Όσα θέλουμε να μάθουμε για το νέο της βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Κέλλη Κρητικού

Η δημοσιογράφος και συγγραφέας Τασούλα Επτακοίλη μοιράζεται στην ATHENS VOICE στιγμές που τη σημάδεψαν με αφορμή το νέο της βιβλίο «Κέρμα στον αέρα»

Με αφοπλιστική ειλικρίνεια και χωρίς ενδοιασμούς, η δημοσιογράφος και συγγραφέας μοιράζεται στην Athens Voice αναμνήσεις από τα παιδικά της χρόνια, τα ρεπορτάζ που τη σημάδεψαν, τις αλήθειες της για «Το άλλο μου ολόκληρο», τους αγαπημένους της ταξιδιωτικούς προορισμούς και φυσικά όσα θέλουμε να μάθουμε για το νέο της βιβλίο «Κέρμα στον αέρα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Ποια είναι η Τασούλα Επτακοίλη;
Φιλόλογος που άφησε τη διδασκαλία για χάρη της δημοσιογραφίας, νεόκοπη συγγραφέας που ψάχνει τα πατήματά της στη λογοτεχνία, γατομαμά που καθημερινά ανακαλύπτει κάτι από τον θαυμαστό κόσμο των γάτων, γυναίκα που προσπαθεί να αφήνει χώρο για το κορίτσι μέσα της.

Πώς ήσασταν ως παιδί;
Φρόνιμη, ρομαντική και ολίγον… σπασικλάκι. Κοινωνική, με συχνή –και σχεδόν ισότιμη– συμμετοχή στις κουβέντες των μεγάλων, καλή μαθήτρια, απουσιολόγος σε όλες τις τάξεις του Γυμνασίου και του Λυκείου και σημαιοφόρος, «μικρή μαμά» για τη Γιούλη, την αδελφή μου. Τώρα που τα βλέπω όλα αυτά γραμμένα, όμως, το ξανασκέφτομαι: ήμουν πολύ σπασικλάκι, τελικά.

Σας άρεσε περισσότερο να διαβάζετε βιβλία ή να δημιουργείτε δικές σας ιστορίες;
Ήμουν βιβλιοφάγος. Διάβαζα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου. Τα καλοκαίρια, στη Σάμο, όταν ξέμενα από βιβλία, παρακαλούσα τον δάσκαλο του χωριού να μου ανοίξει το σχολείο, ώστε να έχω πρόσβαση στη μικρή δανειστική βιβλιοθήκη του. Ακόμα θυμάμαι τη μυρωδιά της κλεισούρας, μόλις έμπαινα σ’ εκείνον τον «παράδεισο». Στην αρχή της εφηβείας μου άρχισα να γράφω κάποια διηγήματα και, λίγο αργότερα, τα πρώτα μου ποιήματα: άγουρα, θλιμμένα και αρκούντως μελό.

Τι κουβαλάτε μέσα σας σαν θησαυρό από τη ζωή σας στη Σάμο;
Κατ’ αρχάς τις αναμνήσεις μου από τον παππού και τις γιαγιάδες μου. Θυμάμαι τον παππού μου τον Νικόλα να μου λέει παραμύθια (λάτρευα μια δική του εκδοχή της «Σταχτοπούτας», την οποία ο ίδιος είχε ονομάσει «Σταχτοπιτουρί»), τη γιαγιά μου τη Στάσα να μου διαβάζει τους μύθους του Αισώπου («Ο Ανδροκλής και το λιοντάρι» ήταν το αγαπημένο μου, ήξερα κάθε λέξη) και την άλλη, τη Γεωργία, να μου μαθαίνει το «Πιστεύω». Σ’ όλα αυτά προσθέστε αμέτρητες ώρες παιχνιδιού αλλά και αγροτικών εργασιών – από τρύγο μέχρι μάζεμα χαρουπιών.

Επιλέξατε τις σπουδές και την επαγγελματική σας πορεία ή οι συγκυρίες οδήγησαν τα βήματά σας προς τη δημοσιογραφία;
Στις πανελλήνιες εξετάσεις πέρασα στη Φιλοσοφική του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο τμήμα της Κλασικής Φιλολογίας. Ήταν η πρώτη μου επιλογή, απολύτως συνειδητή, από τη μια γιατί αγαπούσα τα  αρχαία ελληνικά κι από την άλλη γιατί με συνάρπαζε η ιδέα της διδασκαλίας. Στο τρίτο έτος, χωρίς καλά καλά να καταλαβαίνω γιατί, γράφτηκα σε μια ιδιωτική σχολή δημοσιογραφίας. Ξεκίνησα να εργάζομαι σχεδόν αμέσως ως δημοσιογράφος. Δεν έμελλε να μπω ποτέ σε τάξη…

Κάθε ρεπορτάζ, κάθε συνέντευξη, κάθε άρθρο είναι μοναδικό. Υπάρχουν όμως κάποια ρεπορτάζ που έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα μέσα σας ή έχουν συνδεθεί στη μνήμη σας με δικές ιδιαίτερες στιγμές;
Είναι πολλά. Πάντα θα θυμάμαι, όμως, τη συνομιλία μου, πέρυσι, με τον σπουδαίο Ιάπωνα αρχιτέκτονα Ταντάο Άντο. Όταν ήταν μόλις δύο ετών, οι γονείς του, που δύσκολα τα έβγαζαν πέρα με δύο παιδιά, αποφάσισαν να κρατήσουν τον δίδυμο αδελφό του και να αφήσουν τον ίδιο στη γιαγιά του. Εκείνη τον μεγάλωσε, με πολλές στερήσεις. Όλα ήταν δύσκολα στη ζωή του, τίποτα δεν του χαρίστηκε. Μέχρι και ως επαγγελματίας μποξέρ αναγκάστηκε να δουλέψει για ένα διάστημα. Αλλά δεν επέτρεψε στον εαυτό του, όπως μου εκμυστηρεύτηκε, να τον σταματήσουν οι περιορισμοί που υπήρχαν στο περιβάλλον του και στον τρόπο που μεγάλωσε. Πάντα σκέφτεται τη ζωή σαν μια σειρά από τοίχους τους οποίους πρέπει να σπάμε για να περνάμε. Καθένας από αυτούς απαιτεί ολοένα και μεγαλύτερη προσπάθεια.

Αντιστοίχως, ο Νορβηγός συγγραφέας Γιου Νέσμπο, στη συνέντευξη που μου παραχώρησε πριν από λίγα χρόνια, μου έδωσε ένα εξαιρετικό μάθημα για την ενσυναίσθηση. Του ζήτησα να μου πει ποιο από τα βιβλία του αγαπά περισσότερο. Τον «Κοκκινολαίμη», απάντησε, γιατί βασίζεται στην ιστορία του πατέρα του, που στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο πολέμησε εθελοντής στο πλευρό των Γερμανών. Ο Νέσμπο το έμαθε όταν ήταν 15 ετών. Σοκαρίστηκε, έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του. «Ντρέπεστε ακόμα γι’ αυτό;» τον ρώτησα. «Όχι, γιατί μέχρι που ο πατέρας μου πέθανε από καρκίνο, προλάβαμε και συζητήσαμε πολύ γι’ αυτό. Ήταν 18 ετών τότε και ανάμεσα στον Στάλιν και τον Χίτλερ έπρεπε να επιλέξει αυτόν που θεωρούσε λιγότερο επικίνδυνο. Δυστυχώς, επέλεξε τον δεύτερο» μου εξήγησε. «Για να καταλάβεις την ιστορία», συνέχισε, «πρέπει να δεις τα γεγονότα με τη ματιά των ανθρώπων που τα έζησαν. Αυτό έκανα κι εγώ. Όχι, λοιπόν, δεν ντρέπομαι για τον πατέρα μου. Όμως τον λυπάμαι για τη λάθος απόφαση που πήρε και για το βάρος που έπρεπε να κουβαλάει εξαιτίας της στην υπόλοιπη ζωή του».

Το συγγραφικό σας ντεμπούτο, «Το άλλο μου ολόκληρο» (Πατάκης), σχετίζεται με μια οδυνηρή για εσάς απώλεια. Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας τους λόγους που σας οδήγησαν να αποτυπώσετε στο χαρτί αυτό το τεράστιο κεφάλαιο της ζωής σας;
Το περιεχόμενό του είναι στην πραγματικότητα το ημερολόγιο που κρατούσα μετά τον θάνατο του συζύγου μου. Ένας χρόνος –8.760 ώρες, 525.600 λεπτά, 31.536.000 δευτερόλεπτα– και η «συγκομιδή» του σε λέξεις. Μιλούσα στον Κώστα, περιγράφοντάς του σκέψεις, συναισθήματα και γεγονότα κάθε μέρας, μαζί με αναμνήσεις από την κοινή μας ζωή, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι επικοινωνούμε. Το έγραψα για μένα. Ήταν ο ατμός που έπρεπε να βρει διέξοδο και να βγει από μέσα μου, για να μην γίνει έκρηξη. Δεν σκόπευα να το εκδώσω. Κατόπιν προτροπής της αδελφής μου και πολύ στενών φίλων μου, το σκέφτηκα καλά, το παίδεψα πολύ μέσα μου, πήρα βαθιά ανάσα και αποφάσισα να γίνει βιβλίο, γιατί ίσως έτσι βοηθούσα άλλους ανθρώπους που περνούσαν τον δύσβατο δρόμο του πένθους, αλλά δεν είχαν τρόπο να εκφράσουν τον πόνο τους. Ίσως τους έδινα «φωνή». Δεν το έχω μετανιώσει, αισθάνομαι ότι έκανα καλά.

Τασούλα Επτακοίλη «Κέρμα στον αέρα» (εκδ. Καστανιώτη)

Σήμερα, επανέρχεστε με ένα ιδιαίτερο μυθιστόρημα, το «Κέρμα στον αέρα» (Καστανιώτης). Οκτώ δεκαετίες, δέκα πρόσωπα, μια μέρα στη ζωή του καθενός. Πόσο εύκολη ήταν για εσάς η μετάβαση από τον έναν χαρακτήρα στον άλλον έχοντας κάθε φορά στο νου ένα διαφορετικό κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο;
Το δύσκολο ήταν να καταλήξω στην απόφαση να δομήσω με αυτόν τον τρόπο το περιεχόμενο του βιβλίου, να φωτίσω, δηλαδή, μία μόνο μέρα στη ζωή κάθε ήρωα. Από εκεί και πέρα, δεν συνάντησα κανένα εμπόδιο, για να είμαι ειλικρινής. Λες και οι ιστορίες είχαν ωριμάσει μέσα στο μυαλό μου, βρήκαν αμέσως το δρόμο τους.

Ποιος είναι ο πυρήνας αυτών των ιστοριών;
Αν κάτι συνδέει τους δέκα πρωταγωνιστές του βιβλίου, αν υπάρχει ένα αόρατο νήμα που τους ενώνει, ένας κοινός παρονομαστής, είναι κατ’ αρχάς η αγάπη του ενός για τον άλλο, έστω κι αν δεν εκφράζεται πάντα επαρκώς, κι έπειτα ο πόνος που ένιωσαν σε κάποιες στιγμές της ζωής τους και το πώς στάθηκαν απέναντί του. Δεν του επέτρεψαν να τους λυγίσει αλλά τον άφησαν να τους αλλάξει, να τους κάνει καλύτερους. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι στους αναγνώστες κάποια από αυτά τα πρόσωπα θα φανούν πολύ οικεία – κι ας μην τα γνώρισαν ποτέ.

Η ζωή είναι ένα «Κέρμα στον αέρα»;
Φυσικά. Ένας συνδυασμός συγκυριών, δικών μας επιλογών και τύχης. Το είπε κάποτε και ο Ναπολέων: «Έχω κάνει όλους τους υπολογισμούς. Η μοίρα θα κάνει τους υπόλοιπους»…

Ποιο τραγούδι θα διαλέγατε γι’ αυτό το βιβλίο; Ποιο θεωρείτε ότι του ταιριάζει απόλυτα;
Ένα; Εδώ πολύ με δυσκολεύετε… Ως ραδιοφωνική παραγωγός, για κάμποσα χρόνια, πολλά αγαπημένα τραγούδια θα μπορούσα να αναφέρω. Νομίζω όμως ότι το «Παράπονο», το ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη, μελοποιημένο από τον Δημήτρη Παπαδημητρίου, θα ήταν ιδανική υπόκρουση γα το «Κέρμα στον αέρα». «Δεύτερη ζωή δεν έχει…»

Και φυσικά υπηρετείτε με αγάπη και το παιδικό βιβλίο. Τι ξεχωριστό κρύβει η συγγραφή βιβλίων για τα παιδιά και πόσο εύκολο είναι να τα κερδίσετε σε μια εποχή όπου η ταχύτητα και το διαδίκτυο κυριαρχούν;
Είναι δύσκολο γήπεδο και μάλιστα σε εποχή υπερπροσφοράς – σε ποσότητα και όχι απαραιτήτως σε ποιότητα. Κάθε καλό βιβλίο, όμως, μπορεί να ανοίξει στα παιδιά παράθυρο σε έναν υπέροχο κόσμο. Αυτή την πρόκληση και την αγωνία έχω πάντα στο μυαλό μου όταν γράφω. Στα δύο πρώτα βιβλία μου, τον «Γουργούρη» και τον «Γκάρη» (εκδ. Πατάκη), μέσα από περιπέτειες των ζώων μίλησα στα παιδιά για καταστάσεις που θα συναντήσουν και στον κόσμο των ανθρώπων. Το καινούργιο, που μόλις κυκλοφόρησε, «Η τσαγιέρα που ανθίζει» (εκδ. Καστανιώτης), έχει θέμα την αγάπη, που όλα τα κάνει να ζωντανεύουν και τα μισά τα κάνει ολόκληρα.

Πώς χαλαρώνετε μετά από μια έντονη μέρα;
Στο σπίτι, μαγειρεύοντας –μη φανταστείτε σπουδαία πράγματα: σαλάτες, όσπρια, καμιά ελαφριά μακαρονάδα– ή αγκαλιά με τις γάτες μου, τη Ρίνα και τον Φούσκα.

Τι μπορεί να σας εκνευρίσει πολύ και να χάσετε την υπομονή σας;
Η αδιακρισία, η αγένεια, η αχαριστία, μεταξύ άλλων. Αλλά και πάλι, το «χάνω την υπομονή μου» είναι σχετικό. Δεν είμαι άνθρωπος των εντάσεων. Όταν συναντώ ανθρώπους με… τοξικότητα, τους προσπερνώ και συνεχίζω τον δρόμο μου.

Αγαπημένος ταξιδιωτικός προορισμός;
Αγαπώ το Δουβλίνο για τη ζεστασιά των ανθρώπων του, το Τελ Αβίβ για τη ζωντάνια του και τη Νέα Υόρκη γιατί… είναι η Νέα Υόρκη!

Ποια βιβλία βρίσκονται αυτή την περίοδο στο κομοδίνο σας;
Ο «Ξένος» του Αλμπέρ Καμύ (σταθερά στο κομοδίνο μου, από την εφηβεία μου, σε γαλλική έκδοση), το Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, «Οι παράξενες ιστορίες της κυρίας Φι» της Φωτεινής Τσαλίκογλου (εκδ. Καστανιώτης) και το «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» του Ηλία Μαγκλίνη (εκδ. Μεταίχμιο).