«Οι άγκυρες δεν ωφελούν» της  Ρίτσας Μασούρα,/ εικονογράφηση :  Γιάννης Ψυχοπαίδης/ (Εκδόσεις Φίλντισι,  Αθήνα  2019)

Στιγμιότυπο 2019 12 17 4.28.16 μμΓράφει η Αννίτα Πατσουράκη ( Ιστορικός τέχνης) 

είναι  η ποιητική συλλογή μιας βιωματικής αφήγησης  και ρεαλιστικής απόδοσης επεισοδίων της ζωής, που αποτίνει  ωδή στον έρωτα και ύμνο στη ζωή. Aποδίδει ελεγεία στην αγάπη, στις μεταπτώσεις  των   συναισθημάτων,  στη φθορά των αξιών.

Η ιδιοσυστασία της δημιουργού συνθέτει ένα ενδιαφέρον έργο, διαχωρισμένο σε  τέσσερις, διακριτές ενότητες. Άλλοτε γίνεται αλληγορικό και συμβολικό, εμπνευσμένο από την ανθρώπινη παρουσία και επικεντρωμένο στον ψυχισμό της, αναφέρεται με λυρική διάθεση στο συναισθηματικό της κόσμο. Άλλοτε, γίνεται ρεαλιστικό  όπου με επιγραμματικές διατυπώσεις ιδεολογημάτων και στοχασμών εκφράζει αισθητικές και κοινωνικές  απόψεις  με τόλμη και ειλικρίνεια.

Η συγγραφέας, ξαφνιάζει, αιφνιδιάζει τον αναγνώστη, με τον ειλικρινή και αυθόρμητο, πηγαίο λόγο της, αφήνοντας συναισθήματα κρυμμένα στα βάθη της ψυχής, να ξεδιπλωθούν και να ριζώσουν στη σκέψη.

Οι ενότητες έχουν κοινά σημεία την έντονη περισυλλογή, τον ευαίσθητο  ψυχισμό, το διαμελισμό των σκέψεων και την άλωση του νου, που προκαλούν ο έρωτας και οι κοινωνικοί προβληματισμοί.

Η ποιητική συλλογή «Οι άγκυρες δεν ωφελούν» με άγγιξε βαθιά, με συγκίνησε έντονα και βρήκα μέσα στη ροή των λέξεων και την πλοκή των νοημάτων, θαμμένα συναισθήματα και κρυμμένες σκέψεις του μυαλού μου, συχνά μνήμες ξεχασμένες.

Είναι ένα έργο βαθιά συναισθηματικό, που  μέσα στις διαδρομές του, ο καθένας μας θα βρει δικές του στιγμές, δικές του αναμνήσεις, πτυχές του εαυτού του, ταυτόσημες αλήθειες.

 

Πρόκειται για μια έκδοση όπου κάθε ποιητική ενότητα συνοδεύεται από  εικονογραφική πλαισίωση με την υπογραφή του Γιάννη Ψυχοπαίδη  και με τον γενικό τίτλο «Το γράμμα που δεν έφτασε ποτέ», αποτελώντας την περιγραφική εξιστόρηση του γραπτού λόγου με ανεξάρτητα έργα τέχνης, που περικλείουν τις θεματικές ενότητες.

Στιγμιότυπο 2019 12 17 4.15.41 μμ Στιγμιότυπο 2019 12 17 4.15.31 μμ Στιγμιότυπο 2019 12 17 4.15.13 μμ

 

Ο καλλιτέχνης  μέσα από την αναγνωρίσιμη πινελιά του, προσδίδει εικαστική αξία στο κείμενο. Το όνομα του, συνδεδεμένο άρρηκτα και ταυτόσημο με την ποιότητα, σφραγίζει αναπόσπαστα το αισθητικό πλαίσιο και το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.

Η ιδεολογική του κατεύθυνση περικλείει την πλήρη και καθεαυτή αποδοχή της ποίησης ως την τέχνη που περιέχει το γνήσιο νόημα της ζωής.

Η «Βιογραφία», το μνημειώδες ζωγραφικό του έργο, τιμά τον άνθρωπο και αποτελεί παράλληλη έκφραση με συναφείς απόψεις στον  ποιητικό λόγο της Ρίτσας Μασούρα.

Τα ζωγραφικά έργα που συνοδεύουν την ποιητική συλλογή είναι αποδομένα με σύνθετες εικόνες σε έντονα χρώματα, καθαρά περιγράμματα, κοσμούνται  με  διακριτικά ένθετα στοιχεία, στα οποία αναγνωρίσιμες μορφές  προεκτείνουν, εντείνουν, τονίζουν και ενσαρκώνουν  την ποιητική σύλληψη.

Έργα αναγνωρίσιμα από την έντονη σχεδιαστική τους δύναμη και την  πυκνή γραφή, με σύμβολα ιδεογραφικά και στοιχεία  που διαχρονικά χρησιμοποιεί ο καλλιτέχνης στη ζωγραφική του,  διατηρούν την ισορροπία, την  ταυτότητα των πορτραίτων, τη λεπτότητα των γεωμετρικών γραμμών και το μέτρο  της σύνθεσης στις φόρμες.  Τα κρυφά μοτίβα που αναδεικνύονται μέσα από την παρατήρηση και την αναγωγή της φαντασίας σε πρόσωπα ιστορικά αναγνωρίσιμα,  κυριεύουν την ψυχή μας και  διαθέτουν περιγραφικά στοιχεία αξιοθαύμαστης ακρίβειας.

Στιγμιότυπο 2019 12 17 4.19.31 μμ

Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης συνδυάζοντας δημιουργικά το ψυχικό του σθένος,  το στοχασμό και τη γοητεία, εκφράζει ποικίλες αισθήσεις και καταστάσεις. Στιγμές  ενατένισης, ερωτικής ευφορίας και γαλήνης,  αστάθειας και αμφιβολίας, τονίζουν τη σωματική και συναισθηματική διαφορετικότητα σε πρόσωπα ανδρών και γυναικών, σε αντικείμενα και καταστάσεις που διύλισε η μνήμη.

 

Εις μνήμην και εις ανάμνησιν : «Είναι στιγμές που θα΄θελα πίσω τη ζωή μου, όχι την ψεύτικη ζωή μου,  αλλά την άλλη που είχε αλήθειες και ψέματα  και πάθη  και έρωτες και εξεγέρσεις και συμβιβασμούς».

Νομοτέλεια :  «Στον έρωτα  εισβάλλεις με τον αέρα του νικητή, Αποχωρείς με την στάμπα του ηττημένου. Πικρή Νομοτέλεια!».

Το διάζωμα : «… Πάντα είχες ένα πάθος που με παράσερνε, ασχέτως χρόνου και ηλικίας. … Αλλά ποτέ δεν σε πλησίασα… ήσουν πάντα ο απέναντι δρόμος και το διάζωμα στη μέση, για να αποφεύγονται οι μετωπικές συγκρούσεις.

Στην αιχμή των ωκεανών : «… Έλα ν’ αγκαλιαστούμε στη μέση του πουθενά. Κι αν καταφέρουμε να αγγιχτούν οι ψυχές, τότε θα έχουμε λυτρωθεί από το άγος της τρέχουσας ζωής. …».

Εννοιολογικά σύμβολα και συνθέσεις, ενσαρκώνουν τοπία μνήμης     με γραφή σαφή, καθαρή, περίτεχνη όσο χρειάζεται,  σε σχέση ισορροπίας σχεδίων και χρωμάτων και περιγραφική στη χρήση των νοηματικών συμβόλων.

Τα εκφραστικά μέσα ισορροπούν με το νοηματικό βάθος, η τελειότητα της περιγραφής φθάνει στο μέγιστο βαθμό για να είναι κατανοητό στην ματιά.  Λιτά μέσα γραφής, καθαρά γραμμικά περιγράμματα, διατυπώνουν με πληρότητα τις συναισθηματικές φορτίσεις, αφήνοντας πρόδηλη την εμπειρία του καλλιτέχνη.

Του έρωτα οι καημοί κι οι απολογισμοί : «Κάποιοι έρωτες ψάχνουν καινούργιες  ευκαιρίες να ζήσουν».

Σωτήρια σιωπή: «…Λυγίζω, Γονατίζω, Ξαπλώνω μπρούμυτα στο έδαφος, την ατελή μου μνήμη προφυλάσσει η σιωπή, Σωτήρια σιωπή της  ύπαρξής μου».

Συμβιβασμός : «…Ούτε που γύρισες να με κοιτάξεις, Το χέρι έμεινε μετέωρο, Συμβιβασμένο χέρι μιας μοναχικής πια γυναίκας».

Θυμήσου : «Σου έλεγα : Σε θέλω δίπλα μου στις κρίσεις πανικού μου. Μου έλεγες : Κάνε μια βόλτα στο τετράγωνο, θα σου περάσουν.  Έτσι λυτρώθηκα από σένα, όχι από τον πανικό μου».

Στιγμιότυπο 2019 12 17 4.30.07 μμ

Γράφει ο Γιώργος Μπούτλας (γιατρός, δόκτωρ Βιοηθικής) 

Οι άγκυρες δεν ωφελούν 

Σήμερα έχουμε την χαρά και την ευκαιρία να παρουσιάσουμε την ποιητική συλλογή της Ρίτσας Μασούρα ‘οι άγκυρες δεν ωφελούν’. Την Ρίτσα Μασούρα την γνωρίσαμε  από την πολυετή παρουσία της στην εφημερίδα Καθημερινή και ιδιαίτερα από την στήλη της ‘τα Πρόσωπα’.  Δημοσιογραφική παρουσία με έντονο αποτύπωμα σε μια από τις πιο εμβληματικές εφημερίδες της χώρας, μια εφημερίδα που αποτελεί ένα σημαντικό κόμβο στον ιστό της αστικής δημοκρατικής ταυτότητας της χώρας, η οποία  όσο και αν βάλλεται πανταχόθεν είναι όμως η ουσιαστική και πλέον σημαίνουσα ταυτότητά της. Δημοσιογραφία και ποίηση λοιπόν το θέμα μας σήμερα. Είναι οι άγκυρες μια coda στα πρόσωπα ως διαφορετικά χρονικά στοιχεία ενός συνεχούς όλου; Μπορεί η ποίηση και η δημοσιογραφία να συνυπάρξουν, και μπορούμε άρα να υποθέσουμε ότι η καθεμιά τους περιέχει de facto στοιχεία της άλλης; Πολύ συζήτηση έχει γίνει μέσα από τους αιώνες για τη σχέση της ποίησης ως ενός είδους πιο ‘ελεύθερου’ από τους ασφυκτικές κανόνες, καθόσον στοχεύει στην αισθητική απόλαυση, με τα άλλα  είδη λόγου, που είναι πιο αυστηρά δομημένα, όπως ο ρητορικός λόγος που στοχεύει στην πειθώ ή η φιλοσοφία που στοχεύει στην εννοιολογική διασάφηση και την επιχειρηματολογία με αυστηρές προκείμενες. Ο Πλάτωνας θεωρεί ότι η ποίηση προσφέρει διανοητική ευχαρίστηση στο εγωιστικό και ανόητο μέρος της ψυχής. Η Iris Murdoch ωστόσο θεωρεί το έργο του, κόντρα στις προθέσεις και τις πεποιθήσεις του, «υψηλή τέχνη». Σύγχρονοι φιλόσοφοι όπως ο Jurgen  Habermas θεωρούν πως  μεταξύ φιλοσοφίας και λογοτεχνίας δεν υπάρχει ειδολογική διαφορά ή η διαφορά είναι τόσο μικρή ώστε το ουσιαστικό περιεχόμενο των φιλοσοφικών κειμένων να μπορεί να αποκαλυφθεί με τα μέσα της λογοτεχνικής κριτικής και το ουσιαστικό περιεχόμενο των λογοτεχνικών κειμένων να μπορεί να αποκαλυφθεί με τα μέσα της κριτικής της μεταφυσικής. Μπορούμε λοιπόν άκριτα να θεωρήσουμε τα διαφορετικά είδη λόγου ως ουσιαστικά ταυτόσημα ή θα πρέπει να τηρήσουμε τους περιορισμούς των διαφορών τους, θεωρώντας δυνατή μόνο μια μικρή αλληλοεπικάλυψη; Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια μετάβαση από λόγο δημοσιογραφικό σε λόγο ποιητικό. Ωστόσο το χρονογράφημα, αν θεωρήσουμε ότι  ‘τα πρόσωπα΄ δεν αποκλίνουν σημαντικά από αυτό το δημοσιογραφικό είδος, αλλά και το στοχαστικό δοκίμιο με το οποίο πολλά από τα άρθρα φλερτάρουν, έχουν ως υβριδικά είδη δικαιωματικά και λογοτεχνικές αξιώσεις.

Πολλοί από τους δημοσιογράφους της Καθημερινής που αγαπήσαμε μας χάρισαν και μας χαρίζουν αυτού του είδους τη δημοσιογραφία που και μας ενημερώνει και μας τέρπει και είναι μάλλον το είδος των άρθρων που έχουν την πιο μεγάλη και σταθερή αναγνωσιμότητα, διότι η αισθητική επίκληση κινητοποιεί μια εναργέστερη προσήλωση στο θέμα και άρα τελικά μια πιο ουσιαστική κατανόηση.

Αυτό που θέλω να πω εδώ είναι ότι η μετάβαση της Ρίτσας Μασούρα από το χρονογράφημα στην ποίηση δεν συνιστά άλμα, αλλά μια αναμενόμενη θα έλεγα μετακίνηση σε ένα χώρο ο οποίος δονείται στον ρυθμό  ενός εναγκαλισμού του εξωτερικού, του γεγονότος, της είδησης, του εαυτού ως ιστορικού υποκειμένου, με το εσωτερικό, το συναίσθημα, τη μνήμη, την πληγή, τη ματαίωση, τον χώρο που κατοικεί αυτό το άγνωστό μας κατά πολλούς φιλοσόφους αλλά και ψυχολόγους ‘εγώ’, το οποίο δεν παύει να μας εκπλήσσει με τις πτυχές του που επίμονα εκδιπλώνονται όσο ζούμε. Αυτό που με ενδιαφέρει σε αυτήν τη σύντομη παρουσίαση είναι να εντοπίσω τις συγγένειες των δύο χώρων, τις οικογενειακές ομοιότητες που καταστήσαν δυνατή αυτήν τη μετάβαση από τον δημοσιογραφικό ενεστώτα στον ποιητικό μη-χρόνο.

Γράφει η Ρίτσα Μασούρα στα πρόσωπα στις  11.11.2007: ‘Η μόδα και οι τόποι καθορίζουν συχνά αυτό που αποκαλούμε ομορφιά. Είναι παράξενο πόσο έντονα τα έθιμα και ο τρόπος ζωής μας αναμειγνύονται με τα πάθη μας. Αλλά αυτό δεν εμποδίζει κανέναν από μας να ‘χει τη δική του ιδέα για τον έρωτα και την ομορφιά, έλεγε ο Μπλαιζ Πασκάλ γύρω στο 1654! Σήμερα, η μόδα και ο τόπος κατατείνουν να ισοπεδώσουν τον σεξουαλικό με τον εμπορικό πειρασμό.’

Και στις  01.04.2007 : ‘Συνηθίσαμε να ζούμε έτσι. Πότε αδιάφοροι και βιαστικοί, πότε λάτρεις του ατομιστικού μας βίου, πότε υπηρέτες του ατάλαντου εγώ μας. Συνηθίσαμε να γυρίζουμε αλλού το κεφάλι σε οτιδήποτε απειλεί να αλλοιώσει τον μύθο της αυταρέσκειας, το παραμύθι του βολέματος, τον συνωστισμό των θέλω μας. Δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά τα πράγματα από τη στιγμή που οι παγκόσμιες ταχύτητες, οι οποίες αναπτύσσονται, είναι υψηλές, πολλές φορές μάλιστα ασύλληπτες για τον μέσο νου. Το μόνο που μένει, επομένως, είναι να σπεύδουμε όλο και πιο πολύ, όλο και πιο συχνά, όλο και πιο άτσαλα, με την ελπίδα να παραμείνουμε κομμάτι των εξελίξεων κι όχι απλώς παρατηρητές.’

Και λίγο πιο κάτω σκιαγραφώντας το τοπίο από ένα ταξίδι της στην Αφρική: ‘Πλίνθινα σπίτια, ευρεσιτεχνιακοί αραμπάδες, μικρομάγαζα με δυτική πραμάτεια, πλαστικές καρέκλες διαφόρων χρωμάτων, άνθρωποι που κινούνται προς κάθε κατεύθυνση ή που απλώνονται στους υποτυπώδεις καφενέδες απολαμβάνοντας το ναργιλέ τους. Ημιφορτηγά τριτοκοσμικής εικόνας, τζιπ από αυτά που συναντάς συχνά στις αραβικές χώρες και που συνήθως διεκπεραιώνουν τα σαφάρι της ερήμου, ένας πλανόδιος μανάβης καβάλα στο γαϊδουράκι του και τα καλάθια του γεμάτα χορταρικά, μια ολόμαυρη γυναικεία φιγούρα που περπατάει βιαστικά στον δρόμο – τη φωτογραφίζω, γυρίζει αλλού το κεφάλι και συνεχίζει σαν να μην υπήρξα. Εικόνες βιβλικές, με γυναίκες καθισμένες έξω στον ήλιο να πλέκουν συνεχώς, με το βλέμμα κατεβασμένο, με το χέρι να τραβάει τη μανδήλα, μη και ξεφύγει και αποκαλυφθεί κάτι από το πρόσωπο, νέες κοπέλες βυθισμένες στη σιωπή. Παιδιά γεμάτα περιέργεια που χαιρετούν, χαμογελούν, ζητούν μια… καραμέλα για να εξαφανιστούν ευθύς μόλις την εξασφαλίσουν. Ακούγονται χαχανητά, κραυγές ενθουσιασμού.’

Και στις 30.09.2012: ‘Τελικά, η ειρήνη στον κόσμο είναι ένα μεσοδιάστημα. Η ανάπαυλα του πολεμιστή. Ο πόλεμος διέπεται από σταθερή περιοδικότητα, ακόμη κι όταν δεν διεξάγεται διά των όπλων. Με γυμνό οφθαλμό διακρίνουμε γύρω μας τα σημάδια αυτού του μη πολέμου. Συρρικνώνεται το εισόδημα και δίπλα, οι αντοχές του ατόμου. Ο άνθρωπος παλεύει εξαντλημένος ανάμεσα στην απομόνωση και στην κοινωνικότητα. Αναζητά την ποιοτική ζωή, αλλά συναντά την αγέλη που με τον καιρό αποκτά ξεχασμένα απεχθή χαρακτηριστικά. Σαν κάποιος να ξύνει με το σκαρπέλο φλούδες από την επιφάνεια των πραγμάτων. Απελευθερώνει παροπλισμένες παθογένειες. Αποκαλύπτει λαβωμένες μήτρες. Βάλλει κατά της ευλογημένης κανονικότητας. Σ’ αυτήν την εικόνα που όλοι θα θέλαμε να αλλάξουμε, αλλά δεν ξέρουμε πώς, θα προσθέσω τον θρησκευτικό παροξυσμό της εποχής. Τον θρησκευτικό υφέρποντα πόλεμο, στο όνομα δογματικής υπεράσπισης του θείου.’

Θα  ολοκληρώσω εντοπίζοντας την  υφολογική ενότητα με τα προηγούμενα στο ποίημα «Με σημαίες εφόδου» από τη συλλογή που παρουσιάζεται σήμερα:

Συχνά, εκείνα τα πρωϊνά/ κυκλοφορούσα στους δρόμους/με σημαίες εφόδου./Πίστευα στις κοσμογονικές αλλαγές της εποχής./ Έκρυβα μέσα μου απατηλές δόσεις ριζοσπαστισμού/κι ένιωθα ικανή να γκρεμίσω/οχυρά/Ανελευθερίας,/ Πουριτανισμού,/ Συντηρητισμού,/ Δεισιδαιμονίας./ Ήταν ο τρόπος μου απέναντι στην κρίση. /Είχα ξεχάσει πως η Ιστορία έχει το δικό της υπόστρωμα/συχνά απροσπέλαστο από τη δική μου αμεσότητα./  Κι έτσι,/ ξανάπιανα το νήμα απ’ την αρχή/ με τις μισές πια σημαίες εφόδου.