Χρήστος Παρίδης

Μια πρόσκληση του Φίλιππου Κουτσαφτή, έναν χρόνο πριν, με έκανε το απόγευμα της Τρίτης 20 Νοεμβρίου να βρεθώ στον αρχαίο χώρο της Ελευσίνας. Μετά την «Αγέλαστο Πέτρα», το εξαιρετικό εκείνο ντοκιμαντέρ, ο δημιουργός τώρα ετοιμάζει τους «Ελευσίνιους», ένα είδος συνέχειας, με αφορμή την ανακήρυξη της Ελευσίνας σε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης για το 2021, όπου είκοσι πέντε χρόνια μετά επαναφέρει όλους όσοι συμμετείχαν στα γυρίσματα τότε. Επέμενε τόσο να παραβρεθώ, που δεν χώραγε αναβολή ακόμα ενός χρόνου. Ο λόγος που με κάλεσε στον περίβολο των ερειπίων, όπου μπορεί κανείς να έχει μια πλήρη εικόνα της τοποθεσίας στην οποία, εκατοντάδες χρόνια πριν, πραγματοποιούνταν μία από τις σημαντικότερες θρησκευτικές γιορτές των αρχαίων Αθηναίων, δεν ήταν για το νέο ντοκιμαντέρ.

Η πρόσκληση είχε να κάνει με τον εσπερινό της παραμονής των Εισοδίων της Θεοτόκου, ο οποίος τελείται στην Παναγίτσα, όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι, έναν μεταβυζαντινό ναΐσκο στην Άνω Αυλή της Αρχαίας Ελευσίνας.

Αυτό που κάνει τον εορτασμό μοναδικό είναι ότι σε αυτό τον τόπο η παγανιστική παράδοση συναντάει σχεδόν απόλυτα τη χριστιανική. Η Δήμητρα, θεά της γεωργίας, σε απόλυτη σχεδόν ταύτιση με τη Θεομήτορα Παρθένο Μαρία, σε χώματα όπου αιώνες τώρα οι άνθρωποι εξακολουθούν να αποτίνουν φόρο τιμής στη μάνα γη και στους καρπούς της. Τα Εισόδια, που γιορτάζονται στις 21 Νοεμβρίου σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, ταυτίζουν την είσοδο της Παναγίας σε νηπιακή ηλικία στον ναό, συνοδευόμενη από τους γονείς της, με την είσοδο του χειμώνα, που σηματοδοτεί και την ολοκλήρωση της σοδειάς, η οποία ακολουθείται από τη νέα περίοδο της σποράς των δημητριακών.

Ένας πολύ παλιός εορτασμός, ο οποίος, ανάλογα με την αγροτική περιοχή, άλλοτε αποκαλείται Αποσπορίτισσα, αν η σπορά έχει τελειώσει, άλλοτε Αρχισπειρίτισσα, αν βρίσκεται ακόμα στην αρχή, ή Μεσοσπορίτισσα, όπως στην Ελευσίνα, όταν έχει φτάσει στη μέση της σποράς. Καθώς έμπαινα στον κεντρικό πεζόδρομο της Ελευσίνας, που είναι παράλληλος με την παραλία, έπεσα σε ένα άλλο εκκλησάκι ανάμεσα σε ερείπια, εκείνο του Αγίου Ζαχαρία, που, απ’ ό,τι έμαθα αργότερα, είναι καμωμένο από αρχαία μάρμαρα. Αυτό σου θυμίζει ότι βρίσκεσαι σε έναν τόπο όπου οι αιώνες και οι θρησκείες μπλέκονται με έναν σχεδόν μεταφυσικό τρόπο.

O εσπερινός της παραμονής των Εισοδίων της Θεοτόκου, τελείται στην Παναγίτσα, όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι, έναν μεταβυζαντινό ναΐσκο στην Άνω Αυλή της Αρχαίας Ελευσίνας

. Φωτο: Χρήστος Παρίδης/LIFO

Προχώρησα για να προλάβω τη λειτουργία, η οποία τελείται στον ίδιο ακριβώς χώρο όπου κατά τους αρχαίους χρόνους τελούνταν τα Ελευσίνια Μυστήρια και όπου βρίσκεται το Τελεστήριο της Δήμητρας. Πέρασα από τη ρωμαϊκή αυλή και τον βωμό, τα μεγάλα και τα μικρά προπύλαια, και ανηφόρισα την Πομπική Οδό μαζί με πλήθος κόσμου, που επίσης κατευθυνόταν προς τη λειτουργία. Κατάφερα να φτάσω λίγο μετά τις 4 το απόγευμα και ήδη ο περιβάλλων χώρος του ναΐσκου, ο οποίος είναι χτισμένος επάνω σε ερείπια αρχαίου ναού, ήταν περιτριγυρισμένος από πιστούς, καθώς η είσοδος σε αυτόν είναι αδύνατη λόγω του ιδιαίτερα μικρού μεγέθους του. Ένα μανουάλι ήταν τοποθετημένο υπαίθρια, ώστε να ανάβουν, όσοι ήθελαν, κεράκια. Συντροφιές γυναικών και οικογένειες κατέφθαναν για να ανταποκριθούν στην ντόπια παράδοση. Ανέβαιναν τα αρχαία μαρμάρινα σκαλοπάτια, ασθμαίνοντας και κουβαλώντας άρτους σε μεγάλα πανέρια. Με το που έφταναν στην κορυφή, άφηναν στο προαύλιο τους άρτους και στέκονταν με ευλάβεια, ακούγοντας τη λειτουργία από το μεγάφωνο. Παραδίπλα έστεκε ένα μικρό καμπαναριό, φτιαγμένο κι αυτό, όπως ο Άγιος Ζαχαρίας πιο κάτω, από αρχαία μάρμαρα.

Ανάμεσα στις φωνές των ψαλτών που ακούγονταν ξεχώριζαν και γυναικείες, γεγονός ασυνήθιστο, που απέδωσα στη «γυναικεία» φύση του εορτασμού.

Φωτο: Χρήστος Παρίδης/LIFO

Ανάμεσα στις φωνές των ψαλτών που ακούγονταν ξεχώριζαν και γυναικείες, γεγονός ασυνήθιστο, που απέδωσα στη «γυναικεία» φύση του εορτασμού. Έκανα μια απόπειρα να μπω στο εκκλησάκι. Η ατμόσφαιρα ήταν κατανυκτική. Ο ναΐσκος δεν είχε ηλεκτρικό και το ελάχιστο φως προερχόταν από τα κεριά. Στο ταβάνι διέκρινα με δυσκολία, λόγω του σκοταδιού, μια συγκλονιστική αγιογραφία. Όπως θα μάθαινα αργότερα, σε αυτόν το λιλιπούτειο ναό, ο οποίος ανοίγει πράγματι μόνο μία φορά τον χρόνο τέτοια μέρα ‒παρόλο που παλιότερα χρησιμοποιούνταν για γάμους και βαφτίσια‒, παντρεύτηκαν ο Άγγελος και η Άννα Σικελιανού. Αυτό που κάνει τον εορτασμό μοναδικό είναι ότι σε αυτό τον τόπο η παγανιστική παράδοση συναντάει σχεδόν απόλυτα τη χριστιανική. Η Δήμητρα, θεά της γεωργίας, σε απόλυτη σχεδόν ταύτιση με τη Θεομήτορα Παρθένο Μαρία, σε χώματα όπου αιώνες τώρα οι άνθρωποι εξακολουθούν να αποτίνουν φόρο τιμής στη μάνα γη και στους καρπούς της.

Η λειτουργία τελείται στον ίδιο ακριβώς χώρο όπου κατά τους αρχαίους χρόνους τελούνταν τα Ελευσίνια  Μυστήρια και όπου βρίσκεται το Τελεστήριο της Δήμητρας.

Φωτο: Χρήστος Παρίδης/LIFO

Όπως μου περιέγραψε ο Φίλιππος Κουτσαφτής λίγο αργότερα, μέχρι το 1801 υπήρχε στην είσοδο των Προπυλαίων μια Καρυάτιδα διακοσμημένη με γιρλάντες και στάχια που έκλεψε ο Άγγλος Έντουαρντ Κλαρκ και σήμερα βρίσκεται στο Fitzwilliam Museum του Κέμπριτζ. Επί αιώνες οι Ελευσίνιοι λάτρευαν την Καρυάτιδά τους ως Αγία Δήμητρα. Πίστευαν, μάλιστα, ότι δεν έπρεπε να μετακινηθεί γιατί θα ακολουθούσαν μεγάλες καταστροφές. Αυτές οι δοξασίες θα έλεγε κανείς ότι επιβεβαιώθηκαν, καθώς τα χρόνια που ακολούθησαν την «απαγωγή» της έπεσε, πράγματι, φοβερή ξηρασία. Μια Καρυάτιδα πανομοιότυπη με αυτή, διατηρημένη σε πολύ καλύτερη κατάσταση, έχει ανασκαφεί και τώρα βρίσκεται στο Μουσείο της Ελευσίνας. Ο σκηνοθέτης συνέχισε να μου εξηγεί μια σειρά από ενδιαφέροντα δεδομένα σχετικά με τον τόπο με τον οποίο όλοι τον έχουμε ταυτίσει. «Η συμμετοχή στα Ελευσίνια Μυστήρια πραγματοποιούνταν ώστε να βοηθάει τους μύστες ή, καλύτερα, να τους δίνει μιαν απάντηση ως προς το πώς να αντιμετωπίζουν τον θάνατο. Που μπορεί να ήταν και κάτι απλό, τα στάχυα για παράδειγμα. Το Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο λέει “αν ο κόκκος του σίτου φυτρώνει στη γη, αυτός μόνο μένει, εάν δε αποθάνει, πολύ δε καρπό φέρει”.

Οι άρτοι που πρόσφεραν οι πιστοί.

Φωτο: Χρήστος Παρίδης/LIFO Φωτο: Χρήστος Παρίδης/LIFO

Που σημαίνει, αν τον σκεπάσεις τον σίτο και πεθάνει θα φέρει πολύ καρπό. Δηλαδή, ο θάνατος, κατά κάποιον τρόπο, είναι προϋπόθεση για τη ζωή. Άρα και για εκείνους αυτό ίσως ήταν το μεγάλο μυστικό, όσο απλό και αν ακούγεται, κι ας γινόταν μέσα από μια πολύ απλή και μακρόχρονη διαδικασία. Είναι αυτό που έχουμε χάσει οι σύγχρονοι άνθρωποι, σε αντίθεση με τους Αρχαίους, που προετοιμάζονταν έναν χρόνο για να έρθουν με τα πόδια από την Αθήνα μέχρι εδώ, όπου έμεναν τρεις μέρες και έπαιρναν τελικά αυτήν τη γνώση. Γιατί γνώση χωρίς κόπο και οδύνη δεν υπάρχει».

Στην ερώτησή μου τι ξέρει για το έθιμο της προσφοράς του άρτου από τους πιστούς, επισήμανε ότι κι αυτό ίσως παραπέμπει σε αρχαία δρώμενα. Στο Μουσείο της Ελευσίνας υπάρχει αντίγραφο του αναθηματικού πίνακα της Νιννίου, ενός σπάνιου αρχαίου έργου τέχνης από πηλό ‒το αυθεντικό βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο‒, όπου απεικονίζονται η Νίννιος, που αφιέρωσε τον πίνακα, η Δήμητρα και η Περσεφόνη. Εκεί φαίνονται κάποιοι άρτοι ‒ταλάνους τους έλεγαν‒, ακριβώς όπως οι άρτοι που έφερναν οι νοικοκυρές στην Παναγίτσα. Όταν ο ιερέας βγήκε έξω στο προαύλιο για να ολοκληρωθεί η αρτοκλασία, δηλαδή να ευλογήσει τους άρτους, το φως είχε αρχίσει να πέφτει. Αναμμένα κεριά, καρφωμένα στους άρτους, δημιουργούσαν μια μυσταγωγική ατμόσφαιρα, καθώς είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Μια γυναίκα ψάλτης είπε το τροπάριο και ο ιερέας ευχήθηκε σε όλους «χρόνια πολλά», προσκαλώντας τους να παρευρεθούν το επόμενο πρωινό στις 7:30 στη λειτουργία των Εισοδίων της Θεοτόκου.

Η εκκλησία που βρίσκεται χτισμένη πάνω σε ερείπια αρχαίου ναού.

Φωτο: Χρήστος Παρίδης/LIFO

Με το τέλος της λειτουργίας το πλήθος άρχισε να κόβει και να μοιράζει κομμάτια άρτου με τέτοια ταχύτητα που μέσα σε μερικά λεπτά είχαν εξαφανιστεί όλοι. Μόλις που πρόλαβα να ζητήσω ένα κομμάτι από μια κυρία. Ο κόσμος άρχισε να αποχωρεί, κατεβαίνοντας προσεκτικά τον λόφο, απομεινάρι κι αυτός την αρχαία εποχή.

Κατηφόρισα μαζί με τον κόσμο. Στο βάθος η θάλασσα, όπου διακρινόταν ένα μεγάλο πλοίο. Η κάθοδος είχε τη δική της γλυκύτητα, ο κόσμος, κυρίως γυναίκες, αλλά όχι μόνο, αντάλλαζε ευχές και πολλά χαμόγελα.

Παρατήρησα για μια τελευταία φορά το μαγικό τοπίο και τις αρχαίες πέτρες που στέκουν αιώνες τώρα εδώ, σε αυτή την άκρη της ελληνικής γης. Στην έξοδο, μέλη του συλλόγου «Το αδράχτι» πρόσφεραν ένα ρόφημα φτιαγμένο από καρπούς (κριθάρι, σιτάρι, καλαμπόκι, φασόλια, ρεβίθια, κουκιά, σπόρια ροδιού), που το αποκαλούν «πολυσπόρι». Έτσι ακριβώς οι Αρχαίοι πρόσφεραν τους χύτρους την τρίτη μέρα των Ανθεστηρίων, μια «πανσπερμία» προς τη Δήμητρα, τους Δαίμονες της ευφορίας της γης αλλά και τον Διόνυσο, ή κουκιά την περίοδο της συγκομιδής, μεταξύ Οκτωβρίου και Νοεμβρίου.

Ο Φίλιππος Κουτσαφτής. Φωτο: Χρήστος Παρίδης/LIFO

Ένα επίσης παμπάλαιο έθιμο, που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας εξασθενημένο κι αυτό, καθώς κάποτε οι αγροτικές κοινωνίες συμμετείχαν σύσσωμες σε αυτές τις επετείους. Η ζωή έξω στους δρόμους συνέχιζε τους δικούς της ρυθμούς, λίγο πιο ανθρώπινους από εκείνους του κέντρου της Αθήνας.

Πηγή: www.lifo.gr