Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

—————————————

 «Ζωή είναι το άθροισμα των επιλογών μας»

Άλμπερτ Καμύ

 

 

 

Εκδόσεις: «ΠΑΤΑΚΗ»

 

 

Η Σεμίνα Διγενή ήταν το εμβληματικότερο, ίσως, πρόσωπο της ελληνική τηλεόρασης και μια από τις ισχυρότερες δημοσιογραφικές παρουσίες τού έντυπου Τύπου.

Ρεπορτάζ και συνεντεύξεις που άφησαν εποχή, εκπομπές που πέρασαν στην ιστορία. Ο δημοσιογραφικός της λόγος ζωντανός, οι τηλεοπτικές εμφανίσεις της ελκυστικές και ουσιώδεις.

Ένα αστέρι που το φωνάζουν Σεμίνα και που λάμπει με τον αυθορμητισμό του, τη δύναμη της σκέψης, τη διαφορετική προσέγγιση των θεμάτων.

Αναμφίβολα, ένα αστέρι που είχε τόλμη, που θυσίασε πολλά ατομικά και που κατέθεσε ανεξάντλητες ώρες δουλειάς, αναζητώντας την αλήθεια πίσω από μύθους και εκτιμώντας τις ιδιαιτερότητες των ανθρώπων, καθώς ανίχνευε τη σημαντικότητά τους.

Πολλοί νεότεροι του χώρου της θα έχουν να διδαχτούν πολλά. Από την εκφορά τού λόγου, μέχρι το πώς ήταν η στάση τού σώματός της, αλλά και τι ήθελε να εκμαιεύσει από τους συνομιλητές της. Περισσότερα, ίσως, θα μπορούσαν να διδαχτούν, από το πνευματικό και συναισθηματικό οπλοστάσιό της, τον θησαυρό που απέκτησε ερχόμενη σ’ επαφή με την παγκόσμια λογοτεχνία, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη μουσική, την πολιτική.

Ένας κήπος τα βιώματα, μια θάλασσα οι εμπειρίες της. Κερδισμένος όποιος θελήσει να πάρει μυρωδιά απ’ όλα αυτά, κάποια απ’ τα οποία θα τα συναντήσει στο «Κίτρινο υποβρύχιο».

Βιβλίο αυτοβιογραφικό, ιδιαίτερο, βιβλίο όσων έμειναν ως περιουσία της από την όντως θαυμαστή πορεία της στα ΜΜΕ.

 

Με αφορμή την παραίτησή της από την ΕΡΤ (22/12/2008) επιστρέφει στην παιδική της ηλικία, τότε που πρωτοπαθιάστηκε με την τηλεόραση. Λίγο πριν, όταν τη ρωτούσαν «Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;», απαντούσε:

«Δημοσιογράφος, όπως αυτοί που βγάζουν τα περιοδικά και τα Μίκυ Μάους». Όταν, όμως, ήρθε στη ζωή της η τηλεόραση, στη δευτέρα δημοτικού, όλα αλλάζουν. Πλέον «Κρέμομαι από το ανοιχτό παράθυρο του ισόγειου σπιτιού της φίλης μου και βλέπω, μαγνητισμένη, την ασπρόμαυρη οθόνη, μέχρι που μουδιάζουν τα πόδια μου».

Αυτός ο θαυμαστός κόσμος θα γίνει δικός της κάποια στιγμή. Θα τον περπατήσει ως κατακτητής και θα ζήσει ονειρεμένες καταστάσεις. Θα γίνει αυτό που κάποτε θαύμαζε, κρεμασμένη στα παράθυρα των γειτονιών σπιτιών: Είδωλο.

Το μεγάλο προτέρημα του βιβλίου είναι πως χαρακτηρίζεται από ρέουσα γραφή, έτσι ώστε ο αναγνώστης να έχει την εντύπωση πως ζει μαζί της όλες τις μαγικές στιγμές που έζησε εκείνη, να λυπάται με τα γεγονότα που τη λύπησαν, να γίνεται κοινωνός καταστάσεων ως αυτόπτης μάρτυρας.

Το ύφος της, άλλοτε ακολουθώντας τη δημοσιογραφική γλώσσα, άλλοτε καθαρά λογοτεχνικό, δημιουργεί ένα αφήγημα που μαγνητίζει. Άλλωστε, όσα αφηγείται είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, αφού η πορεία της στη δημοσιογραφία και στην τηλεόραση υπήρξε μια γραμμή επιτυχιών.

Ξεκινώντας από τον Καντάφι, που στα 18της τολμά να του ζητήσει συνέντευξη και φτάνοντας μέχρι τη σχέση της με πολυαγαπημένα πρόσωπα – μύθους όπως η Βουγιουκλάκη και ο Χατζιδάκις, μας παρασέρνει σε μια τεράστιου μήκους κινηματογραφική ταινία, που ξεκινά από τη νηπιακή σχεδόν ηλικία και συνεχίζεται.

Όνειρα, κόπος, έρωτες, φιλίες, μητρότητα, διαβάσματα, επιρροές…

Αμέτρητα τα πρόσωπα που παρελαύνουν.

Αντρέας Παπανδρέου, Φλωράκης, Τρίτσης, Αλέκος Παναγούλης κ. ά.

Δημήτρης Χορν, Λουκία Ρικάκη, Αλίκη Βουγιουκλάκη, Αντώνης Βαρδής, Μάνος Χατζιδάκις, Στέλιος Καζαντζίδης, Βίκυ Μοσχολιού κ. ά. Κάθε σελίδα και αναμνήσεις που συναρπάζουν, έτσι ώστε ο αναγνώστης να τη θεωρεί (και είναι) ευλογημένη από τη ζωή.

Jpeg

Είναι γεγονός πως αυτός που θέλει να κάνει έστω μια μικρή αναφορά στο «Κίτρινο υποβρύχιο» δεν ξέρει πού να πρωτοσταθεί. Ενθυμούμενος τα πρώτα δικά μου δημοσιογραφικά βήματα, δεν κρύβω πως με συγκίνησε η αναφορά της στο μεγάλο βάφτισμα πυρός, όταν είχε το… θράσος να ζητήσει από τον Σεραφείμ Φυντανίδη να τη στείλει στη Λιβύη για να πάρει συνέντευξη από τον Καντάφι. 18χρονη και άμισθος δόκιμη δημοσιογράφος τότε. Ο Φυντανίδης έχει τις επιφυλάξεις του, αλλά εκείνη βρίσκει έναν απρόσμενο σύμμαχο στο πρόσωπο του Κώστα Χαρδαβέλλα, που παρεμβαίνει για να μεσολαβήσει στον Φυντανίδη:

«Σεραφείμ μου, η μικρή θα ’πρεπε ήδη να είναι στο μισθολόγιο, βγάζει τόσα θέματα τη μέρα, σε λίγο θα κοιμάται κι εδώ, δεν χρειάζεται να πάει στη Λιβύη για να το αποδείξει…»

Και η Σεμίνα συνεχίζει την ενθύμησή της:

«Έτσι είπε ο Κωστάκης, αλλά εγώ πήγα στην Τρίπολη, είδα τον Καντάφι, έφερα αποκλειστική συνέντευξη, μπήκα στο μισθολόγιο, έγινα επαγγελματίας δημοσιογράφος και μια βδομάδα μετά, με διέγραψαν οι ‘‘καθοδηγητές’’ μου, Δαμανάκη και Ανδρουλάκης, από την ΚΝΕ, γιατί δεν είχα ζητήσει τη γνώμη τους πριν γράψω ότι ο Καντάφι είχε πολιτικούς κρατούμενους, που τους βασάνιζε στις φυλακές του ‘‘Μαύρου Αλόγου’’».

Το «Κίτρινο βιβλίο» έχει γραφεί σε μια ηλικία που η Σεμίνα Διγενή δεν είναι νέα. Διαθέτει την αυτογνωσία του χρόνου και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Σε κάποια αναφορά που κάνει στην 95χρονη γιαγιά της, σημειώνει με σωφροσύνη:

«Σήμερα, όμως, συνειδητοποίησα κάτι κοινό μας. Ξεκίνησα να γερνάω ειρηνικά. Έχει, βέβαια, σημάνει κατάπαυση πυρός, εδώ και πολύ καιρό. Μου είναι όλο και πιο εύκολο να συγχωρώ όποιον μου έκανε κακό. Μπορώ και μπαίνω όλο και πιο εύκολα στη θέση του. Μπορώ να λυπάμαι για τις ατυχίες ή τα πάθη του, μπορώ να συμπονώ, μπορώ να τον πιστεύω πιο εύκολα, άρα να γερνάω καλά…»

Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα θ’ αποκαλύψει και την πικρία της για τους συντρόφους «των αμφιθεάτρων και των οδομαχιών, που πλέον σφιγμένοι σε κοστούμια, κατέληξαν τελάληδες στην πιο χυδαία εμποροπανήγυρη της ιστορίας. Σάπισαν στην υγρασία της πραγματικότητας».

Οι αναφορές της σε δεκάδες πρόσωπα αγγίζουν τη σφαίρα τής συγκίνησης. Ούτως ή άλλως για τα περισσότερα απ’ αυτά, η αλήθεια είναι πως υπήρξαν ξεχωριστά, όπως η Λουκία Ρικάκη. Προσωπικά, λόγω δικών μου αναμνήσεων από την καλή εκείνη φίλη, δέχτηκα ισχυρές δόσεις αυτής της συγκίνησης:

«Η Λουκία Ρικάκη, όμως, δε μοιάζει με καμία, γιατί είχε ξεκινήσει από καιρό να κάνει όνειρα σε άλλη γλώσσα… Πολύ πιο μπροστά από την εποχή, ανήσυχη, μέσα σε όλα, υπερδραστήρια, ατίθαση και πάντα μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο».

Διαβάζω με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις εντυπώσεις που της προκάλεσε η πρώτη της επαφή με τον Μάνο Χατζιδάκι:

«Η μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυΐα της Ελλάδος, ο διεθνής μύθος, η λατρεία μου, είναι απέναντί μου, μου προσφέρει χυμό, χαμογελάει, προσπαθεί να με κάνει να νιώσω άνετα. Τη μεγάλη αυτή προσωπικότητα, τον άνθρωπο – τεράστιο κεφάλαιο του πολιτισμού, λίγο καιρό πριν η εφημερίδα Αυριανή τον έχει χαρακτηρίσει ‘‘κνώδαλο που γλείφει τις πατούσες του φασισμού’’, ‘‘χαμερπή ομοφυλόφιλο’’ και ‘‘κίναιδο ολκής’’. Η απάντηση έρχεται από τον Χατζιδάκι, στο Καλλιμάρμαρο, μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες κόσμο…»

Χωρίς να έχω πρόθεση να παραθέσω δεκάδες αποσπάσματα από το βιβλίο της Σεμίνας Διγενή, και αυτό για να δώσω στον αναγνώστη την ευκαιρία ν’ ανακαλύψει τις σελίδες που θα τον συγκινήσουν, παραθέτω ένα ακόμα απόσπασμα, από μια εκ βαθέων εξομολόγησή της:

«…Είναι στιγμές που βεβαιώνεσαι πως είσαι συγγενής εξ αίματος και απελπισίας, με τον Περικλή Γιαννόπουλο, τον Καρυωτάκη, τον Λαπαθιώτη, τον Χαλεπά, τον Άσιμο, την Πολυδούρη, τον Ρώμο Φιλύρα, την Νταντωνάκη, τη Λασκαρίδου, τον Μιχαήλ Μητσάκη, τον Βαμβακάρη. Κάποιες φλέβες τρέλας και απόγνωσης με ενώνουν επικίνδυνα μαζί τους.

»Όλο και πιο ξένη και θυμωμένη νιώθω, στην πόλη και στη ‘‘χώρα του πιο-ποτέ-από –ποτέ’’. Άγνωστοι άνθρωποι την κατοικούν, άγνωστη γλώσσα χρησιμοποιούν, κάπως περίεργα ‘‘επικοινωνούν’’ – κι εγώ μια ξένη, μια παράταιρη, ασυνδύαστη, αταίριαστη…»

Δεν είναι που το «Κίτρινο υποβρύχιο» θυμίζει πολλά σε όσους ζήσαμε την επιτυχημένη πορεία τής Σεμίνας, είναι που καταθέτει αλήθειες, που μας δείχνει πολλές άγνωστες πτυχές μιας καθημερινότητας που μας αφορά…

Λάρισα, 8/12/2019