Όταν περνώ από το σπίτι της,  την οδό Λυκείου, την θυμάμαι… νομίζω ότι θα την ακούσω από το παράθυρο να περιλούει με αθυρόστομο τρόπο τον Αλέκο, έτσι αποκαλούσε τον Αλέξη Μινωτή, που με θεατρικό στόμφο είναι βέβαιο ότι θα της απαντούσε, ως συνήθως.

Στο αποχαιρετιστήριο του στη «Nέα Eστία», ο Παναγιώτης Kανελλόπουλος γράφει: «Όταν φεύγει μια μεγάλη ηθοποιός φεύγουν όλα τα πρόσωπα που είχε εκείνη ενσαρκώσει. H αθέατη αυτή συνοδεία προσώπων έχει κάτι το ιερό και ανατριχιαστικά μυστηριακό. Tο αισθάνθηκα για πρώτη φορά ιδιαίτερα όταν είδα να οδηγείται στην τελευταία της κατοικία η Kατίνα Παξινού. Έκλεισα μια στιγμή τα μάτια μου και είδα να τη συνοδεύουν και να φεύγουν για πάντα μαζί της η Hλέκτρα, η Eκάβη και η Mπερνάρντα Aλμπα, η Iοκάστη και η Aννα Kρίστι, η Aτοσσα και η Πιλάρ, η Φαίδρα και η Eντα Γκάμπλερ, η Hλέκτρα, η Mήδεια και η Mάνα Kουράγιο και άλλες μορφές που έτσι όπως τις είχε ενσαρκώσει η Kατίνα δεν πρόκειται ποτέ πια να περπατήσουν πάνω στη Γη».

Ασύνδετες αλλά δικές της κουβέντες… αντιγράφω πιο κάτω, κάποια αποσπάσματα από το μπλογκ https://www.all4fun.gr/portal/sthles/136-xoris-filtro/19720-katina-paksinoy-i-ithopoios-pou-kerdise-to-oskar-i-mana-pou-exase-tin-kori-tis.html

Η μάνα μου δεν ήθελε ούτε να με ξέρει όταν της είπα ότι θα γίνω ηθοποιός. Ήμουν τότε η πρώτη Ελληνίς, που προερχόμενη από αστική οικογένεια, γινόταν ηθοποιός! Επανάσταση για την εποχή μας. Η μητέρα μου μ’ έδιωξε από το σπίτι και με αποκλήρωσε.
Είμαι δυνατός κορμός εγώ… απείθαρχη στη ζωή, πειθαρχημένη στην τέχνη. Τέχνη χωρίς πειθαρχία δεν είναι τέχνη, είναι κάτι άλλο. Η τέχνη έχει ρυθμό. Όπως και η ζωή, ακόμη και στις αρρυθμίες της. Γι’ αυτό αγαπώ τη μουσική. Γιατί σου δίνει την ελευθερία να εκφραστείς αλλά μέσα από τα μαθηματικά της καλούπια.

 

Λατρεύω να μαγειρεύω! Να ταΐζω κόσμο. Να τους τρέφω, να τους φροντίζω. Όλα από το στομάχι ξεκινούν. Σαν τον έρωτα είναι το φαγητό. Αν είναι καλό και νόστιμο σε ηρεμεί. Ο Αλέξανδρος μου, ο εγγονός μου, πολύ σωστά είπε «εάν της έλεγες ότι η «Εκάβη» της δεν ήταν καλή, δεν έδινε σημασία. Εάν όμως της έλεγες ότι οι σουπιές της δεν πέτυχαν, μπορούσε να σε σκοτώσει». (γελάει). Εγώ ανοιχτοχέρα πάντα! Ο Αλέκος όχι. Καλή σχέση με τα χρήματα δεν είχα ποτέ. Μα κι αυτά βρε παιδί μου πότε εμφανίζονται, πότε εξαφανίζονται δεν το καταλαβαίνεις! Τσακωνόμασταν και γι’ αυτό με τον Αλέκο. Εγώ τα εξαφάνιζα, αυτός τα εμφάνιζε. Αλλά εκεί που τα βρίσκαμε ήταν η μαγειρική…!!! Εκεί βασικά τα έβρισκα με όλους! Είμαι σπουδαία μαγείρισσα, δεν ντρέπομαι να το πω! Τι με κοιτάτε καλέ έτσι;! Έχετε δοκιμάσει τα φαγιά μου; Πρώτα να τα δοκιμάσετε και μετά να μου πείτε!

16 χρονών ήταν το δικό μου αγγελούδι μου όταν το έχασα και γω τριαντατεσσάρων. Εθέλ μου, παιδί μου…Κοριτσάκι μου…
Μαζί τη γράψαμε τη μουσική του Οιδίποδα Εθέλ μου. Θυμάσαι; Θα σε βοηθήσω, μου είπες, μαμά. Ώρες ατελείωτες γράφαμε. Μου έλεγες τη γνώμη σου, κρατούσες τον ρυθμό. Γράφαμε για τον Οιδίποδα… Ταμ-ταμ-ταμ! Εθέλ… Εθέλ… κοριτσάκι μου… εσύ είσαι; Μ’ ακούς; Έλα στη μανούλα, παιδί μου! Έλα να δω τα ματάκια σου ακόμη μια φορά… Να αγγίξω το κεφαλάκι σου. Να σε αγκαλιάσω. αγάπη μου. Είμαι άρρωστη, λένε. Μα δε με νοιάζει. Ξέρω ότι με περιμένεις. Ξέρω πως θ ανταμώσουμε… Τι ξέρει όποιος δεν έχασε; Τι να καταλάβει όποιος δε στερήθηκε; Για σένα θρηνώ στις επιδαύρους, στα ηρώδεια και σ’ όλα τα θέατρα του κόσμου. Εσύ είσαι όλοι οι νεκροί που κλαίω, αγάπη μου. Εσύ ο θρήνος της φωνής μου, εσύ πολυτιμότερό μου. Για σένα συνέχισα να υπάρχω, με τη δική σου σκέψη και από τη δύναμή σου. Γιατί όσο σε σκέφτομαι δε φεύγεις. Άσβεστη παραμένεις μνήμη. Συνοδοιπόρος. Κοριτσάκι μου. Πάντα στο τραπέζι θα μένει κενή η θέση σου. Και η γεύση της ζωής δε θα ’ναι ποτέ ίδια. Εσύ φως μου, εσύ αλάτι μου, εσύ γλύκα μου, εσύ όραση, ακοή και αφή μου. Κι αν προχώρησα είναι γιατί έτσι θα το ήθελες. Γιατί ήσουν περήφανη για τη μανούλα. Πώς γίνεται εσύ να ήσουν δυνατή κι εγώ ανήμπορη. Παιδί μου, δικό μου παιδί… κοριτσάκι μου…

Κοιτάξτε με καλά! Κοιτάξτε με στα μάτια. Είμαι ένας άνθρωπος όπως όλοι. Έζησα. Έκανα παιδιά. Έθαψα παιδιά. Και πόνεσα θάβοντας αυτά τα παιδιά. Και πόνεσα! Πόνεσα! Πόνεσα! Ωραίο το Όσκαρ δε λέω. Πρώτη ταινία, ανίδεη, άπειρη στον κινηματογράφο και με την πρώτη να πάρω ένα τέτοιο βραβείο; Η ψυχή παιδάκι μου! Αν την έχεις περίσσια την έχεις παντού. Δεν την τσιγκουνεύεσαι. Ψιθύριζαν ότι μπορεί και να το πάρω, αλλά δε φανταζόμουν ότι θα συνέβαινε. Αφού είπαν το όνομά μου και δεν το κατάλαβα. Ωραία στιγμή. Συγκινήθηκα πολύ! Μόνη μου σε μια ξένη χώρα, χωρίς να ξέρω πού είναι οι δικοί μου, αν ζουν αν πέθαναν κι εγώ να παίρνω το Όσκαρ… «Το δέχομαι για λογαριασμό όλων των συναδέλφων μου, του Εθνικού θεάτρου, ζωντανών ή νεκρών.»

Ναι, Αλέκο μου (αναφέρεται στον Αλέξη Μινωτή)! Μεγάλος έρωτας! Πολλή αγάπη! αλλά… οι τσακωμοί-τσακωμοί! Καλέ τσακωνόμασταν σαν τα παιδιά πάνω στη δουλειά! Αν μας άκουγες θα νόμιζες ότι θα σφαχτούμε. Όλη η Επίδαυρος μας άκουγε και μετά τη πρόβα φεύγαμε αγκαζέ! Αλλά γίνεται πάθος χωρίς τσακωμό;

Παντρεύτηκαν το 1940. Στον πόλεμο χωρίστηκαν και ξαναβρέθηκαν στη Nέα Yόρκη αφού ο Mινωτής ξέφυγε από τους Γερμανούς και κατάφερε μέσω Tουρκίας και Αιγύπτου να φτάσει στην Aμερική.

Ο Δημήτρης Μητρόπουλος, τέσσερα χρόνια μεγαλύτερός της Παξινού, γόνος αστικής οικογένειας κι αυτός,  υπήρξε αγαπημένος της παιδικός φίλος. Η Κατίνα Παξινού, εικοσαετής υψίφωνος το 1920 (είχε λάβει σοβαρή μουσική παιδεία), εμφανίστηκε στο ρόλο της «Αδελφής Βεατρίκης» του Βέλγου δραματουργού και ποιητή Maurice Maeterlinck (1862-1949), στη Σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά.
Η όπερα «Αδελφή Βεατρίκη» γράφτηκε γι αυτήν από τον Δημήτρη Μητρόπουλο και αυτή η εμπειρία  της έδωσε την ευτυχία να αγκαλιάζει έκτοτε τον κόσμο με τον μοναδικό τρόπο της.

 

Η ιδιόχειρη αφιέρωσή της στη Μαρίκα Κοτοπούλη, πάνω στη φωτογραφία από την παράσταση : “Στη Μαρίκα, με αβάσταχτο πόθο να φτάσω στο κατώφλι της μεγάλης τέχνης της”. Φωτογραφία από το θεατρικό μουσείο. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θέατρο , τεύχος 44-45, το 1975.

 

Για την παράσταση της Αδελφής Βεατρίκης του 1920 έγραψε  ο Αρμάνδος Μαρσίκ, στην Εστία, στις 19 Μαΐου 1920. Ο Μαρσίκ  ήταν ο μαέστρος της παράστασης, επικεφαλής της Συμφωνικής Ορχήστρας του Ωδείου Αθηνών.

Το θέμα της Αδελφής Βεατρίκης απασχόλησε τον Μητρόπουλο ήδη το 1915, τρία χρόνια πριν από την σύνθεση της όπερας, όταν συνέθεσε το κομμάτι Béatrice για πιάνο, αφιερωμένο στον πιανίστα και φίλο του Αντώνη Σκόκο. Μετά την επιτυχημένη παρουσίαση της όπερας του ο Δημήτρης Μητρόπουλος με υποτροφία του Ωδείου Αθηνών, ως αριστούχος πιανίστας, πηγαίνει  για σπουδές εκκλησιαστικού οργάνου  και σύνθεσης στις Βρυξέλλες. Ένα χρόνο μετά, με την  Ελληνική Σονάτα του για πιάνο ολοκληρωμένη και  ανά χείρας , εγκαθίσταται στο Βερολίνο . Η σχέση αγάπης και φιλίας Παξινού – Μητρόπουλου παρέμεινε ζωντανή μέχρι το τέλος…

Ένα μικρό στιγμιότυπο προτείνω σήμερα, για να μπούμε στην ατμόσφαιρα της Αδελφής Βεατρίκης. Κάπου μέσα στην ατμόσφαιρα της μουσικής φαντάζομαι την Κατίνα Παξινού να ετοιμάζεται να πατήσει στη σκηνή!

OKΣκέπτομαι τώρα, πόσα μα πόσα μπορούν να μπουν στη σκέψη και στη μνήμη μας, καθώς διασχίζουμε μερικά μέτρα δρόμο… πόσο εύκολα,  κάποιες στιγμές, μια αφορμή γίνεται μουσική!