ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ

————————

Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

 

Το 1978 κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τον μικρό εκδοτικό οίκο «Θυμάρι» ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο, το «Τα 8 θανάσιμα αμαρτήματα του πολιτισμού μας», του νομπελίστα Κόνραντ Λόρεντς (*), ιδρυτή τού κλάδου τής συγκριτικής συμπεριφοράς.

Το πρώτο από τα οκτώ αμαρτήματα, που εστιάζει τον στοχασμό του ο Λόρεντς, είναι ο υπερπληθυσμός.

Αναζήτησα το βιβλίο στα ράφια της βιβλιοθήκης μου και το ξαναπήρα στα χέρια μου. Αιτία: Η φράση του τ. υπουργού κ. Δρίτσα, για τη Μόρια και τον έναν βιασμό κάθε εξάμηνο, που κατά τη γνώμη του έπαιρνε αδικαιολόγητα μεγάλες διαστάσεις. Φυσικά, ο τ. υπουργός δεν αναφερόταν σε βιασμό τής κόρης του, ή της γυναίκας του, ή του ιδίου. Αναφερόταν σε βιασμό κάποιας ή κάποιου πρόσφυγα, που ζει τον συνωστισμό τής Μόριας, οπότε αφορούσε συμβάν μακριά από τον ίδιο. Και βέβαια αναφερόταν σε βιασμούς που έβλεπαν το φως τής δημοσιότητας και όχι σ’ αυτούς που τους καταπίνει το σκοτάδι τής σιωπής, γιατί τα θύματα βιώνουν μετά τον βιασμό τον τρόμο.

Αναζήτησα το βιβλίο όχι για να σχολιάσω τον τ. υπουργό ή να εκφράσω τη δυσαρέσκειά μου απέναντι σε δηλώσεις που μόνο αηδία μπορούν να προκαλέσουν, αλλά για να θυμηθώ κάτι που έγραφε ο Κόνραντ Λόρεντς για τις συνθήκες που δημιουργεί ο συνωστισμός ανθρώπων σ’ έναν συγκεκριμένο τόπο. Γράφει, πριν σαράντα και κάτι χρόνια, ο Λόρεντς:

«Ο συνωστισμός ανθρώπινων μαζών στις μεγάλες σύγχρονες πόλεις, είναι εν μέρει υπεύθυνος για το γεγονός ότι δεν είμαστε πια ικανοί να ξεχωρίσουμε το πρόσωπο του πλησίον μας. Πώς θα ήταν δυνατόν να το ξεχωρίσουμε μέσα στη φαντασμαγορία αυτή των ανθρώπινων προσώπων που αλλάζουν, που τοποθετούνται το ένα πάνω στο άλλο και οι εικόνες τους σβήνουν συνεχώς; Εμπρός στο πλήθος αυτό των ανθρώπων και τη σύγχυση που δημιουργείται, η αγάπη μας για τους άλλους αδυνατίζει μέχρι του σημείου να χάνουμε τα ίχνη της.

»Σήμερα οι ένοπλες επιθέσεις, οι φόνοι και οι βιασμοί μπορούν να συμβαίνουν μέρα μεσημέρι, στην καρδιά ακριβώς των μεγάλων πόλεων, μέσα στους γεμάτους κόσμο δρόμους, χωρίς κανείς να επεμβαίνει. Η συγκέντρωση πάρα πολλών ανθρώπων μέσα σε περιορισμένο χώρο, όχι μόνο οδηγεί έμμεσα σε απάνθρωπες πράξεις, που προκαλούνται από την εξάντληση και την προοδευτική εξαφάνιση των επαφών, αλλά αποτελεί την άμεση αιτία μιας ολόκληρης επιθετικής συμπεριφοράς…»

Βεβαίως, ο Λόρεντς αναφέρεται στα αστικά κέντρα όπως αυτά διαμορφώνονταν στη δεκαετία τού 1970. Τότε δεν υπήρχε αυτός ο κατακλυσμός προσφύγων και μεταναστών από την Ασία και την Αφρική προς την Ευρώπη και φυσικά δεν υπήρχαν κέντρα υποδοχής ή σημεία που έστω προσωρινά φιλοξενούσαν τους ανθρώπους αυτούς. Σήμερα, όμως, έχουμε αυτούς τους τόπους, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από άγριο συνωστισμό και ακριβώς σ’ αυτόν τον συνωστισμό προκαλούνται οι βιαιοπραγίες για τις οποίες γίνεται λόγος.

Αν στον παράγοντα «συνωστισμό» προσθέσουμε και άλλους παράγοντες, όπως τις αιτίες που έκαναν τους ανθρώπους αυτούς να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, τις μεταξύ τους φυλετικές και θρησκευτικές διαφορές, που κινούνται στα όρια του φανατισμού, τις στερήσεις κάποιων αγαθών που στον δικό μας κόσμο θεωρούνται αυτονόητα, την κούραση της αναμονής για συνέχιση του ταξιδιού τους, το πιθανό μίσος απέναντι σ’ αυτούς που έχουν ό,τι δεν έχουν οι ίδιοι, τις ανέσεις που υπολόγιζαν πως θα βρουν και δεν βρήκαν, τη σεξουαλική στέρηση και πολλά ακόμα, θα αντιληφθούμε πως πρόκειται για κοινωνίες ανθρώπων που ζουν χωρίς αυτά που εμείς θεωρούμε αυτονόητα.

Και;

Οι απαντήσεις στη μονολεκτική αυτή ερώτηση δεν είναι ούτε απλές, ούτε ισχύουν για όλους. Πολύ περισσότερο δεν μπορούν να γίνουν προϊόν πολιτικής εκμετάλλευσης, δημαγωγίας, παράνομης κερδοφορίας και άλλων ανήθικων συμπεριφορών. Και όμως γίνονται.

Η εισβολή τών κυμάτων προσφύγων και παράτυπων μεταναστών απειλεί, όχι τη συνοχή τής κοινωνίας, αλλά την ίδια την υπόσταση της χώρας. Επιτείνεται από την επίκληση των δικαιωμάτων τους, να ζουν όπως ζούσαν στη χώρα τους, ενίοτε δε, από την απαίτησή τους, να προσαρμόζονται οι φιλοξενούντες στα ήθη τών φιλοξενουμένων. Το άκρον άωτον της χρεοκοπίας, δηλαδή, του δυτικού πολιτισμού.

Σαφώς, η Ελλάδα δεν ευθύνεται ούτε για τους πολέμους στην Ασία και την Αφρική, ούτε για το ότι μεγάλες περιοχές αυτών των ηπείρων έμειναν σε μια κατάσταση ιδιαίτερης φτώχειας και ανισοκατανομής πλούτου. Η Ελλάδα, ούτε εξοπλισμούς πουλούσε, ούτε τα πετρελαιοφόρα τους κοιτάσματα διανοήθηκε να εκμεταλλευτεί. Όχι για ανθρωπιστικούς λόγους, αλλά πάντα ήταν ένα μικρό, ασθενικό κράτος, που δεν διέθετε αυτά τα προσόντα. Τα μαύρα αυτά παιγνίδια τα έπαιξαν ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη με παράδοση στην αποικιοκρατία, οι ΗΠΑ και η Ρωσία. Επίσης, η Ελλάδα, ουδόλως ευθύνεται για την αφύπνιση του φονταμενταλισμού στις περιοχές εκείνες. Στην θρησκευτική της αντιπαράθεση με το Ισλάμ, η θέση της ήταν πάντα αμυντική. Μια φορά που τόλμησε να βγει από τα σύνορά της, το πλήρωσε ακριβά με τη Μικρασιατική Καταστροφή κι εκεί έκλεισε τους λογαριασμούς της. O Αλλάχ και ο Χριστός… αναμετρήθηκαν στον Σαγγάριο κι εκεί ο πρώτος αποδείχτηκε πιο ανθεκτικός.

 

Ποιες μπορεί να είναι οι πιθανές ευθύνες τής χώρας μας; Σίγουρα υπάρχουν, και σε υποθέσεις τού παρόντος, και σε υποθέσεις τού μέλλοντος. Στις πρώτες ανήκει ο συνήθως ελαττωματικός κρατικός μηχανισμός. Χιλιάδες αιτήσεις ασύλου, που χρονίζουν στα συρτάρια της κρατικής γραφειοκρατίας. Κάποιες απ’ αυτές μπορεί να τις μισοέφαγαν και τα ποντίκια. Επίσης, ανήκει και η κακοδιαχείριση των κονδυλίων. Στον τομέα αυτό έχουμε κάνει πολλά μεταπτυχιακά. Όποιος προλάβει και όποιος είναι πιο επιτήδειος, πλουτίζει. Και «τα φιλαράκια, τα καλά…» που λέει και το τραγούδι.

Η πλέον δραματική υπόθεση του μέλλοντος είναι η υπογεννητικότητα. Ουδέν νεότερον από το μέτωπο του αυξάνεσθε και πληθύνεστε. Χώρα γερόντων, χώρα με ερημωμένη ύπαιθρο, χωριά φαντάσματα, αναξιοποίητο δυναμικό γης και με νοοτροπία επιδομάτων. Χώρα που εκμεταλλεύεται τον τουρισμό της αγκομαχώντας, που αφήνει ανεκμετάλλευτη την πολιτιστική κληρονομιά της, χώρα που διώχνει τα παιδιά της, χώρα που σημαντικό μέρος τών κατοίκων της θέλει τα πανεπιστήμια μπάχαλο, με τοίχους γεμάτους γκράφιτι και αίθουσες καταφύγιο αεριτζήδων μπαχαλάκηδων με τις ευλογίες τών αριστερών κομμάτων.

Από πού ν’ αρχίσει και πού να τελειώσει κανείς; Οι υποκριτές τής Αριστεράς δεν τόλμησαν να πουν λέξη για τις καταλήψεις, για τη μετατροπή τών υπογείων τού οικονομικού πανεπιστημίου σε άντρα ασχήμιας και παρανομίας, για το αισχρό παραεμπόριο έξω από τους πανεπιστημιακούς χώρους. Δεν είπαν το απλό: Ναι, επιτέλους να μπει μια τάξη. Είπαν μόνο πως η αστυνομία βιαιοπράγησε. Κάκιστα έπραξε η αστυνομία. Έπρεπε να μοιράσει λουλούδια και γλυκά στους αντιδρώντες φοιτητές, ή δήθεν φοιτητές. Μια χαρά θα μας βόλευαν αστυνομικοί που, με το που θα έπιαναν υπηρεσία, θα κατέφευγαν σε καφετέριες για καφεδάκι και άραγμα.

 

Συχνά επισκέπτομαι το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο τής πόλης μας. Παρατηρώ τους δεκάδες φοιτητές τής Ιατρικής, με τις λευκές ποδιές τους, ν’ ακολουθούν τους Καθηγητές τους από θάλαμο σε θάλαμο, να τους κοιτάζουν στα μάτια, να κρατούν σημειώσεις. Αναρωτιέμαι: Έχουν καμιά σχέση αυτοί οι φοιτητές, μ’ εκείνους που κρατούσαν στυλιάρια και κατασκεύαζαν μολότοφ;

Από αλλού ξεκίνησα, αλλού έφτασα. Ασθένεια της ηλικίας. Να βλέπω πίσω από κάτι, κάτι άλλο. Να βλέπω πίσω από τη γάγγραινα των λαθρομεταναστών τις αμαρτωλές ΜΚΟ, να βλέπω πίσω από τα κύματα των ανθρώπινων μαζών που φτάνουν στις ακτές τής χώρας μας τον βρόμικο μηχανισμό τής Ύπατης Αρμοστίας τού ΟΗΕ, να βλέπω πίσω ανθρωπιστικές εκδηλώσεις και κινήματα, λεηλασίες.

Άνθρωποι που το μυαλό τους δουλεύει για το πώς θα τα «κονομήσουν». Και πώς θα κρύψουν τα άνομα κέρδη τους. Τους βλέπω αγκαλιά με πολιτικούς, με ανώτερα στελέχη τραπεζιτικών υπαλλήλων, με «παράγοντες» της κοινωνικής ζωής. Ψιθυρίζουν: «Θα τον συντρίψω», αναφερόμενοι σε κάποιον ανταγωνιστή, ή σε κάποιον που αμφισβητεί την δήθεν εντιμότητά τους.

Αναγουλιάζω.

Μόνη μου αισιόδοξη σκέψη είναι πως τόσο εμένα, όσο κι εκείνους, αυτό που μας περιμένει υπομονετικά είναι ένας θάνατος και ένας τάφος… Η απόλυτη ισότητα!

 

—————————————————————–

 (*) Ο Κόνραντ Λόρεντς γεννήθηκε το 1902 στην Βιέννη, όπου και σπούδασε και νεαρότατος αναγορεύτηκε σε διδάκτορα της ιατρικής και της φιλοσοφίας.

Το 1928 έγινε βοηθός Καθηγητή στο Ανατομικό Ινστιτούτο του πανεπιστημίου της Βιέννης και το 1937 υφηγητής της Συγκριτικής Ανατομίας και Ψυχολογίας των Ζώων. Το 1940 διορίστηκε τακτικός Καθηγητής της Γενικής Ψυχολογίας του πανεπιστημίου της Κένιξβέργης, έχοντας τη διεύθυνση των τμημάτων ερευνών για την ψυχολογία της συμπεριφοράς σε διάφορα ιδρύματα και πανεπιστήμια.

Το 1973 μοιράστηκε το Νόμπελ Ιατρικής και Φυσιολογίας με τους Καρλ φον Φρις και Νικολάς Τίνμπεργκεν.

 

Λάρισα, 23/11/2019