Από τον Άγγελο Πετρουλάκη/ Βερολίνο, 9 / 11 / 1989. Δηλαδή τότε που δεν είχε γεννηθεί κανείς απ’ αυτούς που σήμερα είναι κάτω των τριάντα ετών. Θα έλεγα και πως, ιδιαίτερα ελάχιστοι απ’ αυτούς που είναι κάτω των σαράντα οκτώ, μπορούν να θυμούνται. Θυμάται όμως η Ιστορία. Και βέβαια υπάρχουν φωτογραφίες, εικόνες τηλεοπτικές και κινηματογραφικές, κείμενα. Σε πολύ μεγαλύτερο όγκο από ό,τι τη νύχτα 12 προς 13 Αυγούστου 1961. Και φυσικά, ακόμα περισσότερες από το πρωινό τής 17ης Ιουνίου 1953.

Στις 9 / 11 / 1989 έκλεισε μια ιστορία που ξεκίνησε το 1945, με το μοίρασμα της Ευρώπης. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει, τα ερείπια κυριαρχούν σε όλες τις ευρωπαϊκές πόλεις και η Ευρώπη αποκτά το «Ανατολικό Μπλοκ» της. Οι νικητές μοιράζουν τη Γερμανία, αλλά και ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ήπειρο. Η Δυτική πλευρά περιλαμβάνει τα κράτη που κατορθώνουν να διατηρήσουν την αυτονομία τους και τα δημοκρατικά τους πολιτεύματα. Η Ανατολική σκεπάζεται από την προστατευτική ομπρέλα τού Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτό ήξερε καλύτερα από οποιονδήποτε το νόημα της ελευθερίας, τα δεινά του καπιταλισμού και τα συμφέροντα του προλεταριάτου.

 

Το 1945 η Γερμανία χωρίζεται στα δυο, με το Βερολίνο να κόβεται σχεδόν στη μέση. Έκτοτε η Ιστορία θα μιλά για Δυτική και Ανατολική Γερμανία, για Δυτικό και Ανατολικό Βερολίνο. Κάτι που ασφαλώς ούτε στα χειρότερα όνειρα του Χίτλερ θα μπορούσε να υπάρξει. Ούτε και των Γερμανών μέχρι εκείνη την ώρα.

Το 1945, όμως, είναι μια χρονιά που σημειώνονται οι πιο τρομακτικές μετακινήσεις των πληθυσμών της ευρωπαϊκής ιστορίας. Σε ολόκληρη την ήπειρο εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι επέστρεφαν από τη σοβιετική εξορία, από την καταναγκαστική εργασία στη Γερμανία των Ναζί, από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και αιχμαλώτων πολέμου, από κρυψώνες και καταφύγια…

Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό στήνεται η ιστορία τού ολοκληρωτισμού.

Στις 5 / 3 / 1946, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, σε ομιλία του στο Φόλτον του Μισούρι, θα πει: «Από το Στετίν της Βαλτικής Θάλασσας ως την Τεργέστη, ένα σιδηρούν παραπέτασμα έχει κατέβει διασχίζοντας την ευρωπαϊκή ήπειρο. Πίσω από εκείνη τη γραμμή βρίσκονται όλες οι πρωτεύουσες των παλαιών κρατών της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης. Η Βαρσοβία, το Βερολίνο, η Πράγα, η Βιέννη, η Βουδαπέστη, το Βελιγράδι, το Βουκουρέστι και η Σόφια, όλες αυτές οι φημισμένες πόλεις και οι πληθυσμοί γύρω τους βρίσκονται στη σφαίρα που δεν μπορώ παρά να την ονοματίσω σοβιετική, και τελούν όλες με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο όχι μόνο υπό σοβιετική επιρροή, αλλά και υπό έναν εντονότατο και σε πολλές περιπτώσεις αυξανόμενο έλεγχο από τη Μόσχα».

Ιδού, λοιπόν το Σιδηρούν Παραπέτασμα και ως όρος τής Ιστορίας. Πίσω του το μισό σχεδόν Βερολίνο (45,6 % επί της συνολικής έκτασης της πόλης). Όχι όμως και η συνείδηση πολλών Γερμανών, που έτυχε να βρεθούν σ’ εκείνη την πλευρά, γνωρίζοντας πως στην άλλη, τη Δυτική, υπήρχε ένας άλλος κόσμος, μιαν άλλη ανάπτυξη, μια ελευθερία όπως την ποθούσε ο άνθρωπος: Να διαχειρίζεται τα του εαυτού του αυτός και όχι το κράτος και το κόμμα, να σκέφτεται και να μιλά χωρίς τον φόβο τών διώξεων.

Ο δρόμος, γι’ αυτούς τους άλλους Γερμανούς, που οδηγούσε προς το άλλο Βερολίνο, σήμαινε φυγή. Ελεύθερη στην αρχή, αφού πολλοί κάτοικοι του Ανατολικού Βερολίνου εργάζονταν στο Δυτικό και πηγαινοέρχονταν με τα συνήθη μέσα συγκοινωνίας.

Τι σήμαινε αυτό; Μέχρι το 1961 περισσότεροι από 3,6 εκατομμύρια Γερμανοί διέφυγαν στο Δυτικό Βερολίνο. Μόνο κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων εβδομάδων τού Αυγούστου του 1961, οι φυγάδες ήταν 47.000. Σ’ αυτούς δεν υπολογίζονται οι φυγάδες Τσέχοι και Πολωνοί. Οι φυγάδες χαρακτηρίζονταν από τη Λαϊκή Δημοκρατία τής Γερμανίας ως λαθρέμποροι, ή λιποτάκτες τής Δημοκρατίας.

Αυτές οι ομαδικές φυγές ώθησαν, στις 25 Ιουλίου, τον πρόεδρος Κένεντι να απευθύνει, από ραδιοφώνου και τηλεοράσεως, διάγγελμα προς τον αμερικανικό λαό, τονίζοντας ότι: «Το Δυτικό Βερολίνο είναι κάτι περισσότερο από σύνδεσμος με τον ελεύθερο κόσμο, είναι φάρος ελπίδας πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα, είναι θυρίδα διαφυγής για τους πρόσφυγες».

Τη νύχτα 12 προς 13 Αυγούστου 1961 δεκάδες μονάδες του Εθνικού Λαϊκού Στρατού, 5.000 συνοριοφύλακες, 5.000 αστυνομικοί και 4.500 μέλη τών Εργατικών Ομάδων Μάχης άρχισαν να κλείνουν τους δρόμους και τις τροχιές τών μέσων μεταφοράς προς το Δυτικό Βερολίνο. Οι σοβιετικές δυνάμεις παρέμεναν σε συναγερμό μάχης σταθμευμένες στις μεθοριακές διαβάσεις που προβλέπονταν για τους Συμμάχους. Όλες οι συγκοινωνίες μεταξύ των δύο τομέων τής πόλης διακόπηκαν.

Μία εβδομάδα αργότερα τα συρματοπλέγματα άρχισαν να αντικαθίστανται από προκατασκευασμένα τμήματα τσιμεντένιων τοίχων. Δημιουργήθηκε, έτσι, μια σύνθετη στρατιωτική κατασκευή, η οποία περιείχε δύο τείχη ύψους 3,6 μέτρων με διάδρομο περιπολίας, 302 παρατηρητήρια, 20 φυλάκια, συστήματα συναγερμού, 14.000 φύλακες, 600 σκυλιά και καλωδιακά πλέγματα.

Το Τείχος τού Βερολίνου ήταν η νέα πραγματικότητα. Σκοπός του ήταν η  αποτροπή μαζικής φυγής τών κατοίκων του. Οι φύλακες είχαν τη διαταγή να πυροβολούν όποιον προσπαθούσε να δραπετεύσει, με αποτέλεσμα, τα επόμενα χρόνια, 192 άνθρωποι, επιβεβαιωμένα, να σκοτωθούν στην προσπάθεια να καταφύγουν στη Δύση. Ο αριθμός τών ανεπιβεβαίωτων θανάτων εικάζεται πολύ μεγαλύτερος.

Υπήρχε, όμως, και μια προϊστορία. Ανάμεσα στο 1945 και στο 1961, υπήρξε η 17η Ιουνίου 1953. Λίγους μήνες πριν (6/3/1953), οι Ανατολικογερμανοί (όπως και ο υπόλοιπος κόσμος) είχαν πληροφορηθεί τον θάνατο του Στάλιν. Πίστεψαν πως θα μπορούσαν να διεκδικήσουν κάποιες περισσότερες ελευθερίες. Την προηγούμενη μέρα είναι οργανωθεί μαζικές απεργίες. Όμως, κανείς δεν υπολόγιζε ότι οι διαδηλώσεις τις 17ης Ιουνίου θα πνίγονταν στα αίμα. Αυτό έγινε αρχίζοντας από την Πότσνταμερ Πλατς με τα ρωσικά τανκς Τ-34 να βάλουν κατά των διαδηλωτών, που διασκορπίστηκαν σχεδόν αμέσως. Οι επιβεβαιωμένοι νεκροί ήταν πενήντα. Άλλοι δεκατρείς εκτελέστηκαν ως προδότες. Για τους κομματικούς ηγέτες ήταν αδιανόητο πως εργάτες είχαν ξεσηκωθεί εναντίον του «κόμματος των εργατών».

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, που ζούσε τότε στο Βερολίνο, έγραψε εναντίον των διαφωνούντων το ποίημα «Η Λύση» (Poems 1913-1956):

«Μετά την εξέγερση της 17ης Ιουνίου

ο γραμματέας της Εταιρίας Λογοτεχνών

έβαλε να μοιράσουν προκηρύξεις στη Στάλιναλεε

που δήλωναν πως ο λαός

είχε χάσει την εμπιστοσύνη της κυβέρνησης

και μπορούσε να την ξανακερδίσει μόνο

διπλασιάζοντας τις προσπάθειές του.

Σ’ αυτήν την περίπτωση,

δεν θα ήταν πιο εύκολο για την κυβέρνηση

να διαλύσει το λαό

και να εκλέξει έναν άλλον;»

Σ’ ένα άρθρο του, που δημοσιεύθηκε λίγες μέρες μετά τις ταραχές στη Neues Deutschland, επαίνεσε την επέμβαση των Σοβιετικών: «Οι απόπειρες αυτές απέτυχαν μονάχα χάρη στη γρήγορη και καίρια επέμβαση των σοβιετικών δυνάμεων».

 

Όμως, στο Βερολίνο στις 9 / 11 / 1989, ο Γκορμπατσόφ δεν έστειλε τανκς. Ο αέρας της αλλαγής είχε αρχίσει να φυσάει δυνατά σε όλες τις χώρες της Σοβιετικής Ένωσης και στις χώρες τής επιρροής της. Ήδη το θαυμάσιο δοκίμιο του Τσέχου αντιφρονούντα Βάτσλαβ Χάβελ «Η δύναμη των αδυνάτων», πουλούσε εκατομμύρια αντίτυπα. Οι Ούγγροι είχαν ανοίξει λέσχες ακαδημαϊκής συζήτησης. Οι Πολωνοί είχαν οργανώσει ανεξάρτητα συνδικάτα. Οι αντιφρονούντες της Ανατολικής Ευρώπης είχαν ήδη από χρόνια (1976) ιδρύσει και κυκλοφορούσαν σε όλον τον Δυτικό κόσμο το περιοδικό «CONTINENT» (στην Ελλάδα κυκλοφορούσε με τον τίτλο «Ευρωπαϊκή ΗΠΕΙΡΟΣ», από τις εκδόσεις «ΕΥΘΥΝΗ»). Κείμενα των Σολζενίτσιν, Σαχάροβ, Ιονέσκο, Τζίλας, Καρό, Σινιάφσκι και δεκάδων άλλων καταγγέλλουν, αλλά και ευαγγελίζονται έναν άλλο κόσμο. Στον χαιρετισμό του ο Ιονέσκο, που δημοσιεύεται στο 1ο τεύχος τού περιοδικού, γράφει προς τον Μαξίμοφ, τον διευθυντή σύνταξης:

«Είναι ακόμα δυνατή μια ανατροπή, τώρα που αισθανόμαστε τόσο κοντά στην αποκαλυπτική καταστροφή; Είναι ο Σολζενίτσιν, είναι ο Μπουκόβσκι, είμαι ο Αμαλρίκ, είστε σεις ο ίδιος, είναι εκατοντάδες χιλιάδες ήρωες, μάρτυρες, άγιοι ίσως, που πεθαίνουν στις μπολσεβικικές φυλακές… που μπορείτε κάτι ακόμη να κάνετε γι’ αυτόν τον κόσμο…

«Είναι ακόμα δυνατή μια ανατροπή…»

Όντως, αυτή η ανατροπή θα γίνει ακριβώς πριν 30 χρόνια. Στις 9/11/2019. Το Τείχος γκρεμίζεται μέσα σε ξέφρενους πανηγυρισμούς. Η Ευρώπη ενώνεται ξανά. Ο τρόμος τού κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού ξεφτίζει. Οι αλλαγές θα είναι και ραγδαίες και δραματικές.