Συνέντευξη στην Ελένη Γουρνέλου*

Ο Αλέξης Πανσέληνος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1943. Ο πατέρας του Ασημάκης Πανσέληνος και η μητέρα του Εφη Πανσέληνου είναι γνωστοί συγγραφείς της Γενιάς του 30. Σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών και εργάστηκε ως δικηγόρος με ειδίκευση το ναυτιλιακό δίκαιο. Το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Ιστορίες με σκύλους» δημοσιεύθηκε το 1982 από τις εκδόσεις Κέδρος.  Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί πολλά διηγήματα και μυθιστορήματα καθώς ένας τόμος με δοκίμια και άρθρα και ένας τόμος με προσωπικές σκέψεις σχετικά με το βιβλίο και την ανάγνωση. Έχει αρθρογραφήσει σε μεγάλες εφημερίδες γύρω από θέματα τόσο της τέχνης όσο και της πολιτικής και έχει γράψει λογοτεχνική κριτική για σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά. Μυθιστορήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, τα ιταλικά και τα γερμανικά. Το μυθιστόρημά του “Η μεγάλη πομπή” τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος το 1986.  Το 1997 ήταν η ελληνική υποψηφιότητα για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Το μυθιστόρημά του “Σκοτεινές επιγραφές” απέσπασε το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού “Διαβάζω” το 2012. Το 2018 απέσπασε το Βραβείο της Ακαδημίας για το μυθιστόρημα του με τίτλο «Ελαφρά ελληνικά τραγούδια» (εκδόσεις Μεταίχμιο).

Η συνέντευξη παραχωρήθηκε στην εκπομπή «Συναντήσεις» της Ελένης Γουρνέλου για τον σταθμό empneusi.gr στους 107 FB που μεταδίδεται στη Σύρο και τις Κυκλάδες.

Μπορείτε να ακούσετε την εκπομπή εδώ:

https://www.empneusi.gr/podcast/eleni-gournelou-27-10-2019/

 

Ελένη Γουρνέλου: Αλέξη, καλησπέρα. Σε ευχαριστούμε πολύ για τη χαρά και τη τιμή να είσαι κοντά μας σήμερα στο ραδιόφωνο του ΕΜΠΝΕΥΣΗ.

Αλέξης Πανσέληνος: Καλησπέρα και ευχαριστώ πολύ για τη πρόσκληση.

Ελένη Γουρνέλου: Γνωρίζουμε ότι κατά καιρούς βρίσκεσαι στην Πάρο όπου γράφεις τα βιβλία σου.

Αλέξης Πανσέληνος: Πράγματι. Τα περισσότερα βιβλία μου, ειδικά της τελευταίας 15ετίας,  έχουν ξεκινήσει στην Πάρο αλλά και κάποια από αυτά έχουν ολοκληρωθεί εκεί, όπως για παράδειγμα το τελευταίο μου βιβλίο «Ελαφρά Ελληνικά Τραγούδια». Είναι ένα ήσυχο περιβάλλον που προσφέρεται για τη δουλειά μου κι αυτό γιατί είσαι αποκλεισμένος και μπορείς να αφοσιωθείς απρόσκοπτα στη συγγραφή.

Ελένη Γουρνέλου: Αυτές είναι, δηλαδή, οι ιδανικές συνθήκες για έναν συγγραφέα; Αν θέλεις, περιέγραψε μας σε παρακαλώ για τη δική σου περίπτωση, πώς ξεκινάς να γράψεις ένα μυθιστόρημα, κάτω από ποιες συνθήκες και ποιες εμμονές;

Αλέξης Πανσέληνος: Οι εμμονές φαίνονται στα βιβλία μου,  αν τα διαβάσει κάποιος. Διακρίνονται αμέσως. Είναι περίεργο, όμως, πώς ξεκινώ. Δεν είναι κάτι σταθερό. Τα «Ελαφρά Ελληνικά Τραγούδια» ξεκίνησαν με μια σειρά αναμνήσεων από το αστικό σπίτι κάποιων φίλων των γονιών μου. Εκεί πηγαίναμε κι εγώ έπαιζα με τα παιδιά τους. Το σπίτι αυτό ήταν αρκετά διαφορετικό από το δικό μας, το οποίο, σε σύγκριση μ’ εκείνο,  ήταν μάλλον  φτωχικό. Σε εκείνο το σπίτι υπήρχαν έπιπλα με στυλ.  Θυμάμαι την ατμόσφαιρά του, δεκαετία του ’50. Κάπως έτσι με αυτή την εικόνα ξεκίνησα το πρώτο κεφάλαιο, περιγράφοντας  το αστικό αυτό σπίτι. Μια σειρά, επίσης, από φωτογραφίες που είχα δει πρόσφατα από εκείνη την εποχή στην Αθήνα, ξύπνησαν πολλές μνήμες από τη γειτονιά μου που βρισκόταν εντελώς στο κέντρο της πόλης μεταξύ Ακαδημίας και Πανεπιστημίου.

Ελένη Γουρνέλου: Και πώς εντοπίζεις τους ήρωές σου;

Αλέξης Πανσέληνος: Πολλοί από τους ήρωες των “Ελαφρών ελληνικών τραγουδιών” είναι μεταποιημένα, πραγματικά πρόσωπα. Επιμένω στο “μεταποιημένα”… Τα περισσότερα είναι εντελώς φανταστικά,  φτιαγμένα πάνω στο πλαίσιο μιας μυθιστορηματικής απεικόνισης αυτής της εποχής του ’50. Από την άλλη μεριά, η «Μεγάλη Πομπή» που, ξεκίνησα να γράφω το 82-84, προέκυψε από έναν περίπατο που συμπωματικά έγινε πλάι στο ρέμα της Πικροδάφνης. Αυτό το βιβλίο είναι δυο ιστορίες. Μια ρεαλιστική που περιγράφει τη ζωή ενός έφηβου της εποχής και παράλληλα μια ιστορία κόμικ που διαβάζει. Οι δυο ιστορίες μπλέκουν μεταξύ τους. Η εικόνα που μου έδωσε αφορμή να γράψω αυτό το βιβλίο ήταν ένα αυθαίρετο κτισμένο βαθιά μέσα στην κοίτη του ρέματος της Πικροδάφνης, ένα πλήρες σπιτόπουλο,  φτιαγμένο από ελενίτ (αλλά με κεραία τηλεόρασης), με περιφραγμένο κηπάκο και χαμένο μέσα στην άγρια φύση του ρέματος.  Αν σήκωνες, βέβαια, το βλέμμα πάνω από τα πέντε μέτρα έβλεπες τις πολυκατοικίες της περιοχής.

Ελένη Γουρνέλου: Δηλαδή, συμπεραίνουμε ότι για εσένα είναι οι εικόνες γεννούν την ιδέα ενός μυθιστορήματος.

Αλέξης Πανσέληνος: Να σου πω Ελένη μου, είτε εικόνες από τον δρόμο είτε φωτογραφίες ουσιαστικά είναι η ίδια η ζωή. Για τα βιβλία, βέβαια,  υπάρχει και η επεξεργασία μιας συγκεκριμένης θεματικής που δουλεύει μέσα μου και μέσω κάποιας εικόνας βρίσκεται εν τέλει η θρυαλλίδα που πυροδοτεί τη συγγραφή του μυθιστορήματος.

Ελένη Γουρνέλου: Γράφοντας γνωρίζεις από την αρχή το τέλος της ιστορίας ή το ανακαλύπτεις στην πορεία;

Αλέξης Πανσέληνος: Όταν ξεκινώ το γράψιμο ναι,  ξέρω το τέλος. Έχει οργανωθεί στο κεφάλι μου. Σπανίως οργανώνομαι στο χαρτί, ενώ, άλλοι συγγραφείς γνωρίζω ότι κρατούν σημειώσεις. Πολλές φορές κρατώ κι εγώ σημειώσεις αλλά όχι για τη δομή και την ανέλιξη του μυθιστορήματος. Περισσότερο σημειώνω πραγματολογικά στοιχεία που θέλω να εντάξω μέσα στην αφήγηση. Υπάρχει, βέβαια, μια μακρά περίοδος ‘κυοφορίας’ ενός θέματος.

Ελένη Γουρνέλου: Τι εμπεριέχει αυτή η ‘κυοφορία’; Μελέτη, σκέψεις, έρευνα, στιγμιότυπα που καταγράφεις;

Αλέξης Πανσέληνος: Πολλές φορές όλα αυτά, άλλοτε ένα από όλα… Είναι πολλά τα ερεθίσματα και διαφορετικά τα βιβλία. Όπως ξέρεις και το λέω κι εγώ, άλλωστε, με περηφάνεια, κανένα βιβλίο μου δεν μοιάζει με τα άλλα.

Ελένη Γουρνέλου: Πράγματι. Η τεχνική σου δεν είναι ποτέ ίδια και, παρά το γεγονός ότι, όπως έχεις πει κι εσύ ο ίδιος, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι γράφεις το ίδιο βιβλίο….

Αλέξης Πανσέληνος: Είναι οι εμμονές που λέγαμε προηγουμένως, υπάρχουν σε όλα μου τα βιβλία και ανιχνεύονται πολύ εύκολα.

Ελένη Γουρνέλου: Αλέξη, τι είναι για εσένα η συγγραφή; Θα έλεγες ένα είδος παιχνιδιού; Περνάς ωραία όταν γράφεις; Διασκεδάζεις;

Αλέξης Πανσέληνος: Ασφαλέστατα. Και πιστεύω ότι αν δεν διασκεδάζει ο συγγραφέας γράφοντας, δεν διασκεδάζει κι ο αναγνώστης διαβάζοντας.

Ελένη Γουρνέλου: Έχεις, λοιπόν, μια αδημονία για να ξανα αρχίσεις το γράψιμο όταν τελειώσεις κάποιο βιβλίο σου;

Αλέξης Πανσέληνος: Η αλήθεια είναι ότι περνά κάποιο διάστημα ουδέτερης κατάστασης, ας πούμε ανάπαυσης και κάποτε αργότερα ξεκινά η διεργασία που σου περιέγραψα με κάποιαν ατμόσφαιρα, κάποια γενικότερη ιδέα, κάποιο θέμα ας πούμε, και την εικόνα που πυροδοτεί το γράψιμο ξανά. Βέβαια, για εμένα, για να ξεκινήσω να γράφω, πρέπει αυτό που έχω κατά νου να είναι κάτι διαφορετικό από το προηγούμενο που έχω γράψει. Να είναι κάτι καινούργιο.

Ελένη Γουρνέλου: Θα χαρακτήριζες περισσότερο τον εαυτό σου ως ένα ‘συγγραφέα της πόλης’; Σε ενδιαφέρει περισσότερο αυτή η πολυπλοκότητα του αστικού τοπίου και, κυρίως, η περιγραφή των ανθρώπινων ιστοριών πίσω από τις πόρτες;

Αλέξης Πανσέληνος: Αυτό είναι γεγονός γιατί είμαι πράγματι ‘παιδί της πόλης’ και σε μεγάλο βαθμό ρεαλιστής συγγραφέας, όχι καθαρά ρεαλιστής, αλλά σίγουρα η πόλη μου δίνει στοιχεία που θέλω κάθε φορά ν’ αναδείξω μ’ ένα ρεαλιστικό τρόπο.

Ελένη Γουρνέλου: Πόλη αλλά και εποχές. Το είδαμε στο τελευταίο σου βιβλίο χαρακτηριστικά. Πιστεύεις ότι οι εποχές είναι πολύ διακριτές η μια από την άλλη ή μήπως εσύ ως συγγραφέας δίνεις μια έμφαση στη διαφορά τους;

Αλέξης Πανσέληνος: Στη δεκαετία του ’50 που περιγράφω στα «Ελαφρά Ελληνικά Τραγούδια» υπάρχουν στοιχεία της εποχής που, όμως, θα λέγαμε ότι φθάνουν μέχρι σήμερα. Δηλαδή, η μετεμφυλιακή Ελλάδα που νομίζαμε ότι τελείωσε με τη Μεταπολίτευση, διαπιστώσαμε εκ των υστέρων ότι δεν έχει τελειώσει. Αυτό, βέβαια, είναι ένα από τα σοβαρά θέματα που θα λύσουν οι πολιτικοί,  οι φιλόσοφοι και οι ιστορικοί  παρά οι συγγραφείς που απεικονίζουν περισσότερο τα πράγματα που διακρίνουν είτε στο παρελθόν είτε στο παρόν σε σχέση με το παρελθόν.

Ελένη Γουρνέλου: Αν, ωστόσο, δούμε ένα πιο πρόσφατο βιβλίο σου, όπως την «Κρυφή Πόρτα» που έχει γραφτεί για την πρόσφατη κρίση, σε σχέση με το τελευταίο σου βιβλίο,  αναγνωρίζεις κάποιες διαφορές; Και δεν εννοώ μόνο πολιτικά αλλά και κοινωνικά.

Αλέξης Πανσέληνος:  Η «Κρυφή Πόρτα» είναι ένα βιβλίο της Κρίσης γιατί τότε διαδραματίζεται. Σε αυτό που ονομάσαμε Κρίση και είναι η πτώχευση της Ελλάδας. Η καινούργια πτώχευση γιατί έχουν προηγηθεί κι άλλες στο παρελθόν. Προφανώς μιλάμε για πράγματα που ξεκίνησαν στην μετεμφυλιακή Ελλάδα και κάπως έτσι συνδέονται και με τα «Ελαφρά Ελληνικά Τραγούδια». Είναι η αποκατάσταση της εύρυθμης λειτουργίας του Κράτους αλλά και της κυριαρχίας της δεξιάς η οποία νίκησε στον εμφύλιο. Η αποκατάσταση της δημοκρατίας ήταν μια ευοίωνη αρχή αλλά δημιουργήθηκαν πολλά προβλήματα στον τρόπο με τον οποίο έγινε η διαχείριση της Νίκης στη συνέχεια. Κι αυτό γιατί,  καμία πολιτική παράταξη που κυβέρνησε την Ελλάδα μετεμφυλιακά δεν ήταν απαλλαγμένη από την επιρροή του ξένου παράγοντα. Αυτό δεν είναι και τόσο περίεργο και ισχύει για όλες τις χώρες τελικά αφού καμία χώρα δεν είναι μόνη της στον κόσμο πια, ειδικά τις τελευταίες δεκαετίας. Η πολιτική όλων των χωρών είναι στραμμένη προς τα έξω και είναι υποχρεωμένες να το κάνουν αυτό. Εκείνη την εποχή,  η Ελλάδα βγαίνοντας από τον εμφύλιο ήθελε να σταθεροποιήσει τη θέση της στον Δυτικό κόσμο. Αυτό έγινε μ’ έναν πολύ σκληρό τρόπο γιατί έπρεπε ν’ απομυθοποιηθεί η Αριστερά, η οποία, εξακολουθεί να διατηρεί το ηθικό πλεονέκτημα ότι, δηλαδή, σήκωσε στις πλάτες της την Αντίσταση. Πέρα, όμως, από αυτό έκανε και πάρα πολύ σοβαρά λάθη τα οποία οδήγησαν στην συντριβή της και τη μετεξέλιξή της μέχρι τις μέρες μας. Αυτά είναι πολιτικά ζητήματα που, πράγματι, μπορεί να μην αποτελούν τον πυρήνα ενός μυθιστορήματος αλλά, ωστόσο,  δεν αφήνουν ανεπηρέαστους τους ήρωές του, τις εποχές και τις καταστάσεις που περιγράφονται σε αυτό, όσο κι αν πρόκειται για μυθοπλασία. Κι εγώ επιμένω στη μυθοπλασία και έτσι θέλησα να μιλήσω για τη δεκαετία του ’50, βάζοντας στοίχημα με τον εαυτό μου να αποφύγω τα ντοκουμέντα. Το στοίχημά μου ήταν η αναβίωση της εποχής με μοναδικό μέσο τη φαντασία του μυθιστοριογράφου.

Ελένη Γουρνέλου: Παρ’ όλα αυτά σε απασχολεί στα βιβλία σου η πολιτική και πώς να μη συμβαίνει αυτό αφού προέρχεσαι από μια πολιτικοποιημένη οικογένεια και μια εποχή, επίσης, πολιτικοποιημένη.

Αλέξης Πανσέληνος:  Πολιτικοποιημένοι είναι γενικά οι αριστεροί. Η οικογένειά μου ήταν αριστερή κι εγώ το ίδιο οπότε, κατά συνέπεια, ήμουν πολιτικοποιημένος. Οι δεξιοί σπανίως είναι πολιτικοποιημένοι αλλά αυτό ενδεχομένως να είναι και η δύναμη της δεξιάς γιατί δεν αναλίσκεται σε μεγάλες αναλύσεις και λειτουργεί με μια πολιτική αυθορμησία που, μερικές φορές,  μπορεί να την οδηγήσει και σε εγκλήματα. Κι η αριστερά όμως μπορεί να οδηγηθεί σε εγκλήματα,  παρά τις ιδεολογικές επικαλύψεις των πράξεων της, κυρίως εκεί που άσκησε πραγματική πολιτική εξουσία.  Διαφορετικά η μόνιμη θέση της στην αντιπολίτευση της εξασφαλίζει και το απυρόβλητο του αμόλυντου από αίμα αδικοχυμένο.

Ελένη Γουρνέλου: Στα τελευταία σου βιβλία διακρίνουμε ένα είδος νοσταλγίας προς το παρελθόν και εδώ θα ήθελα να μου πεις πώς συνδέεται αυτή η νοσταλγία και με τη Λέσβο που είναι ο τόπος καταγωγής του πατέρα σου.

Αλέξης Πανσέληνος: Στην ηλικία που βρίσκομαι η νοσταλγία είναι μια από τις ασθένειες της, δεν μπορώ να την αποφύγω. Στα «Ελαφρά Ελληνικά Τραγούδια» για παράδειγμα εγώ είμαι 10 χρονών παιδί. Βεβαίως δεν χρωματίζω την εποχή με ρόζ χρώματα, αλλά γνωρίζοντας σήμερα τι συνέβαινε τότε προσπάθησα να την απεικονίσω τέτοια που  ήταν: σκληρή και άγρια εποχή. Η νοσταλγία σε στέλνει πίσω αλλά η γνώση που έχεις για την ιστορία και την εποχή σε εμποδίζει να το κάνεις ‘ζαχαρωτό’. Στο βιβλίο αυτό, υπάρχουν, επίσης,  κάποιες παιδικές αναμνήσεις από τη Μυτιλήνη γιατί εκείνη την εποχή ακριβώς είχα παραθερίσει επι δυο συναπτά καλοκαίρια σε συγγενείς του πατέρα μου και, μάλιστα,  στο μυθιστόρημα περιγράφω και το σπίτι που είχα μείνει, στην οδό Σκρά. Η ανάμνηση είναι ακόμα πολύ ζωηρή κι αυτό γιατί για ένα παιδί της πόλης τέτοιου είδους καλοκαίρια είναι πολύ σημαντικά. Θα σε πληροφορήσω, μάλιστα, ότι το λιμάνι της Μυτιλήνης,  εκείνη την εποχή,  ήταν γεμάτο από ιστιοφόρα που συνδέονταν με τον Βόλο, τη Θεσσαλονίκη κ.α. μέρη με τα οποία επικοινωνούσαν οι Μυτιληνιοί έμποροι. Ήταν μια ωραία εποχή, μια πολύ ωραία ατμόσφαιρα και έζησα μοναδικά πράγματα που χαράζονται  στη μνήμη ενός παιδιού και το συνοδεύουν σε όλη του τη ζωή. Τα θυμάμαι σαν να είναι ακόμα χθες. Θυμάμαι το Ακλειδιού όπου με φιλοξενούσαν στο εξοχικό τους οι θείοι του πατέρα μου. Το “Μαϊάμι” και τα Τσαμάκια, τα περίφημα καφενεία του λιμανιού όπου πήγαινε ο θειός μου και πήγαινα κι εγώ για να με κεράσει βανίλια υποβρύχιο, όπως το καφενείο του “Βαλάκη”. Εκεί άκουγα τα παράξενα ονόματα των Μυτιληνιών …άκουγα για τον Κορτέση, τον Κόρακα τον βουλευτή της ΕΔΑ, αργότερα του ΚΚΕ. Ήταν μια ατμόσφαιρα παραμυθιού για εμένα και βέβαια λατρεύω τη πόλη της Μυτιλήνης όπως και όλο το νησί για την ξεχωριστή ατμόσφαιρα που έχει, το χιούμορ των ανθρώπων, τη καλή τους καρδιά. Γενικά ψάχνω να βρω ευκαιρία  για να ξαναπάω.

Ελένη Γουρνέλου: Εύχομαι να γίνει σύντομα αυτό. Θυμόμαστε βέβαια και το κλασικό βιβλίο του πατέρα σου, το «Τότε που ζούσαμε» που περιγράφει πολύ καλά τη νοοτροπία αλλά και την ιστορία των ανθρώπων στη Λέσβο.Ο Ασημάκης Πανσέληνος (δεξιά) με το φίλο του Αλέκο Α. στη Μυτιλήνη, σε ηλικία 26 ετών . “Ναβάγια της ζωής” έχει γράψει αυτοσαρκαστικά στο πίσω μέρος της φωτογραφίας, σε προκλητική «μαλλιαρή»

Αλέξης Πανσέληνος: Ναι, είναι ένα κλασικό βιβλίο το οποίο ακόμα πουλάει σαν να έχει εκδοθεί εχθές ενώ έχει εκδοθεί το 1974 και, το οποίο, πραγματικά κουβαλάει το μυτιληνιό πνεύμα. Αυτό, βέβαια, κουβαλούσε κι ο πατέρας μου που περιγράφει με νοσταλγία την εποχή εκείνη που έζησε στη Μυτιλήνη, δηλαδή,  των αρχών του 20ου αιώνα. Φυσικά είναι αρκετά Μυτιληνιός και μπορεί να τους τα χώνει κιόλας αρκετά (γέλια). Το δε βιβλίο αρχίζει με τη φράση: «Στο νησί που γεννήθηκα οι άνθρωποι (δηλαδή, οι πλούσιοι)» κι αυτό δείχνει πόσο είχε εντρυφήσει στην εποχή εκείνη και στη νοοτροπία μιας καθαρά αστικής τάξης Μυτιληνιών από την οποία άλλωστε προερχόταν και ο ίδιος.

Ελένη Γουρνέλου: Αλέξη, πόσο σε επηρέασε αυτή η ισχυρή φυσιογνωμία του πατέρα σου, ο οποίος, έλεγε τα πράγματα με το όνομά τους αλλά και η μητέρα σου που ήταν κι εκείνη ισχυρός χαρακτήρας και συγγραφέας, επίσης;

Αλέξης Πανσέληνος: Ήταν δυο πολύ διαφορετικοί άνθρωποι και βέβαια κουβαλώ μέσα μου και τους δυο. Τους κουβαλώ και στο σώμα μου όπου διακρίνω σε ποια σημεία μοιάζω του πατέρα μου και σε ποια της μάνας μου αλλά και στο μυαλό και τη ψυχή μου και μάλλον και στο γράψιμό μου τους κουβαλώ. Από τον πατέρα μου νομίζω ότι αυτό που, κυρίως, έχω πάρει είναι η αγάπη και η προσοχή του, κυρίως, στη γλώσσα ενώ από τη μητέρα μου, έχω πάρει την συνθετική ικανότητα στο γράψιμο. Και οι δυο υπάρχουν μέσα μου αρμονικά μπορώ να πω, πράγμα που δεν ίσχυε μεταξύ τους. Γι’ αυτό και χώρισαν πολύ νωρίς. Ήταν δυο πολύ δυνατές προσωπικότητες και ήταν δύσκολο να συνυπάρξουν.

Ελένη Γουρνέλου: Πέρα από τους γονείς σου, ωστόσο, επηρεάστηκες κι από άλλους ανθρώπους, φίλους των γονιών σου,  που σύχναζαν στο σπίτι σας στην οδό Γενναδίου, στην Αθήνα. Άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων που μπαινόβγαιναν στο σπίτι σας.

                                      Ο Αλέξης Πανσέληνος συζητά με νέους

Αλέξης Πανσέληνος: Πράγματι, στο σπίτι μας πέρα από τα παιδικά βιβλία που δεχόμασταν ως δώρα, υπήρχε βιβλιοθήκη. Λογοτεχνική και νομική βιβλιοθήκη από την οποία προέρχονταν και τα πρώτα μου διαβάσματα. Βέβαια υπήρχαν και οι επισκέψεις ή οι βεγγέρες από ανθρώπους που ήταν ζωγράφοι, ηθοποιοί, καλλιτέχνες. Ο πατέρας μου ήταν φίλος και δικηγόρος του Κάρολου Κουν. Το Θέατρο Τέχνης ιδρύθηκε στο σπίτι μας, ο πατέρας μου είχε πάρει μέρος στη σύνταξη του καταστατικού και έχω ακόμα το πρωτότυπο και την πρώτη σφραγίδα του θεάτρου. Επίσης, η ηθοποιός Ελένη Χατζηαργύρη αλλά και οι παιδικοί φίλοι του πατέρα μου, οι γνωστοί Μυτιληνιοί ζωγράφοι, Ορέστης Κανέλλης και ο Τάκης Ελευθεριάδης.

Ελένη Γουρνέλου: Η μητέρα σου Έφη Πανσέληνου;

Αλέξης Πανσέληνος: Ναι κι εκείνη έγραψε αργότερα από τον πατέρα μου, το 1957 συγκεκριμένα εξέδωσε το πρώτο της μυθιστόρημα.  Έγραψε τρία, πολλές ποιητικές συλλογές αλλά κι ένα μεγάλο μελέτημα για τις γυναίκες ποιήτριες της εποχής.

Ελένη Γουρνέλου: Ήταν φεμινίστρια η μητέρα σου.

Αλέξης Πανσέληνος: Ναι, ήταν. Και έντονα πολιτικοποιημένη, επίσης. Είχε αναπόφευκτα κι έναν ανταγωνισμό με τον πατέρα μου,  συγγραφικό. Βέβαια και αφού χώρισαν ο ένας έστελνε στον άλλο τα βιβλία του. Αλλά το τι έλεγαν ο ένας για το βιβλίο του άλλου, είναι μια άλλη ιστορία….

Ελένη Γουρνέλου: Είναι, λοιπόν, εμφανής η επιρροή τόσο των γονιών σου όσο και του περιβάλλοντος που μεγάλωσες σ’ εσένα. Οι συναναστροφές της οικογένειες αλλά ακόμα και τα σπίτια που έζησες στο κέντρο της Αθήνας. Άλλαξες σε κάτι όλα αυτά τα χρόνια ή είσαι ο ίδιος όπως θυμάσαι τον εαυτό σου;

Αλέξης Πανσέληνος: Σ΄ένα μεγάλο βαθμό έχω αλλάξει αλλά εξίσου στον ίδιο βαθμό έχω παραμείνει αναλλοίωτος. Ας πούμε για παράδειγμα από παιδί ήθελα να γίνω συγγραφέας. Πήγα στη Νομική γιατί έτσι έπρεπε εκείνη την εποχή και επιπλέον ήταν σχεδόν μονόδρομος αφού και οι δυο γονείς ήταν δικηγόροι. Όμως, έγραφα από μικρός κι αυτό γιατί διάβαζα πάρα πολύ. Τα δώρα της εποχής ήτα βιβλία και μιλάω για παιδικά βιβλία που ήταν ξαναγραμμένα κλασικά μυθιστορήματα. Η επαφή του παιδιού, τότε, δεν ήταν μέσα από κατασκευασμένα παιδικά παραμύθια αλλά μέσα από κλασικά μυθιστορήματα (π.χ. Ρόμπερτ Λουίς Στίβενσον) καμιά φορά ελαφρά διασκευασμένα, μυθιστορήματα του Δουμά, του Βέρν, τον Δον Κιχώτη, τον Γαργαντούα του Ραμπελαί. Είχες έτσι μια επαφή κατευθείαν με τη μεγάλη τέχνη, με τη μεγάλη μυθιστοριογραφία. Αυτά τα βιβλία με έστειλαν στο γράψιμο και όχι οι γονείς μου που ήταν συγγραφείς. Ο πατέρας μου πρωτοεμφανίστηκε με μια ποιητική συλλογή του 1947, η μητέρα μου με μυθιστόρημα το 1957 αλλά εγώ μέχρι τότε είχα γράψει 15 μυθιστορήματα, παιδικά και βλακώδη φυσικά, τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Αλλά έγραφα! Ήταν προφανώς μιμήσεις των βιβλίων που διάβαζα. Η μίμηση είναι μια πολύ καλή μαθητεία γιατί μέσα από εκεί μαθαίνεις πρώτα απ’ όλα την τέχνη, τις τεχνικές κι αν είναι να αποκτήσεις τη δική σου φωνή αυτό θα γίνει αργότερα,  όταν αρχίσεις να ασχολείσαι με θέματα πιο προσωπικά και πιο κοντά στις εμπειρίες σου.

Ελένη Γουρνέλου: Τι θα έλεγες ότι έχει αλλάξει σ’ εσένα από τότε;

Αλέξης Πανσέληνος: Έχω αλλάξει στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζα τους γονείς μου. Μεγαλώνοντας τους έχω καταλάβει αφού κι εγώ, όπως όλοι οι νέοι, τους απέρριπτα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Θέλουμε να σκοτώσουμε τον πατέρα μας – και ενδεχομένως να κοιμηθούμε με τη μητέρα μας (γέλια). Όλα αυτά δημιουργούν μια τοξική ατμόσφαιρα, κυρίως, στην εφηβεία.  Αυτά τόσο λόγω του διαζυγίου που μεσολάβησε όσο και λόγω της οικογενειακής ατμόσφαιρας που δεν ήταν πολύ ομαλή ούτε αργότερα, μού δημιούργησαν ένα σύνολο αρνητικών μηχανισμών και με απομόνωσαν σ’ έναν δικό μου κόσμο. Εκ των υστέρων αναγνωρίζω και τους δυο μου γονείς στον εαυτό μου, στον τρόπο που αντιδρώ στις καλές και στις κακές στιγμές της ζωής. Πολιτικά δεν έχω αλλάξει πολύ γιατί αν και ήμουν προσανατολισμένος προς την αριστερά δεν υπήρξα ποτέ ενταγμένος. Κι αυτό, ξέρεις, σχεδόν μού το επέβαλαν γιατί ήταν πάρα πολύ κυνηγημένοι οι ίδιοι και τρομαγμένοι επίσης. Φοβόντουσαν μήπως υποστώ κάποια από αυτά που υπέστησαν εκείνοι και τα οποία εν τέλει, σε πολύ ελαφρύτερο βαθμό, τα υπέστην κι εγώ. Πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων ή απαγόρευση έκδοσης διαβατηρίου για το εξωτερικό… Χρειάστηκε να έλθει η Μεταπολίτευση ώστε να μπορέσουμε ν’ απαλλαγούμε από αυτά. Και η θητεία που έκανα στο στρατό από το 69-71 μέσα στην δικτατορία είχε αρκετές δυσκολίες καθώς ήμουν χαρακτηρισμένος… Δεν μαρτύρησα αλλά δεν ήταν και εύκολα τα πράγματα. Γενικά,  κράτησα μια απόσταση από όλες τις παρατάξεις, πράγμα που μου επέτρεψε να βλέπω κριτικά την πολιτική σαν ένα φάσμα σχέσεων, ενεργειών και καταστάσεων κι έχω αποκτήσει πια ένα βλέμμα ιστορικού περισσότερο. Κάτι σαν το βλέμμα των γιατρών που βλέπουν την αρρώστια από μακριά…

Ελένη Γουρνέλου: Πόσο αυτοβιογραφικά είναι τα βιβλία σου και πόσο αντιμετωπίζεις συγκρουσιακά ή ταυτίζεσαι τους ήρωές σου;

Αλέξης Πανσέληνος: Οι ήρωές μου δεν μου είναι καθόλου ξένοι και σε πολλούς από αυτούς υπάρχουν ατόφια κομμάτια από τον εαυτό μου ή από φίλους μου. είτε πρόκειται για αρνητικούς είτε για θετικούς ήρωες όπως τους λέμε συνήθως. Στους περισσότερους από τους αρνητικούς μπορεί να είμαι μέσα κι εγώ ο ίδιος…δεν κάνω χάρη στον εαυτό μου. Ξέρω τα κουσούρια μου και μερικές φορές τα βιβλία μου μπορεί και να έχουν αρκετά αυτοβιογραφικό χαρακτήρα είτε στα ψήγματα των χαρακτήρων είτε στους χρόνους είτε στους τόπους, στα βιώματα, ανεπεξέργαστα ή μεταποιημένα. Δεν μπορεί να μη γίνεται αυτό γιατί αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο μέσα από τον εαυτό σου αλλά και μέσα από τη σχέση σου με τους άλλους. Πολλές φορές, οι άλλοι, προς μεγάλη σου κατάπληξη, σού αποκαλύπτουν πώς είσαι και ποιος είσαι, πράγμα που δεν γνωρίζεις ξεκάθαρα, αλλά όταν βλέπεις κάποιους ανθρώπους να σε αντιμετωπίζουν μ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο, κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι είσαι αυτό που βλέπουν εκείνοι. Οι άλλοι λειτουργούν σαν καθρέφτης.

Ελένη Γουρνέλου: Τι θα αφαιρούσες και τι θα κρατούσες από τη ζωή σου Αλέξη;

Αλέξης Πανσέληνος: Δεν θα αφαιρούσα τίποτα αν και υπάρχουν πολλά πράγματα που θα ήθελα πολύ να μη μου έχουν συμβεί αλλά όχι, δεν θα αφαιρούσα τίποτα. Θεωρώ ότι όλα τα βιώματα, οι ατυχίες και  οι ευτυχισμένες στιγμές τροφοδοτούν και διαπλάθουν αυτό που είσαι σήμερα. Αν έκοβα ένα κομμάτι από αυτά θα έκοβα ένα κομμάτι από το πρόσωπό μου και θα αλλοιωνόταν  ο εσώτερος μου εαυτός. Αν υπήρχε, δηλαδή, ο τρόπος να αφαιρεθεί, έστω και κάτι από τα άσχημα στοιχεία τουτ χαρακτήρα μου, θα άφηνε την εικόνα μου λειψή. Το καταλαβαίνει κανείς μεγαλώνοντας. Τα βιώματά μας είναι αυτό που είμαστε σήμερα.

Ελένη Γουρνέλου: Μαθαίνουμε περισσότερο από την επιτυχία ή την αποτυχία;

Αλέξης Πανσέληνος:  Μαθαίνεις κι από τα δύο φτάνει να είσαι δεκτικός μαθήσεως. Μαθαίνεις από τη δυστυχία αλλά διαπιστώνεις ότι υπάρχουν κι άνθρωποι που δεν τους άξιζε η δυστυχία τους. Κι η ευτυχία από την άλλη σού επιβεβαιώνει τα καλά στοιχεία του εαυτού σου, της προσωπικότητας ή της δουλειάς σου. Φτάνει να μη σε κάψει η επιτυχία και, το λέω αυτό, γιατί το βλέπω σε πάρα πολλά νέα παιδιά όπου η επιτυχία ήλθε αρκετά νωρίς και δεν κατάφεραν να τη διαχειριστούν. Βραβεύονται με την πρώτη τους εμφάνιση και μετά καταπέφτουν. Τους κάνει κακό η επιτυχία. Η αποτυχία για τον καλλιτέχνη έχει την έννοια της αιώνιας αναζήτησης, γιατί σε αναγκάζει να δουλεύεις για να κάνεις κάτι καλύτερο, και συνεχίζεις να δουλεύεις γι’ αυτόν τον σκοπό. Δεν καταφέρνεις να δεις όλο το ξεδίπλωμα του ποιητικού σου οράματος στον καμβά που έχεις, πράγμα που σε παρακινεί κάθε φορά να φτιάξεις ολοένα κάτι επιπλέον.  Είμαστε πεπερασμένα όντα και οι λειτουργίες μας είναι ατελείς οπότε και το έργο που κάνουμε ποτέ δεν είναι τέλειο. Αυτή η ατέλεια που, ο καλλιτέχνης τη γνωρίζει πολύ καλά για το έργο του, τον παρακινεί πάντα να κάνει το επόμενο βήμα. Άρα και η επιτυχία είναι δάσκαλός ως αποτυχία.

Ελένη Γουρνέλου: Αλέξη,  χαίρεις εκτίμησης για το συγγραφικό σου έργο τόσο στην Ελλάδα όσο και το εξωτερικό. Έργα σου έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Ωστόσο, θα έλεγες ότι γενικά οι Έλληνες συγγραφείς τυγχάνουν της ίδιας τύχης με τους ξένους ως προς τη διάδοση του έργου τους; Και το λέω αυτό λόγω του περιορισμού της γλώσσας….

Αλέξης Πανσέληνος:  Η ελληνική γλώσσα έχει  περιορισμένη έως ελάχιστη διάδοση και, είναι γνωστό ότι, οι γλώσσες που δεν μιλιούνται από πολύν κόσμο πρέπει να επιδοτηθούν για να μεταφραστούν στην ξένη αγορά. Και δεν μιλάμε βέβαια για τα αγγλικά που τα μιλάει όλος ο πλανήτης αλλά για γλώσσες όπως οι π.χ. οι σκανδιναβικές ή η γερμανική, που επιδοτούνται από το κράτος. Τώρα, γι’ αυτό που λες ότι το έργο μου είναι γνωστό στο εξωτερικό,  δεν θα συμφωνήσω….Έχουν μεταφραστεί, πράγματι, βιβλία μου αλλά δεν έχει προσεχτεί το συγγραφικό μου έργο στο εξωτερικό. Θέλω να πω ότι, αν δεν έχει κινήσει κάτι την περιέργεια του εκδότη στο εξωτερικό, τότε δεν μπορείς να έχεις τύχη να διαβαστούν τα βιβλία σου από ένα ευρύτερο κοινό. Εγώ, πάντως, αυτό που θα θεωρούσα ως μεγάλη επιτυχία και μεγάλη βράβευση,  θα ήταν  να είμαι γνωστότερος στην Ελλάδα. Στα 76 μου, σήμερα, πιστεύω ότι είμαι και σήμερα ένα πολύ καλά φυλαγμένο μυστικό της ελληνικής λογοτεχνίας. Δεν είμαι ούτε στον τόπο μου τόσο γνωστός όσο θα φανταζόταν κανείς.

Ελένη Γουρνέλου: Έχω μια μικρή επιφύλαξη σε αυτό που λες, αλλά αν τελικά ισχύει, ίσως αυτό συμβαίνει γιατί δεν είσαι και τόσο παραγωγικός. Για παράδειγμα δεν γράφεις κάθε χρόνο βιβλίο….

Αλέξης Πανσέληνος: Σε αυτό ίσως έχεις κάποιο δίκιο αλλά νομίζω ότι αυτό που παίζει, κυρίως, ρόλο είναι ότι δεν είμαι πολύ “κοσμικός”. Ακόμα ότι  δεν έχω μόνιμη στήλη σε εφημερίδα που είναι καλός τρόπος για να διαφημίσεις τη δουλειά σου. Πρόσφατα διάβασα μια πτυχιακή εργασία που γίνεται στο πλαίσιο ενός σεμιναρίου φιλολογικής λογοτεχνίας από την καθηγήτρια Ερη Σταυροπούλου στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου και κάποιες από αυτές αφορούσαν βιβλία μου. Εκεί ένας φοιτητής διαπιστώνει ότι: ‘ατυχώς δεν υπάρχει αρκετή βιβλιογραφία για το έργο του Πανσέληνου’. Με αγνοούν και οι ελληνιστές βλέπεις….

Ελένη Γουρνέλου: Βλέπεις νέους συγγραφείς που μπορεί να έχουν καλύτερη τύχη στην Ελλάδα, σήμερα, και οι οποίοι προφανώς αξίζουν;

Αλέξης Πανσέληνος: Θα μιλήσω για το μυθιστόρημα γιατί αυτό με ενδιαφέρει περισσότερο, όπως καταλαβαίνεις. Χάρις στον γάμο μου με τη Λουκία Δέρβη που είναι αρκετά νεότερη από εμένα και ανήκει σε μια άλλη γενιά συγγραφέων, έτυχε να συναναστραφώ με παιδιά αυτής της γενιάς που γράφουν. Σίγουρα υπάρχει τρομακτικό ενδιαφέρον και υπάρχουν ανάμεσά τους κάποιοι που θα γράψουν εξαιρετικά βιβλία στο μέλλον. Το μυθιστόρημα δεν πεθαίνει και, μάλιστα, σε μια χώρα σαν την Ελλάδα όπου η ιστορία βράζει ακόμα. Είναι ανάγκη μας το μυθιστόρημα για να δούμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη. Η ποίηση ωραιοποιεί την εικόνα μας. Είναι το καλό μας προφίλ. Το μυθιστόρημα αποκαλύπτει  τα άπλυτα και τα στραβά μας. Οπότε είμαι αισιόδοξος ότι στο μέλλον θα δούμε σπουδαία πράγματα από πολλούς νέους συγγραφείς. Δεν έχω καμία αμφιβολία.

Ελένη Γουρνέλου: Αλέξη, κλείνοντας θα ήθελα μας πεις μια αλήθεια που ισχύει για σένα και την ακολουθείς πάντα σαν πυξίδα στη ζωή σου.

Αλέξης Πανσέληνος:  Είναι δύσκολο να βρω κάτι που έχει παντού εφαρμογή. Όσον αφορά τη προσωπική μου ζωή δεν θα πρωτοτυπήσω λέγοντας ότι εκείνο που με ενδιαφέρει είναι οι ελάχιστοι στενοί φίλοι και οι τέχνες που αγαπώ. Λογοτεχνία και μουσική. Όσον αφορά τη δουλειά μου,  το βασικό μου μότο, αυτό που λέω στον εαυτό μου είναι: Μη γράφεις εάν δεν έχεις κάτι να πεις. Δεν υπάρχει λόγος. Μη βασανίζετε ασκόπως τις λέξεις. Βέβαια,  υπάρχει πολλή τέτοιου είδους  παραγωγή αλλά μέσα από αυτήν μπορεί κάτι να ξεκινήσει. Ωστόσο, εγώ είμαι από εκείνους που όταν δεν έχει κάτι να πει, προτιμά να μη μιλάει.

Ελένη Γουρνέλου: Σε ευχαριστώ πολύ!

Αλέξης Πανσέληνος:  Κι εγώ!

————————–

*Η ΕΛΕΝΗ ΓΟΥΡΝΕΛΟΥ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Στη συνέχεια μετακινήθηκε στη Λέσβο εξαιτίας του Ο. Ελύτη και του Ασημάκη Πανσέληνου και από το 1994 εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Οι βασικές σπουδές της είναι στο αντικείμενο «Σπουδές στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό» της Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών του ΕΑΠ και το Msc της στη «Κοινωνική Ανθρωπολογία και Ιστορία του Πανεπιστημίου Αιγαίου». Έχει συνεργαστεί με το ραδιοφωνικό σταθμό ΑΙΟΛΟΣ της Μυτιλήνης και τον ΕΜΠΝΕΥΣΗ της Σύρου σε εκπομπές με συνεντεύξεις με ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή με τίτλο: «Αστρολάβος» και αρθρογραφεί  σε εφημερίδες της Λέσβου και της Σύρου. Από το 2018 διαμένει μόνιμα στην Ερμούπολη όπου συνεχίζει να εργάζεται στο Πανεπιστήμιο. Μόνιμο ενδιαφέρον και συνοδοιπόρος στη ζωή ο πολιτισμός και η τέχνη, όχι σαν εξαίρεση ,αλλά σαν καθημερινότητα.