Η Αγγελική Σπανού παρουσιάζει το βιβλίο της, “Απαρατήρητοι” στο`Ιδρυμα Μ. Κακογιάννης, Σάββατο, 30 Νοεμβρίου, στις 7 το απόγευμα.

Έχεις προσέξει ποτέ τα χέρια της ταμία στο σουπερμάρκετ που ψωνίζεις; Ξέρεις το όνομα του ντελιβερά που σου φέρνει την παραγγελία σου; Είναι ερωτευμένη η κυρία στα διόδια; Πώς αντέχει την μπόχα η οδοκαθαρίστρια; Τι σκέφτεται μια τηλεφωνήτρια όταν τελειώνει η βάρδια; Βαριέται μια ταξιθέτρια βλέποντας την ίδια παράσταση κάθε βράδυ; Ποιος έχει πιο πολύ στρες, ο παρκαδόρος στο πλοίο ή ένας τραυματιοφορέας; Πόσα μαθαίνει ένας θυρωρός σε μεγάλο κτίριο; Τι νιώθει ένας δικαστικός κλητήρας την ώρα της έξωσης; Και τι ζωή είναι αυτή; Υπάρχει πόνος, έλλειψη, απελπισία ή μόνο ανία, μοναξιά και εσωτερική ακινησία; Συνηθίζεται η πλήξη ή γίνεται όλο και πιο ανυπόφορη; Αντέχεται η απόσταση από τους άλλους και ο καταναγκασμός της επανάληψης; Και όλοι αυτοί, οι απαρατήρητοι, πώς μας βλέπουν; Τι σκέφτονται για εμάς; Σίγουρα πολύ περισσότερα απ’ όσα εμείς γι’ αυτούς. Δεν τους αναγνωρίζουμε, δεν τους προσέχουμε, δεν μας ενδιαφέρει να τους ακούσουμε. Και ίσως κάτι χάνουμε. Γιατί εκείνοι μας ξέρουν καλά. Κάποιες φορές καλύτερα απ’ όσο εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Η δημοσιογράφος Αγγελική Σπανού μιλάει στην ATHENS VOICE και στον Δημήτρη Αθανασιάδη για το βιβλίο της «Απαρατήρητοι» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.

Η ταμίας στο σουπερμάρκετ, η κυρία στα διόδια, ο ντελιβεράς, ο τραυματιοφορέας, ο θυρωρός, η ταξιθέτρια, η τηλεφωνήτρια, η οδοκαθαρίστρια, ο παρκαδόρος, ο δικαστικός κλητήρας. Η δημοσιογράφος Αγγελική Σπανού με διεισδυτική ματιά και τρυφερότητα ακτινογραφεί τους αθέατους πρωταγωνιστές της ζωής μιας πόλης. Και μεταφέρει στις σελίδες του βιβλίου της εμπειρίες, σκέψεις και «συνεντεύξεις» από εκείνους που τα μίντια συχνά αγνοούν και οι πολιτικοί ξεχνούν, ενώνοντας την πραγματικότητα με τη λογοτεχνία.

Πώς ήρθαν οι «Απαρατήρητοι» στο οπτικό σου πεδίο;
Υπήρχαν πάντα στο οπτικό μου πεδίο, με την έννοια ότι με ενδιέφεραν πολύ, τους παρατηρούσα, τους σκεφτόμουν, με κάποιους είχαμε συζητήσει αρκετές φορές στα πεταχτά, με ορισμένους μας συνέδεε και μια φιλία. Με ενδιέφεραν όχι μόνο επειδή είναι σκληρά εργαζόμενοι, με χαμηλά εισοδήματα και ελάχιστη αναγνώριση, αλλά και γιατί η δουλειά τους χαρακτηρίζεται από μονοτονία και έλλειψη επικοινωνίας. Κάνουν κάτι μηχανικό, τα ίδια και τα ίδια αμέτρητες φορές, και συνήθως οι άνθρωποι τους οποίους εξυπηρετούν, στο σούπερ μάρκετ, στα διόδια, στο θέατρο, στο πλοίο, στο νοσοκομείο, δεν ξέρουν το όνομά τους και δεν θέλουν να το μάθουν. Πώς αντέχουν την επανάληψη; Τους ζητά κανείς να αφηγηθούν την ιστορία τους; Και πώς μας βλέπουν οι ίδιοι; Ειδικά το τελευταίο ήθελα οπωσδήποτε να το μάθω και φοβόμουν τι θα ακούσω – τελικά μάλλον είχα δίκιο που φοβόμουν. Είχα, λοιπόν, πολλές απορίες και κάποια στιγμή που αισθανόμουν να ασφυκτιώ στο επαγγελματικό μου πλαίσιο είπα να αναζητήσω την απάντηση και να τη γράψω. Ο λόγος που αυτή η ιδέα έγινε βιβλίο είναι ότι την πίστεψε ο Νίκος Γκιώνης, ο οποίος για μένα, παρόλο που δεν τον γνώριζα προσωπικά, αποτελούσε πολύ σημαντικό πρόσωπο στο χώρο των εκδόσεων.

Στη δημοσιογραφική σου πορεία έρχεσαι σε επαφή με επώνυμα πρόσωπα της δημόσιας ζωής. Γιατί πήρες τέτοια στροφή;
Έχω κάνει για περισσότερο από δύο δεκαετίες συνεντεύξεις με πολιτικά πρόσωπα και δεν θυμάμαι κάποια που να μου άφησε κάτι, δεν είμαι περήφανη για καμία και δεν αισθάνθηκα ποτέ ότι έκανα μια συζήτηση που να είχε αξία πέρα από την εφήμερη απήχησή της. Ήξερα πια ότι η τηλεφωνήτρια και η ταξιθέτρια, ο τραυματιοφορέας και ο θυρωρός, δεν ενδιαφέρουν τα ΜΜΕ παρά μόνο κατ’ εξαίρεση γιατί δεν έχουν «κάτι» που να τους κάνει ορατούς. Δεν είναι άνεργοι για να τους υποσχεθεί κανείς θέση εργασίας μέσα από την ανάπτυξη ούτε πτυχιούχοι που δεν βρίσκουν δουλειά ανάλογη με τα προσόντα τους και φεύγουν στο εξωτερικό. Είναι αυτοί που μένουν πίσω στον ανταγωνισμό, περνούσαν δύσκολα πριν την κρίση, θα περάσουν δύσκολα και μετά, αν, κάποτε, τελειώσει η κρίση.

Η επαφή με αυτούς τους αντιήρωες της καθημερινότητας σε έκανε να επαναπροσδιορίσεις πράγματα; Και αν ναι, ποια;
Επειδή με απασχολούσαν πάντα, δεν χρειάστηκε να κάνω κάποια αλλαγή στη συμπεριφορά μου απέναντί τους. Το πιο σημαντικό για μένα ήταν ότι με εμπιστεύθηκαν, χωρίς να ξέρουν ακριβώς για ποιο λόγο, και πως όσοι είδαν τα κείμενά μου από πριν με ενθάρρυναν να τα δημοσιοποιήσω, παρόλο που ξαφνιάστηκαν. Χάρηκα πολύ όταν μια αναγνώστρια μου είπε ότι δεν θα ξαναμιλήσει απότομα όταν κάποιος της τηλεφωνήσει για να προωθήσει ένα προϊόν. Ένας φίλος, υψηλόβαθμο στέλεχος σε μεγάλη εταιρεία, μου είπε ότι ξεβολεύτηκε και σκέφτεται ότι δεν χάνει τίποτα να δίνει στο εξής μεγαλύτερο φιλοδώρημα στον ντελιβερά.

Αγγελική Σπανού «Απαρατήρητοι», εκδόσεις Πόλις

Η ζωή είναι σκληρή και στα χρόνια της κρίσης στον δημόσιο λόγο κυριάρχησε η επίκληση στο συναίσθημα. Ποιοι παράγοντες οδηγούν κατά την άποψή σου πολλούς ανθρώπους στην περιθωριοποίηση;
Σίγουρα η φτώχεια, η επισφάλεια στην απασχόληση, η έλλειψη προοπτικής, η συρρίκνωση των εργασιακών δικαιωμάτων, η διεύρυνση των ανισοτήτων και πόσες άλλες παθολογίες της εποχής δεν αντιμετωπίζονται με μελοδραματικές διακηρύξεις ή με επιδόματα. Η κοινωνική αδικία και η οικονομική δυσπραγία γίνονται πιο υποφερτές όταν υπάρχει ένα ισχυρό, ορθολογικό και δίκαιο κοινωνικό κράτος. Αν υπάρχει στιβαρό σύστημα υγείας και παιδείας, αξιόπιστες κοινωνικές δομές, ευκαιρίες για όλους, και βέβαια αν δεν πληρώνει το 20% το 80% των φόρων και δεν έχουν πλούσιοι φορολογικές δηλώσεις φτωχών, τότε το γκρίζο χρώμα υποχωρεί στην κοινωνική πραγματικότητα.

Αληθινές αφηγήσεις και μυθοπλασία. Γιατί διάλεξες αυτό τον τρόπο προσέγγισης στη γραφή σου;
Γιατί όσο ισχυρή και να ήταν η φαντασία μου δεν θα μου έφτανε, θα χρειαζόμουν το βλέμμα τους για να γράψω μια ιστορία κοντά στην πραγματικότητα. Νομίζω πως ο κόσμος διψάει για αλήθεια.

Έχουν ευθύνη οι δημοσιογράφοι για το πού στρέφουν τους προβολείς της δημοσιότητας και πόσο μεγάλη;
Τεράστια. Έχει αποδειχτεί πως κάτι ποιοτικό –στον τύπο, στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στο διαδίκτυο– έχει κοινό, ακόμη και αν είναι δύσκολο, απαιτητικό, μειοψηφικό, εκτός συρμού. Δεν υπάρχουν ηθικά άλλοθι για την παραγωγή σκουπιδιών στα ΜΜΕ.

Μπορείς να ξεχωρίσεις την πιο δύσκολη ιστορία των «απαρατήρητων»;
Καμία από αυτές τις δουλειές δεν θα μπορούσα να κάνω. Δεν ξέρω αν θα προτιμούσα να μαζεύω ψόφιες γάτες από τον δρόμο ή να επιδίδω το χαρτί μιας έξωσης σε μια οικογένεια με οικονομικά προβλήματα. Επομένως, δεν μπορώ να απαντήσω. Εύκολα μπορώ να πω ότι το βίωμά τους έγινε και δικό μου. Κι αυτό πόνεσε.