Η Μάρω Δούκα ζωγραφίζει με υλικά τής ψυχής

τον υπαρκτό, αλλά αόρατο κόσμο…

Εκδόσεις: «ΠΑΤΑΚΗ»

Γράφει ο `Αγγελος Πετρουλάκης 

Η Μάρω Δούκα είναι εδώ! Μ’ ένα βιβλίο για τη μοναξιά τής τρίτης ηλικίας, εντελώς διαφορετικό. Μυθιστορία απολογισμών τής ζωής. Όμως, εντελώς απρόσμενο, αφού χρησιμοποιεί την τελευταία λέξη τής διαδικτυακής επικοινωνίας, το f/b, τις αναρτήσεις του, τις κοινοποιήσεις του, τα διαφορετικά πρόσωπα που μπορεί ο καθείς να επινοήσει για να κρύψει την πραγματική του ταυτότητα και έτσι, χωρίς φόβο ν’ αποκαλύπτει πράγματα που δεν θα αποκάλυπτε ποτέ διαφορετικά. Γιατί, όντως, υπάρχουν καταστάσεις και συναισθήματα, που δεν αποκαλύπτονται ακόμα και στο ντιβάνι τού ψυχοθεραπευτή, ή αποκαλύπτονται μόνο όταν τα άτομα ξεπεράσουν τον εαυτό τους.

Θα μπορούσε να ήταν ένα ιδιαίτερα δραματικό μυθιστόρημα, αλλά η τέχνη τής αφηγηματικής που χαρακτηρίζει τη Μαρώ Δούκα, του δίνουν έναν χαρακτήρα ιδιαίτερα ελκυστικό, με περίσσευμα ελαφράς ειρωνείας και ευχάριστων εκφραστικών στοιχείων. Ενίοτε η αφήγηση αγγίζει τα όρια του παραμιλητού και αυτό καθηλώνει τον αναγνώστη στις σελίδες τού βιβλίου.

Το κεντρικό πρόσωπο είναι μια γυναίκα στα εβδομήντα της, που, έχοντας συντροφιά στη μοναξιά της, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εξομολογείται πτυχές τής ζωής της και της ζωής των τριών θυγατέρων της σε μια φίλη, με επινοημένο, επίσης, όνομα. Γι’ αυτές τις πτυχές, θα δώσει την άποψή της λίγο πριν κλείσει τη μυθιστορία της:

«Συμβαίνουν αυτά, ή μήπως όχι; Αν το καλοσκεφτούμε, όλα όσα μας συμβαίνουν (και τα συνηθισμένα και τα ασυνήθιστα και τα απρόβλεπτα και τα προβλέψιμα και τα τυχαία και τα προγραμματισμένα) είναι τόσο φανταστικά, τόσο παράξενα, αλλά και τόσο του φέισμπουκ αυτονόητα, από το ένα κλικ στο άλλο, αχόρταγα κρυφοκοιτάγματα, απελπισμένες, άχαρες, ξεκάρφωτες φρασούλες. Με ή χωρίς θαυμαστικά. Με ή χωρίς αποσιωπητικά. Το σκέφτομαι και με τρώει η περιέργεια πώς θα αντιδρούσες, Αίθρα, αν σου πρότεινα χωρίς περιστροφές, εκεί που θα πίναμε το καφεδάκι μας, ατενίζοντας το Αιγαίο, να ανασύρουμε από τα άλμπουμ και τις χαρτόκουτες όσο πιο πολλές φωτογραφίες από τα παμπάλαια νιάτα μας. Άπειρες περσόνες, με όχημα το φέισμπουκ, θα μπορούσαμε να φιλοτεχνήσουμε. Να πιάνουμε από το πρωί δουλειά. Από τον έναν και τη μια, στον άλλο και την άλλη, μ’ εμένα, την Κατερίνα Καλημέρη (Καίτη Καλή) που έγινα για τις ανάγκες της περιπλάνησης η Αφεντούλα Μπακάλογλου, και μ’ εσένα, την Πελαγία Αναστασάκη που έγινες για τις ανάγκες του υπαινιγμού η Αίθρα Βλαντή».

Η περιπλάνηση της Κατερίνας Καλημέρη, ή Καίτης Καλή, ή Αφεντούλας Μπακάλογλου «’ ένα κόσμο που θα μπορούσε να είναι παράδεισος, αλλά δεν είναι», είναι ένα ταξίδι ιδιαίτερα εσωτερικό «στο τρίστρατο της ανθρώπινης μοίρας… Στων γονέων και των τέκνων τα παθήματα», όπως γράφει, κλείνοντας τη μυθιστορία ο χρήστης με το επινοημένο ψευδώνυμο «Λακάν Λακάν», δανειζόμενος το επώνυμο του κορυφαίου Γάλλου ψυχαναλυτή.

 

Οι γονείς και τα τέκνα. Η κοινωνία που μεταλλάσσεται. Οι φιλίες που αντικαταστάθηκαν από τις γνωριμίες μέσα από το f/b, με τις εξομολογήσεις να έχουν δώσει τη θέση τους σε αναρτήσεις με υπονοούμενα, με την απώθηση της κοινωνικής ντροπής αφού ένα επινοημένο όνομα προφυλάσσει την ανωνυμία. Πίσω από ένα προσωπείο εύκολα μπορείς να ομολογήσεις πως, λίγο καιρό αφότου γνώρισες τον άντρα σου, δεν σου βγήκε ο άντρας τών ονείρων σου.

«…το γέλιο του δεν μου προκαλούσε πια γέλιο. Τα πρώτα προκλητικά ρεψίματα, τα πρώτα ασυγκράτητα αέρια. Κι ούτε μια συγγνώμη. Καμιά συστολή. Γελάμε ή δεν γελάμε; Κι ήρθε με βήμα ταχύ, ούτε χρόνο δεν είχαμε κλείσει, ο καιρός που μ’ εκνεύριζε με το παραμικρό, ούτε ζουμερά χείλη πια, ούτε φιλιά, μ’ έπνιγε η ανάσα του, μ’ ενοχλούσε ακόμη και ο ήχος της φωνής του. Κι άρχισα λίγο λίγο να αντιλαμβάνομαι το πόσο ισχυρογνώμων, το πόσο εσωστρεφής, το πόσο κρυψίνους ήταν. Χωρίζω ή δεν χωρίζω; Αλλά πώς; Ήμουν ήδη έγκυος στον πέμπτο μήνα. Ώρες στον καθρέφτη να μελετώ τις αλλαγές, να χαϊδεύω το στήθος μου, να μυρίζομαι, να αυνανίζομαι γλυκά», αποκαλύπτει η γυναίκα που κρύβεται πίσω από το επινοημένο όνομα Αφεντούλα Μπακάλογλου, που μόνο ‘‘αφεντούλα’’ δεν είναι και δεν νιώθει, αφού ανήκει στις «κυρίες του πατώματος που σφουγγαρίζουμε», στις «αρχόντισσες του νιπτήρα που τρίβουμε», και στις «κοντέσες του νεροχύτη που καθαρίζουμε».

Τα υπόγεια διαμερίσματα της ζωής τής ‘‘Αφεντούλας’’ κρύβουν οδύνη και αναξιοπρέπεια, καλυμμένες από την επιβαλλόμενη πατίνα τής κοινωνικότητας, προκειμένου να μην διαταραχθεί η έξωθεν καλή μαρτυρία και θολώσει η εικόνα. Μόνος δρόμος για τη λύτρωση η πλαστοπροσωπία τού f/b. Ως Κατερίνα Καλημέρη δεν θα μπορούσε να μιλήσει για τα ανείπωτα. Ως ‘‘Αφεντούλα Μπακάλογλου’’, όμως δεν θα διστάσει να καταγγείλει τον πατέρα της ως «τυραννόσαυρο», που πέρα απ’ όλα τα άλλα, ασελγούσε τόσο σ’ εκείνη, όσο και στην αδελφή της. Βιώματα που τα έλεγε μόνο μέσα της, ή φωναχτά στον καθρέφτη της. Τώρα, όμως, μέσα από τις ιστορίες που αναρτά στο f/b με ψευδώνυμο μπορεί να τα ξαναπεί καθαρά σε πολλούς και να λυτρωθεί, γιατί όπως γράφει:

«…τα νιώθω που κινούνται μέσα μου, με περπατούν, με σφίγγουν, με παιδεύουν…»

Χωρίς κανέναν δισταγμό θ’ αποκαλύψει τις πληγές τής παιδικής της ηλικίας:

«Τότε που για πρώτη φορά μ’ έστρωσε απαλά στο χώμα (στην Πάρνηθα ήταν;) ο τυραννόσαυρος ο πατερούλης και με παρακάλεσε να τον αφήσω να με βυζάψει, πόσο μεγάλωσαν, Αφεντούλα μου, τα βλέπω και τα χαίρομαι τα βυζάκια σου… […], πως μεγαλώνουν έτσι γρήγορα και αναπτύσσονται, θαύμα της φύσεως, κοριτσάκι μου, και λίγο μόνο να το χαϊδέψω το κουτάκι σου, και για να δω, τι βλέπω; Αρχίζουν και ιδρώνουν οι τριχούλες σου, βρε κοριτσάκι μου, βρε Αφεντούλα μου, ωραιότερα και από της Φόνης μας (αδελφή) τα δικά σου τα απόκρυφα…

[…]

»…ήξερε η Φόνη μας για μένα, ήξερα κι εγώ για κείνη, κι όσο περνούσαν τα χρόνια βεβαιωνόμαστε ότι ήξερε κι η μάνα μας. Και τι να έκανες Να εκτεθούμε στην κοινωνία; Εφόσον τα σεβάστηκε τα κοριτσάκια του, μόνο λίγα χαδάκια, η παρθενιά τους δεν πειράχτηκε, μόνο να τα αγγίζει ήθελε με τις άκρες των δακτύλων, να τα εκπαιδεύει σαν πατέρας στην ηδονή ο τυραννόσαυρος…

[…]

»…προς τα τελευταία της η μάνα… με τράβηξε κοντά της. Σκύψε, με παρακάλεσε… αυτή γονατιστή τον είχε παρακαλέσει να μη μας πειράξει, κι αυτός, ας ήταν τύραννος, της έδωσε τον λόγο του και τον τήρησε. Ποτέ δεν προχώρησε πάνω μας… προθερμαινόταν , λέει, μόνο κι έπειτα αχνιστός (ακριβώς έτσι) πήγαινε στο κρεβάτι τους ν’ ανακουφιστεί…

[…]

»Μας έβλεπε ο πατέρας μας και μας ποθούσε κι έβλεπε στο βλέμμα μας ότι κι εμείς τα θέλαμε τα χαδάκια του. Μωρομάνα ήμουν και με κάθιζε στα γόνατά του να με χορέψει…

[…]

»Ούτε και με την Περσεφόνη το συζητήσαμε ποτέ. Κοιταζόμαστε μόνο και καταλάβαινε η μια την άλλη, και μοιραζόμαστε, πότε με μοχθηρία, πότε με λατρεία, την ίδια αμαρτία, την ίδια γλύκα, την ίδια ντροπή. Και οι δυο αρρωστημένες με τον τυραννόσαυρο, και οι δυο εχθρικά απέναντι στη μάνα μας, κι ας τη λατρεύαμε, ποτέ δεν είχαμε μιλήσει μεταξύ μας σαν αδελφές, να στηριχθεί η μια στην άλλη, να πούμε την αλήθεια μας, έστω και της στιγμής…»

Αυτά και άλλα πολλά ανείπωτα. Με το f/b να γίνεται μέγας εξομολόγος. Κάθε φορά, που η ‘‘Αφεντούλα’’ ανοίγει την «Πύλη εισόδου» στο διαδίκτυο και πληκτρολογεί μια ανάρτηση, ο κόσμος της ξεδιπλώνεται και αποκαλύπτει έναν κόσμο σύνθετο από ματαιωμένες επιθυμίες, ερωτικές ματαιώσεις, φτηνές ματαιοδοξίες, απογοητεύσεις, προσδοκίες και μονολόγους τής μοναξιάς.

Η Μάρω Δούκα ζωγραφίζει με υλικά τής ψυχής τον υπαρκτό, αλλά αόρατο κόσμο…

 

Λάρισα, 1/12/2019