γίνεται δράκος, και ως τέτοιος μας αποκαλύπτεται. Δράκος από το αρχαίο «δέρκομαι», ένα από τα πολλά που έχει η ελληνική γλώσσα για να αποδώσει την έννοια του «βλέπω». «Η λέξη αυτή, σχετίζεται με το φίδι που κοιτώντας σταθερά ακινητοποιεί τα θύματά του. Από εκεί κατέληξε να δηλώνει μυθικό τέρας-φίδι, πανίσχυρο και ακατάβλητο. Το πολύ κακό και αποτρόπαιο, αυτό που δεν θέλεις να συναντήσεις στο δρόμο σου.

Τους δράκους του Μαντζαβίνου ωστόσο, όταν τους συναντήσεις στον δρόμο σου, δεν τους φοβάσαι, γιατί τους επιθυμείς διακαώς. Κινείσαι γύρω τους και λαχταράς να παίξεις «φιδάκι» και «Καραγκιόζη» στις εντυπωσιακή τρισδιάστατες εικαστικές κατασκευές της έκθεσης, πατάς με ζαλιστικό δέος επάνω στον τυπωμένο τους εαυτό (θαυμάσιος ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός που επιμελήθηκε προσωπικά ο Γιώργος Βογιατζόγλου, στην Πινακοθήκη του οποίου εξάλλου ανήκουν και τα περισσότερα έργα της έκθεσης), κινείσαι γύρω τους σαν επισκέπτης χαρμόσυνου λαϊκού τσίρκου και προσκυνητής πανηγυριού μικρού σε ελληνικό χωριό, θαυμάζεις το λιτό σκηνικό τους ανάστημα, ποικιλμένο με τα χρώματα του Παραδείσου, που απορρέουν, λες, από ξεχασμένα λαϊκά ξυλόγλυπτα μεταβυζαντινά τέμπλα.

Οι παραπληρωματικοί ήρωες του ζωγράφου, αρχαίοι θεοί του Κάτω Κόσμου και χαλκέντεροι ναυτικοί που εξέρχονται  από τα βάθη του Μύθου, ξεπηδούν από το θέατρο σκιών και προσπαθούν να κερδίσουν τον δικό τους χώρο, έξω από τη σκηνή. «Η απλότητα και η αλήθεια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του ζωγραφικού έργου του Τάσου Μαντζαβίνου», γράφει ο Γιώργος Μυλωνάς.  «Και καθώς του αρέσει να δουλεύει με τα χέρια, «παίζει» με την ιδέα παιχνίδι και με την ίδια την έννοια της αισθητικής, οδηγώντας την στα όρια του κιτς. Γιατί έως εκεί; Διότι κιτς στον Μαντζαβίνο είναι η στυλιζαρισμένη αισθητική, «αυτή που επιβάλλεται ως επίσημη αισθητική». Ο ίδιος, επιχειρεί αντ’ αυτού να μας δώσει τη ψυχή του, «να μας την παρουσιάζει σαν παιδί που παρακαλάει για ένα βλέμμα συμπάθειας κι αποδοχής χωρίς όμως να σε οδηγεί σ’ έναν κόσμο χαρούμενο και αισιόδοξο». Προτείνοντας τους θεσπέσιους ετούτους Δράκους που «έχουν τη δική τους βιολογία, το δικό τους γενετικό αποτύπωμα που μπορεί να το νιώσει και να το αναγνωρίσει εύκολα κι ο θεατής», γεννώντας εντέλει μορφές του, «είναι ανθρώπινες όχι μόνο θεματογραφικά, μα «φιλοσοφικά».

Βγαίνοντας από την έκθεση στον αθηναϊκό ήλιο χθες μεσημέρι και βαδίζοντας αργά ανάμεσα στα πυκνοκατοικημένα καφέ της οδού Βαλαωρίτου, δεν σταμάτησα να σιγοψιθυρίζω το «Κάτω στο ρέμα…», το κεχαριτωμένο ετούτο τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι με τους εξαίσιους στίχους του Αλέξη Σολωμού, και ιδανικό ερμηνευτή τον Γιώργο Μούτσιο. Τα καφενεία της περιοχής ήταν άλλοτε πνευματικά στέκια. Πόσοι από τους θαμώνες των τωρινών μαρμαροεπένδυτων καφέ λαχταρούν τη δροσιά εκείνης της ρεματιάς και γνωρίζουν τι φυλάσσεται πίσω από την πόρτα της Κριεζώτου; Ευτυχώς γνωρίζουμε και διατελούμε ευγνώμονες όλοι εμείς. Η αγωνία της μνήμης είναι διαρκής, και ολοκληρώνοντας την Πινακοθήκη Γκίκα, ο Άγγελος Δεληβορριάς μας έκανε ένα από τα μεγαλύτερα αθηναϊκά δώρα. Κι επειδή, όπως πολύ σωστά μας έλεγε σε στενό φιλικό κύκλο μετά τη συνέντευξη τύπου ο Γιώργης Μαγγίνης, η εύφημος μνεία αυτού του Μεγάλου, στον οποίο και αφιερώνεται η έκθεση του Τάσου, δεν χωρά σε μνημόσυνα και φωτογραφίες που διόλου δεν θα του άρεσαν,  ας κλείσω με το αγαπημένο μου τραγούδι:

«Κάτω στο ρέμα…», βγαίνει ένα φιδάκι

κάτω στο ρέμα, στο ρεματάκι

 Κι η φιδομάνα λέει στο φιδάκι

κάτω στο ρέμα, στο ρεματάκι

 Σαν μεγαλώσεις κανακάρη μου

σαν μεγαλώσεις, ποιος στη χάρη μου

Σαν μεγαλώσεις, ποιος στη χάρη μου

Σαν μεγαλώσεις, αχ τρομάρα μου…».

 HASHTAG έκθεσης: #MantzavinosBM

 ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ / ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΓΚΙΚΑ I Κριεζώτου 3 I 210 361 5702 & 210 363 0818 I Ωράριο Λειτουργίας έκθεσης: Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή Σάββατο: 10:00-18:00, Κυριακή, Δευτέρα, Τρίτη: Κλειστά Ι Τιμή εισιτηρίου έκθεσης: € 5