Γράφει η `Ιρις Κρητικού

Ξύπνησε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2020 με το βαρίδι της λύπης της προηγούμενης μέρας και το μικρό κενό της επίγνωσης των όσων δεν είχε προλάβει να κάνει. Πάτησε στα τυφλά τον διακόπτη του βραστήρα στην κουζίνα και το κουμπάκι του στερεοφωνικού στο σαλόνι, σταθερά συντονισμένου στο Τρίτο. Έφτιαξε ένα όπως πάντοτε ελαφρώς αποτυχημένο λοφάκι εύφλεκτης πρώτης ύλης στο τζάκι, το άναψε με ένα σπίρτο από το αγαπημένο της εστιατόριο στην Κωνσταντινούπολη κι ύστερα με το ίδιο σπίρτο άναψε το χριστουγεννιάτικο αγγλικό κερί με το άρωμα πεύκου και ευκάλυπτου που της είχε χαρίσει πριν λίγες ημέρες μια από εκείνες τις ακριβές φίλες που ήξεραν καλά τις μικρές της αγάπες.

Αγνόησε τα απελπισμένα βλέμματα του σκύλου στην πόρτα και κάθισε στον καναπέ απολαυστικά, κάτω ακριβώς από τον αγαπημένο της πίνακα που πάλιωνε ωραία μαζί της, γεμίζοντας προσεκτικά με σκέτο καφέ το φλιτζάνι από λεπτή λευκή πορσελάνη με την εύγλωττη επιγραφή “I’D RATHER BE IN EDINBURGH”. «Όχι αναγκαστικά, τώρα που το Εδιμβούργο κοιμάται εδώ», σκέφτηκε, στέλνοντας στον επάνω όροφο ένα αόρατο φιλί.

Πάτησε το on του υπολογιστή, διάβασε τις προσωπικές και τις τυποποιημένες ευχές από τους φίλους και τους χαλκέντερους φορείς του ελληνικού πολιτισμού, έμαθε για την αύξηση του εισιτηρίου στο αγαπημένο της Μουσείο και ενημερώθηκε για τη σύσταση του Νέου Δ.Σ. στο Μέγαρο Μουσικής. Είδε τις αναμνήσεις και τις φιλίες να παρελαύνουν -άλλες σε δόξα και άλλες, λιγότερες, σε θλιβερό λυκόφως- και απάντησε με προσωπικό μήνυμα σε όσες περισσότερες ευχές αγαπημένων ανθρώπων μπορούσε στο φέισμπουκ, αποφεύγοντας σταθερά τα βιντεάκια, γράφοντας τρυφερά σύντομα λόγια και μοιράζοντας εμότικον με κόκκινες καρδιές και δενδράκια εκεί που το εννοούσε αληθινά.

Άνοιξε τη σακούλα του Ίκαρου με τις ωραίες εκδόσεις της Οκτάνας, της Έρημης Χώρας και των 20 Πεζών Ποιημάτων του Μπωντλαίρ, που είχε χαρίσει τα Χριστούγεννα στον μεγάλο της γιο, για να γράψει με την ησυχία της τις κατάλληλες αφιερώσεις…

«Έτσι τελειώνει ο κόσμος / Έτσι τελειώνει ο κόσμος / Έτσι τελειώνει ο κόσμος /Όχι μ’ένα βρόντο μα μ’ ένα λυγμό…»

* Και καθώς η φωτιά, αρκετή ώρα μετά, πήρε να σβήνει, αναζήτησε στο μικρό πράσινο καλαθάκι λίγη ακόμη εύφλεκτη ύλη, λίγες ακόμη εφημερίδες για προσάναμμα. Μαζί με το 2019, έκαιγε τώρα παρελθούσες προσκλήσεις, εισιτήρια και δελτία τύπου, περασμένες αφίσες, κριτικές εκθέσεων και θεαμάτων, μπαγιάτικα πολιτικά και οικονομικά διεθνή και εγχώρια νέα, πρωτοσέλιδα με χαρισματικούς αυθάδεις ηγέτες, λαμπερές ζώνες ξένου και δικού χρόνου, αλλόκοτα ανάκατες με τις δυστυχισμένες ζωές των άλλων. Επιστρέφοντας έτσι ολοένα και περισσότερο στην πολύτιμη ενθάδε αλήθεια της δικής της ζωής. Στην οξυδερκή χαρμολύπη της δοκιμαζόμενης αυτογνωσίας και, κυρίως, στο εξαίσιο άρωμα της άπλετης παρουσίας που προστάτευε ήδη την αχνή γραμμούλα του ερχομού της νέας χρονιάς.

ΙΚ. 31.12. 19, Αθήνα

* Θ.Σ, ΕΛΙΟΤ, Η Έρημη Χώρα, μετάφραση Γιώργου Σεφέρη, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1964