Ο Ντόναλντ Τραμπ θα συναντήσει τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για πρώτη φορά μετά την εισβολή της Τουρκίας στη βόρεια Συρία, η οποία πυροδότησε νέα διπλωματική ένταση ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Η συνάντηση  στο Λευκό Οίκο αποκτά εξαιρετική σημασία, δεδομένου ότι η Τουρκία στράφηκε προς τη Ρωσία για θέματα ασφαλείας, γεγονός που η Αγκυρα το αρνείται, αλλά αποτελεί πραγματικότητα. Η Ουάσιγκτον, εκτός από αυτό το σκέλος, αναμένεται να θέσει και το θέμα της αγοράς πυραύλων από τη Μόσχα, αλλά αμερικανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι ο πρόεδρος Τραμπ θα επιδιώξει να αποκαταστήσει τη διπλωματική προσήλωση των δύο μερών.

Ο Τραμπ το τελευταίο διάστημα έχει απομακρυνθεί από τη δέσμευσή του για διαρκή προστασία των Κούρδων προβαίνοντας σε αμφιλεγόμενες δηλώσεις και προκαλώντας σοβαρές αντιδράσεις και εντός της κυβέρνησής του και σε κύκλους του Πενταγώνου.

Ο Heather Conley, επικεφαλής του “Center for Strategic and International Studies” των ΗΠΑ, δήλωσε πως η εκεχειρία στη βόρεια Συρία “δεν είναι δεδομένη”, όπως μεταδίδει το γαλλικό πρακτορείο ειδήσεων.

“Είναι ενδεχόμενο οι δύο άνδρες να επισφραγίσουν μια “επιτυχία” εκεχειρίας στην περιοχή, ωστόσο είμαι σίγουρος πως μέσα στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα θα έχουμε νέα ερωτήματα για να απαντηθούν”, συνεχίζει ο ίδιος για το περιεχόμενο της συνάντησης των δύο ηγετών.

Ο Robert O’Brien, σύμβουλος για θέματα Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, δήλωσε από τη δική του μεριά στο CBS ότι ο Τραμπ στοχεύει να επαναλάβει την αξίωσή του προς τον Ερντογάν, ότι “ως σύμμαχος του ΝΑΤΟ δεν θα πρέπει να αγοράζει όπλα από τη Ρωσία”.

Ο ίδιος εκτιμά πως οι κυρώσεις θα περάσουν από το Κογκρέσο “και η Τουρκία θα αισθανθεί τις συνέπειές τους. Είναι κάτι που ο κ. Τραμπ δεν μπορεί να πάρει πίσω”.

Μέχρι τώρα η Τουρκία έχει αρνηθεί να κάνει πίσω ως προς τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς της, προχωρώντας κανονικά στην αγορά των ρωσικών όπλων. Επίσης, οι ΗΠΑ έχουν “παγώσει” την πώληση F-35 προς την Άγκυρα.

Η αμέσως προηγούμενη επίσκεψη Ερντογάν στην Ουάσινγκτον ήταν το 2017, όταν άνθρωποι της ασφαλείας του είχαν επιτεθεί εναντίον Κούρδων διαδηλωτών έξω από την πρεσβεία της Τουρκίας. Ανάλογες αντιδράσεις αναμένονται να ενταθούν και κατά την τωρινή του επίσκεψη.

Από την πλευρά της Τουρκίας, ο εκπρόσωπος Τύπου του AKP, Ömer Çelik, δήλωσε πως “ο πρόεδρός μας θα έχει έναν πολύ εποικοδομητικό διάλογο με τον πρόεδρο Τραμπ”. Χαρακτήρισε τους δύο ηγέτες “ευθείς ομιλητές”. “Η συζήτηση ανάμεσα στους δύο άνδρες που μιλάνε ευθαρσώς, πρέπει να συνεχίζεται ακόμη και μέσα σε μια κρίση”, σημείωσε.

Ο Sinan Ulgen, Τούρκος αναλυτής και πρώην διπλωμάτης, εκτιμά ότι ο Ερντογάν θα προσπαθήσει να πείσει τον Τραμπ “να αποκοπεί από τις φιλικές σχέσεις του με το κουρδικό YPG”. Αναμένεται δε να τεθεί για ακόμη μια φορά το θέμα έκδοσης του Γκιουλέν αλλά και το ζήτημα της τράπεζας Halkbank, η δίκη της οποίας ξεκίνησε στις ΗΠΑ με την κατηγορία ότι η τουρκική τράπεζα παραβίασε τις κυρώσεις των ΗΠΑ κατά του Ιράν.

Ο Ερντογάν αναμένεται δε, να ζητήσει και εμβάθυνση της εμπορικής σχέσης των δύο μεριών.

Η Άγκυρα ισχυρίζεται πως τα στρατεύματα του YPG δεν έχουν αποχωρήσει από τη ζώνη που θέλει να ελέγξει, και απειλεί για επανέναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων.

“Η Άγκυρα δεν περίμενε αντιδράσεις τέτοιου βεληνεκούς εναντίον της από ρεπουμπλικάνους και Ευρωπαίους κατά την επέμβασή της”, συνεχίζει ο Ulgen μιλώντας στο Al Jazeera.

O Fawaz Gerges, καθηγητής διεθνών σχέσεων στο London School of Economics, εκτιμά πως οι διμερείς σχέσεις των δύο κρατών βρίσκονται στο χειρότερο σημείο τους, και πρέπει να αποκατασταθούν προς όφελος και των δύο.

“Δεν είναι να απορεί κανείς γιατί ο Πούτιν θέλει να εγκαθιδρύσει μια στενή σχέση με την Τουρκία με αντάλλαγμα την αποχώρησή της από το ΝΑΤΟ”, αναφέρει ο Gerges στο Al Jazeera.

 

Ο Ερντογάν είχε απειλήσει ότι θα ακύρωνε το ταξίδι αυτό λόγω της έντασης στις σχέσεις της Άγκυρας με την Ουάσινγκτον, με αφορμή την κατάσταση στη Συρία και την αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων από τη Βουλή των Αντιπροσώπων κάτι που όμως δεν πραγματοποιήθηκε, μιας και προφανώς αποσκοπεί σε πολλαπλά οφέλη από το ταξίδι αυτό.