To Bauhaus, η γερμανική σχολή σχεδιασμού του μεσοπολέμου που επηρέασε βαθιά τις μεταγενέστερες εξελίξεις στην τέχνη, την αρχιτεκτονική, το σχεδιασμό προϊόντων και την τυπογραφία, ήταν ένα πολύπλοκο και αντιφατικό χωνευτήριο ιδεών.

Ιδρύθηκε από τον αρχιτέκτονα Walter Gropius το 1919 με βάση την αρχή του Gesamtkunstwerk – ένα έργο τέχνης που συνδυάζει την τέχνη, την αρχιτεκτονική και το σχέδιο – η σχολή θεωρητικά αντιμετώπιζε αυτούς τους κλάδους με μη ιεραρχικό τρόπο. Στην πράξη, όμως, το Bauhaus θεωρούσε την αρχιτεκτονική ως το απόγειο αυτών των πεδίων, παρόλο που το τμήμα αρχιτεκτονικής δεν άνοιξε μέχρι το 1927.

Επηρεασμένος από τον μοντερνισμό και την απόρριψη της καλλιτεχνικής παράδοσης και τη δέσμευση για ένα κοινωνικά δημοκρατικό μέλλον διευκολυνόμενο από καλό, λειτουργικό σχεδιασμό, το Bauhaus ήταν αισθητικά προσανατολισμένο προς το μέλλον.

Ωστόσο, στην πράξη η σχολή, η οποία έκλεισε το 1933 υπό την πίεση του ναζιστικού καθεστώτος, απείχε πολύ από το να είναι προοδευτική.Το μανιφέστο της του 1919 υποδέχτηκε “τους πάντες ανεξαρτήτως ηλικίας και φύλου” και εκείνο το έτος έκαναν αίτηση περισσότερες γυναίκες από άνδρες. Ο Gropius επέμεινε ότι δεν θα κάνει διακρίσεις μεταξύ “του όμορφου και του ισχυρού φύλου”.

Και ενώ το Bauhaus έδωσε στις γυναίκες μια άνευ προηγουμένου πρόσβαση στην τέχνη, στη Βαϊμάρη, μόνο έξι από τα 45 άτομα του διδακτικού προσωπικού ήταν γυναίκες.Παρά τη ρητορική του, το Bauhaus δεν ήταν ποτέ ο παράδεισος ισότητας που ο Gropius αρχικά ενστερνίστηκε”, λέει η Libby Sellers, επιμελήτρια σχεδίου και συγγραφέας του βιβλίου Women Design (Frances Lincoln).

“Φοβούμενος τις επιπτώσεις που μπορεί να έχουν οι γυναίκες στην επαγγελματική φήμη της σχολής με τη βιομηχανία, ο Gropius όχι μόνο έθεσε περιορισμούς στον αριθμό των γυναικών που επιτρεπόταν να εισαχθούν, αλλά και εκείνες τις ολοένα λιγότερες τις έκαναν να στραφούν σε πιο γυναικεία θέματα, όπως η τέχνη, η κεραμική και η ύφανση.

 

“Οι ιστορικοί και οι σχολιαστές της εποχής, πρόθυμοι να δώσουν έμφαση στην αγάπη του μοντερνισμού για την αρχιτεκτονική και το βιομηχανικό σχεδιασμό, το έκαναν συχνά σε βάρος άλλων κλάδων”, προσθέτει. “Κατά συνέπεια, πολλοί σχεδιαστές που ασχολούνταν με την κλωστοϋφαντουργία, την κεραμική, τον σχεδιασμό και τον εσωτερικό χώρο συχνά παραβλέπονταν.”

H Anni Albers έγινε επικεφαλής του εργαστηρίου ύφανσης το 1931. Η Albers (née Fleischmann), γεννημένη στο Βερολίνο και εβραϊκής καταγωγής, υπήρξε μια τυπική φοιτήτρια της σχολής: μια ανεξάρτητη, φιλόδοξη καλλιτέχνις και σχεδιάστρια, που το να σπουδάζει εκεί αποτελούσε μια πράξη εξέγερσης εναντίον της συμβατικής και εύπορης οικογένειάς της. Αλλά στο Bauhaus βρήκε τον εαυτό της αποκλεισμένο από το εργαστήριο υαλουργίας στο οποίο ήλπιζε να ενταχθεί. Αν και ακολούθησε την υφαντουργία απρόθυμα, τελικά εξελίχθηκε σε πρωτοποριακή σχεδιάστρια της κλωστουφαντουργίας

Το 1933, η Αλμπς διέφυγε από τη Ναζιστική Γερμανία, μετακινώντας με τον σύζυγό της, τον ζωγράφο Josef Albers, στις ΗΠΑ, όπου ο αρχιτέκτονας Philip Johnson τους κάλεσε να διδάξουν στη σχολή τέχνης Black Mountain College της Βόρειας Καρολίνας. Το 1949, κέρδισε περαιτέρω αναγνώριση ως η πρώτη σχεδιάστρια που παρουσίασε ατομική έκθεση στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Νέας Υόρκης και παρήγαγε υφάσματαγια εταιρείες όπως η Knoll και η Rosenthal.

Η Albers, η οποία πέθανε το 1994, ήταν επίσης φανατική υποστηρήκτρια της ύφανσης, όπως διατύπωσε και στα βιβλία της, On Weaving και On Designing. Τώρα η Tate Modern διατηρεί μια μεγάλη έκθεση της δουλειάς της, η οποία περιλαμβάνει επίσης τις πειραματικές εκτυπώσεις και τα σχέδια της.

Παρά τις αδυναμίες του Bauhaus, η πρωτοποριακή διδασκαλία του κινήματος έκανε αίσθηση στην  Albers, η οποία επηρεάστηκε πολύ από τον Klee, περίφημος για την περιγραφή του σχεδίου ως «μια ενεργή γραμμή σε έναν περίπατο, κινούμενη ελεύθερα χωρίς στόχο». Η δική της, ομοίως ελεύθερη προσέγγιση ταλαντευόταν μεταξύ των καλών τέχνών και των φιλόδοξων μνημειακών, λειτουργικών τεμαχίων που χρησιμοποιούνταν σε ένα αρχιτεκτονικό πλαίσιο.

Η Albers ενδιαφερόταν πολύ για την αρχιτεκτονική και τη σχέση της με την κλωστοϋφαντουργία», λέει η επιμελήτρια της έκθεσης Ann Coxon. “Το 1928 άρχισε να εργάζεται πάνω σε ένα τεράστιο, ηχομονωτικό, ύφασμα που αντανακλά το φως και ενσωματώνει σελοφάν και σενίλλη για την αίθουσα συνεδριάσεων της Bundesschule des Allgemeinen Deutschen Gewerkschaftsbundes, της Σχολής Συνδικάτων ADGB που σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Hannes Meyer. Ένα κομμάτι αυτού του υφάσματος θα προβληθεί στην έκθεση. Χρόνια αργότερα, στο δοκίμιο της του 1957, The Pliable Plane, η Albers υποστήριξε ότι όλες οι πρωτόγονες μορφές αρχιτεκτονικής, όπως οι σκηνές και τα γιουρτ, βασίζονταν στην κλωστοϋφαντουργία».

Η έκθεση περιλαμβάνει επίσης παραδείγματα εικονογραφικών υφασμάτων της Albers, μεταξύ των δεκαετιών του 1930 έως του 1960, πολλά από τα οποία επηρεάστηκαν από τα ταξίδια που έκανε η ίδια και ο σύζυγός της στο Μεξικό, το Περού και τη Χιλή. Ο στόχος της με αυτά, είπε, ήταν “να αφήσουμε τα νήματα … να βρουν τα ίδια τη μορφή τους, μην έχοντας άλλο σκοπό εκτός από την ενορχήστρωσή τους, να υπάρχουν μόνο ως θέαμα, όχι για να καθήσει κανείς πάνω τους ή να τα περπατήσει”.

Το 1971, το ζευγάρι ίδρυσε το Ίδρυμα Josef και Anni Albers, το οποίο συνεργάζεται εδώ και καιρό με τη βρετανική εταιρία χαλιών και υφασμάτων Christopher Farr Cloth, επανερμηνεύοντας τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα από το αρχείο της. Ένα από αυτά, η «Ορχήστρα», που επανατυπώθηκε για να συμπέσει με την έκθεση, αντιπροσωπεύει την παιχνιδιάρικη προσέγγιση της Anni: η εκτύπωσή της, εμπνευσμένη από παιδικά ταξίδια στην Όπερα του Βερολίνου, δημιουργήθηκε με την κοπή λωρίδων ζωγραφισμένων πάνω σε ύφασμα σε σχήματα παστίλιων που επανατοποθετήθηκαν για να σχηματίσουν ένα φαινομενικά τυχαίο σχέδιο.

Το Bauhaus προσείλκυσε λαμπρές νεαρές γυναίκες με όνειρο να γίνουν αρχιτέκτονες, μόνο για να τις απογοητεύσει λανθασμένα ότι η ύφανση ήταν η μόνη κατάλληλη ενασχόληση για τις γυναίκες”, λέει η Farr, η εταιρεία της οποίας έχει επίσης αναπαραγάγει χαλιά από την Gunta Stölzl από το 1997.

Ωστόσο, η απώλεια της αρχιτεκτονικής έγινε κέρδος των κλωστοϋφαντουργίας και αυτό όπως αποδείχθηκε ήταν ένα τεράστιο δώρο για τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα του 20ού αιώνα και έβαλε την Anni Albers σταθερά στις πρώτες θέσεις των διάσημων μοντερνιστών».


 

Παναγιώτης Τουρνικιώτης Το Bauhaus στην Ελλάδα: Ο μύθος και η πραγματικότητα

Ρίτσα Μασούρα: Μπάουχαους και Βάλτερ Γκρόπιους