Για τη σχέση μεταξύ θεραπείας και αφήγησης

AthensVoice 

Πώς η αφήγηση έχει τόση δύναμη ώστε να υποκαταστήσει τα φάρμακα και τι είναι η αφηγηματική ιατρική.

Ήταν το 1794 όταν ένα μικρό αγόρι επρόκειτο να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για να του αφαιρεθεί ένας όγκος. Μου είναι πολύ δύσκολο να φανταστώ μια χειρουργική επέμβαση σε ένα παιδί 9 χρόνων περισσότερο από 200 χρόνια πριν. Χωρίς ακόμα τον Louis Pasteur και την διαδικασία της αντισηψίας για την αντιμετώπιση των  θανατηφόρων λοιμώξεων μετά το χειρουργείο, χωρίς τα χημικά αναισθητικά για την ανακούφιση από τον πόνο. Το αγόρι τα έβγαλε πέρα μια χαρά και η επέμβαση πέτυχε με τη βοήθεια μόνο ενός πράγματος: ένας παραμυθάς διηγήθηκε, με ιδιαίτερο απ’ότι φαίνεται τρόπο, στο αγόρι αυτό μιά ιστορία που ήταν τόσο ξεχωριστή ώστε τράβηξε τη προσοχή του παιδιού και έτσι ξέχασε τον πόνο του χειρουργείου.  Μπορούσε λοιπόν μια ιστορία, ένα παραμύθι δηλαδή, να έχει τέτοια δύναμη έτσι ώστε να υποκαταστήσει τα φάρμακα για τον πόνο που σήμερα θεωρούμε όλοι αυτονόητα για οποιονδήποτε άνθρωπο πρόκειται να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση; Για το συγκεκριμένο αυτό αγόρι το παραμύθι δούλεψε απόλυτα σαν αναισθητικό. Δέκα οχτώ χρόνια μετά από το περιστατικό αυτό το αγόρι αυτό έδινε σε έναν εκδότη μιά από τις ιστορίες που είχε γράψει. Το όνομα του αγοριού ήταν Jacob Grimm. Και η ιστορία του ποιά ήταν; Ήταν η Χιονάτη. Το αγόρι επρόκειτο να γίνει ένας από τους ποιό ξακουστούς παραμυθάδες και οι ιστορίες του, όπως αυτή της Χιονάτης, θα ταξίδευαν από στόμα σε στόμα για 200 χρόνια, θα γίνονταν αθάνατα βιβλία, ταινίες, θεατρικά έργα.

Αυτή ήταν η εμπειρία του Jacob Grimm μια εμπειρία που όμως θα μπορούσαν πολλά άλλα παιδιά και μεγάλοι να καταθέσουν επίσης έτσι όπως το ένοιωσε ο Grimm. Όλοι έχουμε ακούσει παραμύθια και ιστορίες στο κρεβάτι μας από μιά μαμά, έναν μπαμπά, έναν παππού, μιά γιαγιά έτσι ώστε να ανοίξουμε μια φανταστική πόρτα και να χαθούμε πετώντας πρός το γαλάζιο ουρανό της χώρας του Ποτέ-Ποτέ (The Neverland). Ίσως όλοι έχουμε παρασυρθεί τόσο από την ιστορία ενός χαρισματικού παραμυθά ώστε να μην νοιώθουμε πια τον πρωινό πονοκέφαλο, τον στομαχόπονο, το στρές του γραφείου, τον τσακωμό με τον προιστάμενο μας. Τι κάνει όμως έναν παραμυθά τόσο χαρισματικό ώστε να γίνεται γιατρός του νου και της καρδιάς; Ο ρυθμός της αφήγησης, η χροιά της φωνής του, η ικανότητα του να «υπνωτίζει» και έτσι να βγάζει από μέσα μας το άγχος και τις φοβίες; Το μυστικό βρίσκεται στην πλοκή της ιστορίας, στο ύφος του παραμυθά η και στα δυό μαζί; Θά έλεγε κανείς σίγουρα και στα δυό μαζί.

Η αρρώστια αλλάζει καθοριστικά τη ζωή μας και εφόσον θέλουμε να συνεχίσουμε να ζούμε θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι η ιστορία της ζωής μας αρχίζει, μετά την εμφάνιση μιάς αρρώστιας, να ξετυλίγεται σε ένα νέο επίπεδο. Όπως και στα παραμύθια η ιστορία μας παίρνει νέα πλοκή μετά από μιά αρνητική ενέργεια, μετά από ένα μαγικό ξόρκι, μετά την εμφάνιση ενός δράκου η μιας κακιάς μητριάς που φυλακίζει τους ήρωες μας στο σκοτεινό της κάστρο. Πολλές και διαφορετικές ιστορίες και σενάρια για την αρρώστια του φτιάχνει και ο κάθε ασθενής που μας επισκέπτεται. Όπως το ότι αρρώστησα γιατί «εκτέθηκα στο ρεύμα του αέρα», γιατί «έπαθα ψύξη», γιατί «ήμουν ελαφρά ντυμένος ενώ έξω είχε υγρασία» και άλλα πολλά που για τον συμβατικό γιατρό της εποχής μας, ο οποίος αποδίδει την αιτία της λοίμωξης μόνο σε ένα συγκεκριμένο μικρόβιο, είναι σαχλαμάρες. Ένας όμως γιατρός με την ευρύτερη έννοια του «θεραπευτή» μπορεί μέσα από τις υποκειμενικές αντιλήψεις για την αρρώστια να καταλάβει πολλά πράγματα για τον τρόπο ζωής του αρρώστου, για την κληρονομικότητα, για τις βλαβερές συνήθειες, για τις σχέσεις με την οικογένεια του και το άγχος η την κατάθλιψη που του προκαλούν οι σχέσεις του γενικώτερα, για το επαγγελματικό στρες και τις αρρώστιες που σχετίζονται με την εργασία του. Κάθε άρρωστος είναι και ο ίδιος μια διαφορετική ιστορία, κάθε άρρωστος που έρχεται στο γιατρό λέει ένα παραμύθι για την αρρώστια του που είναι τόσο κοινό αλλά και τόσο διαφορετικό από τα παραμύθια άλλων ασθενών. Και ο γιατρός πρέπει να ακούσει την ιστορία του καθενός με ανοιχτά αυτιά, σαν καλός ακροατής, για να μπορέσει να θεραπεύσει τον άρρωστο και όχι την αρρώστια. Υπάρχουν ασθενείς και όχι ασθένειες.

Η αμερικανίδα γιατρός Rita Charon έκανε μια σημαντική ανακάλυψη τη στιγμή που κατέληξε στη σχέση μεταξύ θεραπείας και αφήγησης. Αφηγείται η ίδια: «Συνειδητοποίησα ότι αυτό για το οποίο με πλήρωναν οι ασθενείς μου ήταν για ν’ ακούω με προσοχή και βάσει της ειδικότητάς μου ιδιαίτερα σύνθετα αφηγήματα – αφηγημένα με λέξεις, χειρονομίες, σιωπές, ιχνηλατήματα, εικόνες και φυσικά ευρήματα – προκειμένου να νοηματοδοτήσω τις ιστορίες αυτές σε κάτι που θα είχε έστω και προσωρινά ένα κάποιο νόημα. Αρκετό νόημα, ώστε να μπορεί κανείς να πράξει κάτι. Εγώ ήμουν η διερμηνέας αυτών των συχνά αντικρουόμενων αφηγηματικών γεγονότων, τα οποία είναι εξ ορισμού δύσκολο να μοιραστείς. Ο φυσικός ή συναισθηματικός πόνος, η αγωνία, η ανησυχία, η αίσθηση ότι τίποτε δεν πάει καλά: όλα είναι καταστάσεις δύσκολο να χωρέσουν σε λέξεις κι έτσι στους ασθενείς πέφτει το ιδιαίτερα απαιτητικό χρέος της «αφήγησής» τους, ενώ στους γιατρούς το εξίσου απαιτητικό χρέος της «ακρόασής» τους»

Η Charon δημιούργησε τον όρο Narrative Medicine (μτφρ. Αφηγηματική Ιατρική) το 2001 σε σχετικό άρθρο της στο επιστημονικό περιοδικό Annals of Internal Medicine, όμως ήδη εκείνη την περίοδο εργαζόταν με ασθενείς που της αφηγούνταν τις ιστορίες για χρόνια. Ήταν τόσο σίγουρη ότι ο ρόλος της αφήγησης και της ακρόασης ήταν σημαντικός, ώστε να αφιερώσει χρόνο να σπουδάσει λογοτεχνία και δημιουργική γραφή χάριν της διδακτορικής της διατριβής. Η επίδρασή της στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Κολούμπια ήταν τέτοια, ώστε από το δεύτερο χρόνο και μετά οι φοιτητές υποχρεώνονται πλέον να παρακολουθήσουν σεμινάρια Αφηγηματικής Ιατρικής. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί η Charon διαφέρει από αυτή των άλλων γιατρών. Εδώ, όπου περιγράφει τη διαδικασία συνέντευξης με έναν ασθενή της, μπορεί κανείς ν’ αντιληφθεί ξεκάθαρα τη σημασία της εκπαίδευσής της στη γραφή και τη λογοτεχνία: «Δεν αφουγγράζομαι μόνο το περιεχόμενο του αφηγήματος, αλλά και τη μορφή του – τις προσωρινές διαδρομές που ακολουθεί, τις αναπαραστάσεις, τη δευτερούσα πλοκή, τις σιωπές, από ποιό σημείο ξεκινά την αφήγησή του, με ποιο τρόπο τοποθετεί σε μια σειρά τα συμπτώματα και τη σχέση τους με άλλα γεγονότα της ζωής του… Μετά από μερικά λεπτά, σταματά να μιλά κι αρχίζει να κλαίει. Τον ρωτώ γιατί κλαίει. Μου λέει: ουδέποτε μου έχει επιτρέψει κανείς να μιλήσω έτσι.» (βλ. βιβλίο Rita Charon, Narrative Medicine: Honoring the Stories of Illness).

Η αφήγηση ιστοριών (storytelling) αποτελεί στις μέρες μας μια συμπληρωματική μέθοδο βοήθειας των ασθενών μας αλλά και ένα ακόμα εργαλείο για την εκπαίδευση γύρω από το πως θα αποκτήσει κανείς συνήθειες και συμπεριφορές που αφορούν την υγεία και την πρόληψη γενικώτερα. Η βοήθεια που παρέχουν παραδοσιακά παραμύθια αλλά και προ-σχεδιασμένες ιστορίες (metaphors in therapy) από αφηγητές οι οποίοι έχουν εκπαιδευθεί στο αντικείμενο αυτό  μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση του πόνου, του φόβου, του άγχους, της κατάθλιψης, στην αλλαγή τρόπου ζωής και δημιουργίας κινήτρων, στην δημιουργία αισιόδοξης και δημιουργικής σκέψης και οτιδήποτε υποστηρίζει την αδιάσπαστη ενότητα ψυχής-σώματος, έτσι ώστε να διατηρηθεί η ακεραιότητα του «όλου προσώπου» στα πλαίσια της διαδρομής ενός προβλήματος υγείας.  Η δύναμη των παραμυθιών βγαίνει κυρίως μέσα από την θεραπευτική αξία της αφήγησης και η Alida Gersie, παγκόσμια πρωτοπόρος στο αντικείμενο της θεραπευτικής αφήγησης, υποστηρίζει ότι η επιθυμία μας να αφηγηθούμε, η δυνατότητα να κρίνουμε τη στιγμή που θα το κάνουμε και η ικανότητα να μάθουμε από την αφήγηση αποτελούν τη βάση για την οργάνωση του ψυχισμού μας. Μας βοηθάνε να γίνουμε τελικά αυτό που είμαστε, ο εαυτός μας, η προσωπικότητα μας.

Καλοί και κακοί, βασιλιάδες, αδελφοί και αδελφές, μητέρες και μητριές είναι ρόλοι που υπάρχουν και στον πραγματικό κόσμο. Οι κατήγοροι είναι λύκοι και μητριές η μάγισσες δηλαδή όντα που στο μυαλό μας εκπροσωπούν πάντα το κακό. Τα θύματα καταπίεσης και εκμετάλλευσης είναι συνήθως όντα που κερδίζουν τη συμπάθεια μας, όπως φτωχά παιδιά, ορφανά, καλοσυνάτα κορίτσια, κατοικίδια ζωάκια. Αντίθετα οι εκπρόσωποι του καλού είναι νεράιδες, σοφά ζώα, ωραίοι πρίγκηπες. Το δάσος σκοτεινό η φωτεινό συμβολίζει τη ζωή και τη σημασία που δίνεται από κάθε νέο σ’ αυτή. Συνήθως κατά το πέρασμα μέσα από τη ζωή παρουσιάζονται κίνδυνοι, τέρατα και υπερφυσικά όντα πού ο ήρωας με τις ικανότητες του μπορει να ξεγελάσει. Το μαγεμένο δάσος μπορούν να διαβούν μόνο οι έτοιμοι, οι θαρραλέοι, οι δυνατοί, αυτοί που άφησαν πίσω σημάδια στο διάβα τους ώστε να βρούν πάλι το δρόμο. Επίσης τη θέση του δάσους παίρνουν συχνά τα σκοτεινά και απειλητικά νερά που κάποιες φορές γίνονται ήρεμα και διάφανα. Η μεταμόρφωση του ήρωα σε κάποιο μεταφυσικό όν, ζώο η αερικό συμβολίζει τη λύτρωση του απο τα όρια του πραγματικού κόσμου. Μέσα από τα παραμύθια φαίνεται η διαχρονική ανάγκη για ευτυχία, προσωπική και κοινωνική ικανοποίηση. Τα παραμύθια μας μεταφέρουν τους πόθους, τα οράματα και την απελπισία απλών λαικών ανθρώπων που έζησαν στη σκιά της φήμης λαμπρών ονομάτων αλλά και στον απόηχο ιστορικών πράξεων. Το παραμύθι κατάφερε να επιβιώσει από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα και αυτό οφείλεται στο ότι έκανε την καθημερινή πραγματικότητα τέχνη και χρησιμοποίησε τη δύναμη των συμβόλων. Ο φτωχός Μυλωνάς που σκοτώνει το δράκο και αφού πείθει το βασιλιά παντρεύεται τη βασιλοπούλα δεν συγκινεί με τούς υπαινιγμούς για τη φεουδαρχία που περιέχει αλλά σαν σύμβολο προσπάθειας και εντιμότητας κάποιου καταφρονεμένου αλλά προικισμένου ανθρώπου. Άνθρωποι με τη βοήθεια ζώων, όπως ο Παπουτσωμένος Γάτος, ξεπερνούν τα μειονεκτήματα της κοινωνικής τους τάξης και θριαμβεύουν.

Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε οτι τα περισσότερα παραμύθια δεν φτιάχτηκαν αποκλειστικά για παιδιά. Αποτέλεσαν παρηγοριά και ανάγκη των μεγάλων τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα και τις όμορφες καλοκαιρινές φεγγαροβραδιές. Οι φυσικές δυνάμεις εκείνη την εποχή αδάμαστες και καταστροφικές, η μπότα της εξουσίας έντονη πάνω στη μάζα των λαικών ανθρώπων. Οι παλαιότεροι άνθρωποι μέσα από τα παραμύθια που παρέδιδαν στα παιδιά και στα εγγόνια τους έμαθαν να εξασκούν την υπομονή τους. Όπως αναφέρει η Ζωή Βαλάση σε κείμενα της, οι Θεσσαλοί αφεντάδες δεν επέτρεπαν στούς κολίγους να φυτεύουν δένδρα στην αυλή τους γιατι η λαική ψυχαγωγία με τη μορφή του παραμυθιού συσπείρωνε τον κόσμο κάτω από τη σκιά του δένδρου. Όλοι αυτοί βέβαια ήσαν άνθρωποι που ζούσαν αληθινά, δηλαδή άνθρωποι που σκέφτονται, διηγούνται, διασκεδάζουν άρα ανεπιθύμητοι απο κάθε μορφή εξουσίας γιατί βέβαια η ομαδική ψυχαγωγία ανεβάζει τις εντάσεις και κρατά ζωντανή τη συνείδηση της ενότητας του συνόλου.