«Το να κυνηγάς το παρελθόν σου

είναι ένα ελεεινό και άθλιο παιχνίδι τελικά»

Έρνεστ Χέμινγουεϊ

Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Μετάφραση: Φωτεινή Πίπη

 Γράφει ο `Αγγελος Πετρουλάκης 

 

Ο Χέμινγουεϊ μπήκε στη ζωή μου τον Σεπτέμβριο του 1967, στο παζάρι τής μικρής μου πόλης, απ’ το οποίο τότε αγοράζαμε τα περισσότερα βιβλία, μια και τα βιβλιοπωλεία τής εποχής έφερναν ελάχιστα λογοτεχνικά βιβλία. Ήμουν στα δεκαπέντε και το «Για ποιον χτυπά η καμπάνα» με γέμισε απορίες. Με καθήλωσε βεβαίως. Άλλωστε, κάθε βιβλίο που διάβαζα τότε, με καθήλωνε, δείχνοντας στα παρθένα μάτια μου γωνιές τού κόσμου και της ζωής εντελώς άγνωστες.

Χρόνια αργότερα, το διάβασα και το ξαναδιάβασα. Είχα μάθει και κάποια πράγματα για τον Ισπανικό Εμφύλιο πόλεμο και πολύ περισσότερα για τον Χέμινγουεϊ, διαβάζοντας και τα υπόλοιπα βιβλία του.

Το τελευταίο βιβλίο τού Χέμινγουεϊ, που διάβασα, ήταν «Ο κήπος της Εδέμ», τον Ιούνιο του 1997. Είχε εκδοθεί μετά τον θάνατο του Χέμινγουεϊ (1961), το 1987, ενώ στην Ελλάδα κυκλοφόρησε δέκα χρόνια μετά (1997) από τη ‘‘Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη’’ των εκδόσεων BELL.

Το τελευταίο βιβλίο, που διάβασα για τον Χέμινγουεϊ (2015), ήταν το «Ερωτευμένος Χέμινγουεϊ» του Ααρόν Χότσνερ (Εκδόσεις Παπαδόπουλος). Πίστευα πως είχα κλείσει τους λογαριασμούς μου με τον όντως μεγάλο Αμερικανό συγγραφέα και είχα τοποθετήσει τα βιβλία του σε κάποιο από τα ψηλότερα ράφια τής βιβλιοθήκης.

Αλλά, οι εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ με αιφνιδίασαν. Ένα βιβλίο για τον Χέμινγουεϊ, που δεν είναι ένα ακόμα βιβλίο, αλλά είναι ένα ιδιαίτερα τίμιο και αποκαλυπτικό βιβλίο για τον συγγραφέα, μέσα από τα μάτια τής πρώτης του συζύγου, της Χάντλι Ρίτσαρντσον, γραμμένο από την Πόλα ΜακΛέιν: «Στο Παρίσι με τον Χέμινγουεϊ».

Αν δεν είχα διαβάσει το «Ερωτευμένος Χέμινγουεϊ» του Ααρόν Χότσνερ, ίσως να δυσκολευόμουν να δεχτώ κάποια πράγματα και να υπέθετα πως ήταν προϊόντα μυθοπλασίας. Όμως, ο Ααρόν Χότσνερ ήταν φίλος τού Χέμινγουεϊ και γράφει όσα έζησε και άκουσε από τα χείλη τού συγγραφέα, κατά την τελευταία τους συνάντηση σε ψυχιατρική κλινική, λίγες μέρες πριν ο Χεμινγουέι αυτοπυροβοληθεί.

Ένα ακόμα βιβλίο, που μου φάνηκε ιδιαίτερα χρήσιμο για να παρακολουθήσω την Πόλα ΜακΛέιν, ήταν το εξαιρετικό «Το Παρίσι στα χρόνια του Μεσοπολέμου» του William Wiser (Μοντέρνοι καιροί, 2005). Κάποιες φορές δεν γίνεται να ξεκλειδώσεις ένα βιβλίο χωρίς εργαλεία. Είναι βιβλία που δεν μπορείς να τα αντιμετωπίσεις ως μυθοπλασίες, θα είναι άδικο και άτυχο. Θέλουν τα κλειδιά τους, για να μπεις μέσα τους. Δεν μπορείς να κατανοήσεις τον Προυστ αν δεν έχεις ‘‘περπατήσει’’ καλά στο Παρίσι κατά τα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου.

Έτσι και με το Παρίσι τού Μεσοπολέμου, στις δεκαετίες τού ’20 και του ’30, που η πρωτοπορία τής ευρωπαϊκής διανόησης (αλλά και της αμερικάνικης) προκάλεσε μεγάλες ανατροπές σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, εισάγοντας νέα πολιτική και φιλοσοφική σκέψη και δημιουργώντας τις πρωτοπορίες στα καλλιτεχνικά ρεύματα. Η Τέχνη και η Λογοτεχνία έζησαν καθοριστικές ανατροπές μέσα σε μια ατμόσφαιρα ανεμελιάς, αλκοολισμού, ελευθεριότητας, ακρότητας, εκκεντρικότητας, ίσως ξορκίζοντας έναν τρομακτικό θάνατο – τους νεκρούς του Α΄ Παγκόσμιου Πόλεμου – και χωρίς να μαντεύουν έναν πολύ πιο φρικτό, που θα ερχόταν σε λίγα χρόνια – τον Β’  Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σ’ αυτό το Παρίσι πηγαίνει ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, στα 21 του, ήδη παντρεμένος με την 28χρονη Χάντλι Ρίτσαρντσον, αναζητώντας τον δρόμο που θα τον κάνει επιτυχημένο συγγραφέα, ενώ παράλληλα θα βιώνει το ακραίο σε προσωπικό επίπεδο. Σέρνει κι αυτός μαζί του, παρότι νέος, ένα σκληρό παρελθόν, αφού ως εθελοντής στρατιώτης – νοσοκόμος, στα 18 του, βγήκε τραυματισμένος στο γόνατο, αλλά και στην ψυχή, με τους εφιάλτες αυτής της εμπειρίας να τον ακολουθούν.

Στο Παρίσι, φωλιά τών λογοτεχνών είναι το θρυλικό βιβλιοπωλείο Shekespeare & Company της Σύλβια Μπιτς.

 

Η Πόλα ΜακΛέιν επιλέγει την α΄πρόσωπη αφήγηση για την Χάντλι Ρίτσαρντσον, ενώ η ίδια, ως συγγραφέας-αφηγητής, επεμβαίνει έξι φορές με σύντομα κείμενα σε γ΄πρόσωπο, για να περιγράψει καταστάσεις στις οποίες η Χάντλι δεν ήταν παρούσα.

Η Χάντλι, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, θα δώσει το περίγραμμα της εποχής:

«…ο πόλεμος είχε έρθει και μας είχε κλέψει όλους τους ωραίους νέους άντρες και την πίστη μας. Υπήρχε μόνο το σήμερα, στο οποίο ριχνόσουν με τα μούτρα χωρίς να σκέφτεσαι το αύριο, πόσο μάλλον το πάντα. Για να μην σκέφτεσαι υπήρχε το ποτό -ολόκληρος ωκεανός και βάλε-, κάθε λογής κακή συνήθεια και άφθονο σχοινί για να κρεμαστείς».

Δίνει παράλληλα και το περίγραμμα της δικής της παιδικής ηλικίας, τραυματισμένης από την αυτοκτονία τού πατέρα της, λόγω χρεών, και της σκληρότητας της μητέρας της, κάτι το οποίο εντοπίζει και στον νεαρό Χέμινγουεϊ, που αναφέρεται στη δική του μητέρα ως «εκείνη η σκύλα». 

Μπορεί η Χάντλι να μην χαρακτηρίζει τη δική της μητέρα «σκύλα», αλλά δεν κρύβει την απέχθειά της (δικαιολογημένη) για τις αντιλήψεις της:

«Στην εφηβεία μου, η μητέρα μου είχε δημοσιεύσει ένα άρθρο στο περιοδικό The New Republic, όπου έγραφε πως μια σύζυγος που απολαμβάνει τη σεξουαλική δραστηριότητα δεν είναι καλύτερη από μια πόρνη».

Φορτωμένοι ο καθένας το παρελθόν του, αυτός αναζητώντας την καταξίωση ως συγγραφέας, εκείνη μια ήρεμη ζωή, δίπλα του, γεμάτη έρωτα, θα φτάσουν στο Παρίσι, σ’ έναν θαυμαστό νέο κόσμο, όπου κυριαρχούν ο Έρζα Πάουντ, η Γερτούδη Στάιν, ο Τζέιμς Τζόις, ο Σκοτ Φιτζέραλντ και δεκάδες ακόμα φυσιογνωμίες καλλιτεχνών που θ’ αφήσουν το στίγμα τους στον 20ο αιώνα. Ο Χέμινγουεϊ καταδιώκεται από τη φτώχεια, γεγονός που τον αναγκάζει να δουλεύει ως δημοσιογράφος, αλλά και να καταφεύγει σε προκλητικά πλούσιους φίλους.

Είναι γνωστό πως ο Χέμινγουεϊ έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, ως απεσταλμένος τής εφημερίδας Toronto Star για να καλύψει τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Μέσα από την αφήγηση της ΜακΛέιν (για λογαριασμό τής Χάντλι) διαβάζουμε πώς εκείνη εισέπραξε τα γεγονότα:

«Λίγες μέρες αργότερα, στις 14 Σεπτεμβρίου (1922), ήμασταν σε ένα καφέ και διαβάζαμε τις εφημερίδες μας όταν μάθαμε ότι είχε παραδοθεί στις φλόγες η Σμύρνη. Ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος μαινόταν εδώ και τρία χρόνια, από τότε που είχαν αναδιανεμηθεί τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, όμως με αυτή τη φωτιά στράφηκαν πάνω στη διαμάχη τα βλέμματα όλου του κόσμου. Κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν ο υπαίτιος. Οι Έλληνες κατηγορούσαν τους Τούρκους και οι Τούρκοι τους Έλληνες και το μόνο σίγουρο ήταν τα τραγικά αποτελέσματα. Φλεγόταν με πετρέλαιο το ίδιο το λιμάνι της Σμύρνης καθώς και πολλές από τις ελληνικές και αρμενικές γειτονιές της πόλης. Ο κόσμος είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει τα σπίτια του και να βγει στους δρόμους. Πολλοί πνίγηκαν στο λιμάνι ενώ άλλοι σφαγιάστηκαν εκεί που στέκονταν. Πρόσφυγες τρέπονταν σε φυγή προς τα βουνά…»

Οι ανταποκρίσεις τού Χέμινγουεϊ προς την εφημερίδα του ήταν συγκλονιστικές, όπως και οι αναφορές του στα διηγήματα. Η Πόλα ΜακΛέιν συνοψίζει τις εντυπώσεις του σε μια από τις αφηγήσεις σε γ΄πρόσωπο, που αποκαλύπτει τον δυναμισμό τής γραφής της:

«Δεν κοιμάται καλά από τότε που έφυγε από το Παρίσι και αυτό κάνει ακόμη δυσκολότερο το περπάτημα στη βροχή. Τόσο η βροχή, όσο και το περπάτημα φαντάζουν ατελείωτα. Φάλαγγες προσφύγων αναδύονται κατά κύματα και ξεχύνονται συγκλίνοντας στον δρόμο προς το Καραγάτς (Ορεστιάδα). Όσοι έχουν κάρα, τα έχουν φορτώσει με όσα από τα υπάρχοντά τουςδεν άντεχαν να αποχωριστούν, οι υπόλοιποι είναι ζαλωμένοι μπόγους και κουβαλούν άλλους τόσους μπόγους ή παιδιά στα χέρια. Τα παιδιά κουβαλούν κι αυτά ό,τι μπορούν και κλαίνε όταν κουράζονται ή φοβούνται…

[…]

»Περπατούν πλάι σ’ ένα κάρο που το τραβάει ένα και μόνο μεγάλο βόδι, μουσκεμένο στη βροχή, ενώ μέσα στο κάρο βρίσκεται η σύζυγος του άντρα και γεννάει. Τα στρωσίδια στον πάτο του κάρου είναι όλα μούσκεμα ενώ από πάνω της βαστούν σαν αντίσκηνο άλλη μια κουβέρτα που στάζει κι αυτή, δυο από τα παιδιά της όσο η ίδια σπρώχνει με όλη της τη δύναμη. Μια γριά γυναίκα είναι σκυμμένη ανάμεσα στα πόδια της ενώ τα παιδιά προσπαθούν να μην κοιτάζουν, κι ο Έρνεστ αρρωσταίνει βλέποντας αυτό το θέαμα και ακούγοντας τα ουρλιαχτά της, που δε θα σιγάσουν ώσπου να γεννηθεί το παιδί, ίσως ούτε και τότε.

[…]

»Έχει περάσει μια βδομάδα αλλά αισθάνεται σαν να βρίσκεται εκεί όλη του τη ζωή. Είναι ένα από τα πράγματα που σου κάνει ο πόλεμος. Ό,τι βλέπεις έρχεται και αντικαθιστά στιγμές και πρόσωπα από την προηγούμενη ζωή σου ώσπου δεν μπορείς να θυμηθείς για ποιον λόγο τα θεωρούσες σημαντικά. Και δεν είσαι σε καλύτερη μοίρα αν δεν είσαι στρατιώτης ο ίδιος…»

 

Οι περιγραφές τής ζωής στο Παρίσι από την Πόλα ΜακΛέιν είναι εξαιρετικές και αποτυπώνουν ζωντανά τις συνθήκες που διαμόρφωναν μια εντελώς διαφορετική εικόνα για έναν κόσμο ο οποίος «έστελνε στο διάβολο το αύριο».

«Ο γάμος μπορούσε να είναι ένα φονικό πεδίο. Στο Παρίσι, όπου γύριζες το κεφάλι σου, έβλεπες τα αποτελέσματα των κακών αποφάσεων εραστών. Το να είναι ένας καλλιτέχνης επιρρεπής στις σεξουαλικές καταχρήσεις ήταν σχεδόν κλισέ, χωρίς να δείχνει να ενοχλείται κανείς. Από τη στιγμή που δημιουργούσες κάτι καλό ή ενδιαφέρον ή πολύκροτο, μπορούσες να έχεις όσες ερωμένες ήθελες και να τις καταστρέψεις όλες. Το πραγματικά απαράδεκτο ήταν οι μικροαστικές αξίες, το να θέλεις κάτι μικρό και μετρημένο και προβλέψιμο, όπως μια αληθινή αγάπη ή ένα παιδί».

Σ’ αυτό το περιβάλλον, ο Χέμινγουεϊ θα γνωρίσει την Πολίν. Από τις εξομολογήσεις του στον Πάουντ και στον Φιτζέραλντ, και στη συνέχεια στον πιστό του φίλο, τον Ααρόν Χότσνερ, ξέρουμε πως την αγάπησε με πάθος και πως ήθελε να μοιραζόταν τη ζωή του ταυτόχρονα με την Πολίν και τη Χάντλι. Η Πολίν το δεχόταν, η Χάντλι όχι. Η ζωή τους κατάντησε κόλαση. Ο Χέμινγουεϊ θα αναζητά διεξόδους στο αλκοόλ και στην αποδοχή του ως συγγραφέα. Η Πόλα ΜακΛέιν, ιδιαίτερα τίμια με την ιστορία τού ζευγαριού, μπαίνει στη θέση τής Χάντλι και μιλά με πόνο για το γκρέμισμα της μέχρι τότε ζωής του. Παράλληλα, με την γ΄πρόσωπη αφήγηση δίνει και τη ματιά τού Χέμινγουεϊ για τα γεγονότα και τα συναισθήματά του:

«…Όμως η ενοχή ήρθε πολύ αργότερα. Προς το παρόν, υπήρχε μόνο η απόλυτα πειστική και υπέροχα πρωτόγνωρη αίσθησή της. Οι στενοί γοφοί της και τα πολύ μακριά λευκά πόδια της δεν έμοιαζαν καθόλου με της γυναίκας του. Τα στήθη της ήταν σαν δυο σφιχτά μισά ροδάκινα και ήταν ολόκληρη μια καινούργια χώρα κι εκείνος χαιρόταν πολύ που ήταν μαζί της, φτάνει να μη σκεφτόταν τι αντιπροσώπευε αυτό…

[…]

»Τις αγαπούσε και τις δυο και αυτό ήταν που τον πονούσε. Κουβαλούσε αυτόν τον πόνο στο κεφάλι του σαν πυρετό και αρρώσταινε κάθε φορά που το σκεφτόταν. Κάποιες φορές, έπειτα από ώρες ξύπνιος στο κρεβάτι, του ερχόταν η φαεινή ιδέα ότι το μόνο που είχε να κάνει ήταν να αλλάξει τη ζωή του ώστε να ταιριάζει στις περιστάσεις. Ο Πάουντ το είχε καταφέρει. Είχε και τη Σαίξπηρ και την Όλγκα και καμιά τους δεν αμφέβαλλε ότι την αγαπούσε. Δεν αναγκαζόταν να λέει ψέματα. Όλοι τα ήξερα όλα και είχε πετύχει αυτό που ήθελε, γιατί είχε επιμείνει και δεν είχε συμβιβαστεί ούτε γίνει κάποιος άλλος…»

Ο Χέμινγουεϊ δεν κατορθώνει να πετύχει ό,τι ο Πάουντ. Η Χάντλι δεν συμβιβάζεται. Ο χωρισμός θα συμβεί. Και δεν θα είναι ο μοναδικός. Ο Χέμινγουέϊ θα χωρίσει ξανά, και ξανά…

Η συγγραφέας, διά της αφήγησης της Χάντλι, θα δώσει την πορεία του προς τη δόξα και τα αδιέξοδα. Θα καταθέσει ένα μυθιστόρημα συναρπαστικό, ακόμα και για εκείνους που πιστεύουν πως ξέρουν τα πάντα για έναν εμβληματικό συγγραφέα του 20ου αιώνα…

 

 Λάρισα, 17/11/2019