Ο ΟΟΣΑ είναι ένας ιδιότυπος διεθνής οργανισμός. Πρόγονός του είναι ο Οργανισμός Ευρωπαϊκής Συνεργασίας, ο οποίος δημιουργήθηκε το 1948 για να διαχειριστεί το Σχέδιο Μάρσαλ. Μετασχηματίστηκε το 1960 σε Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως. Έκτοτε διευρύνει σταθερά τον αριθμό των μελών του και τα αντικείμενα της ενασχόλησής του. Σήμερα, με 36 μέλη από την Ευρώπη, την Αμερική, την Ασία και την Ωκεανία, αποτελεί ένα δίκτυο από κράτη τα οποία εμφορούνται από κοινές αξίες· τον οικονομικό και πολιτικό φιλελευθερισμό.

Κορυφαία έκφραση στην σχέση του ΟΟΣΑ με κάθε κράτος-μέλος είναι η μελέτη η οποία εκπονείται κάθε δύο χρόνια. Μολονότι ονομάζεται Οικονομική Έκθεση (Economic Survey), η μελέτη αυτή ανοίγεται σε όλα σχεδόν τα ζητήματα τα οποία απασχολούν το κράτος-μέλος- με εξαίρεση την Άμυνα και την Διπλωματία. Προσφέρει μια σύνθεση για την κατάσταση της χώρας, η οποία έχει διπλή σημασία. Προς τα έξω, αποτελεί την εικόνα την οποία συμβουλεύονται οι κυβερνήσεις, οι οργανισμοί, τα ερευνητικά κέντρα και, last but not least, οι επενδυτές. Προς τα έσω, λειτουργεί ως κάτοπτρο για τους υπευθύνους της χώρας, ώστε να σταθμίσουν τις καταστάσεις τις οποίες διαχειρίζονται, με την κατάλληλη απόσταση και αντικειμενικότητα. Τέτοιες μελέτες εκπονούνται ανά διετία, επί σχεδόν εξήντα χρόνια. Συνιστούν μια πολύτιμη ιστορική πηγή στην οποία έχουν ανατρέξει και αναφερθεί γενεές επιστημόνων για τις σπουδές και τις έρευνές τους.

Δεν πρόκειται για μιαν απλή τεχνοκρατική άσκηση. Η ομάδα των εμπειρογνωμόνων του ΟΟΣΑ επισκέπτεται την εκάστοτε χώρα και συλλέγει πληροφορίες, σε συνεργασία με τις κρατικές αρχές, τους συνδικαλιστικούς φορείς και την κοινωνία των πολιτών. Κατόπιν, συντάσσει ένα σχέδιο κειμένου. Η αρχική αυτή έκθεση παρουσιάζεται στους υπευθύνους της χώρας για να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους. Στην συνέχεια, συζητείται σε μια επιτροπή η οποία αποτελείται από τους οικονομικούς συμβούλους των Μονίμων Αντιπροσωπειών των κρατών-μελών στον ΟΟΣΑ, οι οποίες εδρεύουν στο Παρίσι. Αυτοί αποφαίνονται, αφού κατά κανόνα ζητήσουν και την γνώμη των δικών τους Πρεσβειών στην υπό εξέτασιν χώρα. Μετά από όλες αυτές τις ανταλλαγές, συντάσσεται ένα τροποποιημένο κείμενο. Όπως είναι φανερό, πρόκειται για διαδικασία η οποία συνεπάγεται, εκτός από την οικονομική, και σημαντική πολιτική διάσταση.

Κατά το τρέχον διάστημα, εξεταζομένη χώρα είναι η Ελλάδα. Η σχετική μελέτη θα παρουσιαστεί στην Αθήνα τους πρώτους μήνες του 2020 από τον Γενικό Γραμματέα του ΟΟΣΑ, τον  Άνχελ Γκουρία.  Η ομάδα η οποία, υπό την διεύθυνση της Chief Economist του ΟΟΣΑ Laurence Boone, έχει αναλάβει την σύνταξη της μελέτης αυτής, βρίσκεται μπροστά σε μια σοβαρή επιστημονική πρόκληση. Οφείλει να αναζητήσει την χρυσή τομή ανάμεσα στην παραδοσιακή ποσοτική μεθοδολογία η οποία, λίγο-πολύ γραμμικά, προεκτείνει τις τάσεις· και μια περισσότερο ποιοτική προσέγγιση, η οποία λαμβάνει υπ’όψιν ασυνέχειες και τομές. Στην τρέχουσα ελληνική κατάσταση, η πρώτη εκδοχή καταφανώς υποτιμά τις νέες προοπτικές μετά τις εκλογές του Ιουλίου· η ποιοτική προσέγγιση μπορεί όμως να βληθεί ως υποκειμενική. Η ελληνική διαπραγμάτευση επιδιώκει, με την κατάλληλη επιστημονική επιχειρηματολογία,  να παρέμβει σε αυτή την λεπτή ισορροπία.

Η τρέχουσα ελληνική μελέτη εντάσσεται σε μια γενικότερη συγκυρία. Στον ΟΟΣΑ αντιπαρατίθενται δύο θέσεις: η παραδοσιακή, δηλαδή η τεκμηρίωση των αναλύσεων με ποσοτικά αποδεικτικά στοιχεία (evidence based)· η ευέλικτη, η οποία θεωρεί ότι χωρίς την πολιτική διάσταση, η οικονομική ανάλυση είναι συχνά εκτός πραγματικότητας. Η δεύτερη στάση η οποία, σταδιακά, κερδίζει έδαφος αναρωτιέται κατά πόσον έχουν νόημα οι ορθολογικές προτάσεις για μεταρρυθμίσεις, αν δεν στέκουν από πολιτική άποψη· αν, δηλαδή, είναι δυνατόν να αγνοείται η δυνατότητα της εφαρμογής τους, στο όνομα μιας αφηρημένης επιστημονικότητας. Αυτό το ερώτημα ανέδειξε η ελληνική περιπέτεια της περασμένης δεκαετίας.

Οικονομία ή Πολιτική Οικονομία; Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα το οποίο απασχολεί τον ΟΟΣΑ σήμερα. Η ελληνική περίπτωση τοποθετείται στο επίκεντρο αυτής της προβληματικής. Η εκπονούμενη έκθεση, πέραν του ελληνικού, θα αποκτήσει ευρύτερο ενδιαφέρον.

 Το κείμενο του καθηγητής της Σορβόνης Γ. Πρεβελάκη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ