Ο τίτλος είναι στίχος από ποίημα ενός καλού φίλου, του Χρήστου Λαζαρόπουλου, που αρχίζει με το «Ενεδύθην επαναστατικής στολής, κατελήφθην υπό ακμαίου φρονήματος…». Ομως, ποιος είναι ο πεινασμένος; Εκτός από αυτούς που βλέπουμε, είναι πολλοί. Δεν τους βλέπουμε, είτε γιατί δεν το λένε οι ίδιοι είτε γιατί οι στατιστικές αδυνατούν να ταυτοποιήσουν την πείνα τους. Και αν μιλήσουμε για συμβολική πείνα, τότε οι πεινασμένοι είναι εκατομμύρια γύρω μας. Ο καθένας κάτι θέλει∙ όλο και για κάτι είναι πεινασμένος, όλο και κάποιος θα του το προμηθεύει, για να έχει την ψευδαίσθηση ότι κάτι γίνεται.

Συνεπώς, το βάρος πέφτει στην πλευρά τού «άνευ ονείρων» που, από μόνο του, αντιπαρατίθεται στο «με όνειρα». Οι αρκετοί πεινασμένοι, σήμερα, σε λίγο θα κρυώνουν. Εχουν όνειρα; Μπορούν να έχουν; Η απάντηση είναι πως, ναι, νομιμοποιούνται να έχουν. Θα γίνουν τα όνειρα πραγματικότητα; Για αρκετούς ναι, μα για τους περισσότερους όχι. Και δεν εξαρτάται από τους ίδιους – τουλάχιστον, όχι μόνον από αυτούς. Γιατί το γεμάτο στομάχι (ή το άδειο) δεν είναι αποκλειστικά ατομική υπόθεση. Οπως και η πείνα, έτσι και το όνειρο εξαρτάται από το πλαίσιο της ζωής τους∙ εξαρτάται από αυτό στο οποίο μετέχουμε και από αυτό που νομίζουμε ως «κανονικότητα», μια και η πείνα όπως και το όνειρο (ή ο εφιάλτης) είναι, μεταξύ άλλων, πολιτικές υποθέσεις.

Αυτό το πλαίσιο ζωής και εννόησης των καιρών είναι ατελές. Και δεν είναι αμιγώς ελληνικό φαινόμενο- πράγμα που θέλουν, σώνει και καλά, να καταπιούμε οι κούφιοι έμποροι της υπερβεβαιότητας και της πολιτικής σπέκουλας. Είναι, εν πολλοίς, παγκόσμιο. Μερικοί το περιγράφουν σαν ακυβέρνητο κόσμο – ως μη πηδαλιοχούμενο κόσμο. Λόγου χάριν, ο κοινωνιολόγος Αντονι Γκίντενς (ο εμπνευστής του Τρίτου Δρόμου) ήδη από τη δεκαετία του 1990 στο βιβλίο του «Οι συνέπειες της νεωτερικότητας» το είχε περιγράψει πολύ καλά με ένα τεράστιο φορτηγό, με ένα τζαγγερνότ για την ακρίβεια, για να δώσει την εικόνα της νεωτερικής κοινωνίας.

Το τζαγγερνότ ήταν ένα τεράστιο όχημα που χρησιμοποιούνταν στις τελετές λατρείας της ινδουιστής θεότητας Κρίσνα. Ανεβασμένο στο τζαγγερνότ, το λατρευτικό ομοίωμα του Κρίσνα περιφερόταν παλιά στους δρόμους της Ινδίας. Αλλά, η πορεία του οχήματος ήταν μέχρι ένα σημείο ελεγχόμενη. Δεν αποκλειόταν το όχημα να βγει απρόσμενα εκτός ελέγχου, συνθλίβοντας όποιον βρεθεί μπροστά του. Εδώ, η μεταφορική εικόνα του τεράστιου φορτηγού-οδοστρωτήρα, ας πούμε, υπονοεί μια τεράστια πολυδύναμη μηχανή που, αφού δεν λειτουργεί ως όλον, ούτε προκύπτει ως καλομονταρισμένο άθροισμα «συναρμοζόμενων» μεταξύ τους στοιχείων, αναδεικνύεται μάλλον ως κάτι αντιφατικό, απωθητικό και θελκτικό ταυτοχρόνως. Κάτι σαν ξεχειλωμένο πλεκτό που θέλει να μας προστατέψει αλλά που μας αφήνει απροστάτευτους. Λειτουργεί ως αυτοκατευθυνόμενη κοινωνικοπολιτική δυναμική, αφήνοντας τις αμφισημίες των χρήσεών της ανεξέλεγκτες στο μεγαλείο τους.

Τι γίνεται, επομένως, με τους λεγόμενους «πολέμους» των ημερών στα Εξάρχεια ή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο της Πατησίων; Τι γίνεται με την ελαύνουσα μνήμη του Πολυτεχνείου ή του Γρηγορόπουλου; Ολοι φοράνε τα «επαναστατικά» τους και κάνουν ό,τι λέει ο Γκίντενς. Πιστοί του παραδείσου επί Γης επιβιβάζονται στο τζαγγερνότ τους. Περιφέρουν ιδέες, ελπίδα και απελπισία, βεβαιότητες και αβεβαιότητες, τη δύναμη και τα κουσούρια τους. Κάτι μεταξύ πολύχρωμου θεάματος-ακροάματος (με σημαίες και μπόλικο Φαραντουρο-Ξυλούρη) και σκοτεινού υπογείου με μπουκάλια, κράνη και βαριοπούλες, κινδυνεύοντας να συνθλιβούν, χωρίς όμως να μπορούν να ανακόψουν την πορεία του φέροντος οχήματος – της δικής τους κοινωνίας.

Εξαιρουμένου του Δημήτρη Παπαχρήστου που έχει την καρδιά και το κουράγιο να μιλάει για το Πολυτεχνείο -τον ξέρω από τα δεκαοχτώ μου, και πάντα χαίρομαι όταν τον συναντάω στα ίδια μέρη στα εξήντα δύο μου- και εξαιρουμένων πολλών ευτυχώς δημοκρατικών και σκεπτόμενων που μπορώ να εμπιστεύομαι, όπως ο Περικλής Κοροβέσης, ούτε η κυβέρνηση ούτε οι μπαχαλάκηδες μπορούν να πετύχουν κάτι κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά σημαντικό. Και οι δύο πλευρές δεν έχουν πάρει καν χαμπάρι το γύρισμα της εποχής. Τη δεκαετία του ’70 ο πεινασμένος είχε όνειρο. Σήμερα, ο πεινασμένος είναι άνευ ονείρου.

Η μεν κυβέρνηση, ανοήτως, πιστεύει ότι με σχήματα «νόμου και τάξης» και της μηδενικής ανοχής θα αποδώσει τα ιδρύματα στις κοινότητές τους και τις γειτονιές στους κατοίκους τους. Οι μπαχαλάκηδες, το ίδιο ανοήτως, πιστεύουν ότι θα εγκαθιδρύσουν την «Ουτοπία» του Μορ ή την «Ηλιακή πολιτεία» του Καμπανέλα ή κάτι σαν «μπαχαλάκικο» πέριξ των Εξαρχείων. Εν τω μεταξύ, ο συντηρητικός νεοφιλελευθερισμός είναι συνταγή πλήρους αποτυχίας. Αμφιβάλλω, δε, αν οι μπαχαλάκηδες θα μπορούσαν να ζήσουν έστω για πέντε λεπτά της ζωής τους στην «Ουτοπία» ή στην «Ηλιακή πολιτεία». Και οι δύο πλευρές συγκλίνουν προς δυστοπικές καταστάσεις. Προπατορικοί πιστοί υπόσχονται αυτοσχέδιους, προκάτ Παραδείσους. Ξεχνάνε το μείζον (κανονικά θα έπρεπε να είναι η ύλη αναστοχασμού της σημερινής Αριστεράς): Δεν θέλουμε κάποιον Παράδεισο πάνω στη Γη, αλλά θέλουμε να εμποδίσουμε την επικράτηση της Κόλασης πάνω στη Γη. Δυσκολάκι, ε;

efsyn.gr