ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

—————————————

Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

 

 

«Οι γενιές,

που έκτοτε είχαν διαδεχτεί η μια την άλλη,

έχοντας ζήσει μέσα στην ψευδαίσθηση

της άφθαρτης ειρήνης και ευημερίας,

είχαν κάνει τα πάντα για να ξεχάσουν

πως η Ιστορία είναι αίμα, τρέλα και καταπίεση».

 

 

 

Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

Μετάφραση: Άννα Παπασταύρου

 

Η LExpress χαρακτήρισε τον Πιπέρνο «διάδοχο του Μοράβια».  Εξήντα πέντε χρόνια χωρίζουν τη γέννηση του ενός από τον άλλον. Ο Μοράβια, γεννημένος το 1907, έζησε την πρώτη περίοδο της ζωής του στη δημιουργία τής φασιστικής Ιταλίας, ο Πιπέρνο, γεννημένος το 1972, ζει σ’ έναν κόσμο που γνωρίζει τις ανατροπές με ταχύτατους ρυθμούς, βιώνοντας μέχρι και την φονταμελιστική τρομοκρατία ως αντίδραση σε κάθε ελευθερία έκφρασης.

Ο ερωτισμός τού Μοράβια ήταν μια επανάσταση για την εποχή του, κάτι που σκανδάλιζε, ο ερωτισμός τού Πιπέρνο είναι μια μελαγχολική απόληξη των σεξουαλικών κατακτήσεων που ξεκίνησαν από τον γαλλικό Μάη τού ’68, για να σαπίζουν, πλέον, στις ασύνορες χώρες τού διαδικτύου, μπουχτισμένες από την πολυφαγία.

Ο Μοράβια έσκαψε βαθιά στην εποχή του, στο αστικό περιβάλλον τής μεταπολεμικής Ιταλίας, στους χαρακτήρες που διαμόρφωναν μιαν άλλη κοινωνία. Ακριβώς το ίδιο επιχειρεί και ο Πιπέρνο. Δίκαια η L’ Express τον χαρακτήρισε διάδοχό του. Η λεπτή γραμμή που τους διαχωρίζει είναι ο αναγνώστης.

Ελάχιστοι αναγνώστες κάτω των σαράντα ετών γνωρίζουν τον Μοράβια, έτσι ώστε να έχουν μια εκ των προτέρων ‘‘μυρωδιά’’ για τους ποιους δρόμους θα βαδίσουν διαβάζοντας Πιπέρνο, έναν όντως διαφορετικό συγγραφέα, ιδιαίτερο τεχνίτη τής γραφής, σημαντικό ψυχογράφο, εμμονικό καταγραφέα μιας ρεαλιστικής εικόνας τής κοινωνίας μας.

Αυτά είχα γράψει πριν μήνες, παρουσιάζοντας τη διλογία τού Πιπέρνο  «Διωγμός» και «Αχώριστοι (Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ). Ισχύουν απόλυτα και σε ό,τι αφορά το «Εκεί που τελειώνει η Ιστορία», ένα μυθιστόρημα που πατά στέρεα στην εποχή μας, με χαρακτήρες σύγχρονους και με τέλος πλήρως ανατρεπτικό, αφού την τελευταία του λέξη τη λέει η τρομοκρατία.

 

Το «Εκεί που τελειώνει η Ιστορία» είναι ένα μωσαϊκό χαρακτήρων. Ξεκινώντας την τριτοπρόσωπη αφήγησή του, ο Πιπέρνο, δίνει την εντύπωση ότι η μυθοπλασία αφορά τα έργα και τις ημέρες ενός προσώπου, του Ματτέο Τζέβι, ενός σύγχρονου Καζανόβα, που στο διάβα του σκορπίζει χρέη, απάτες, αναξιοπιστία. Όμως όχι. Θαρρώ πως η επινόηση του Ματτέο Τζέβι χρησιμεύει ως πρόσχημα για να αναπτυχθούν πολλοί ακόμα χαρακτήρες, αντιπροσωπευτικοί μιας κοινωνίας σε σύγχυση, όπως άλλωστε είναι πλέον όλες οι κοινωνίες τής Ευρώπης.

Το ότι η αφήγηση εμπλουτίζεται με ισχυρές δόσεις χιούμορ και έντονη ειρωνεία, προσφέρει στο μυθιστόρημα μια «αντι-κατάθλιψη», ιδιαίτερα χρήσιμη στις μέρες μας, που βομβαρδίζονται από μυθιστορήματα με πρωταγωνιστή την απόγνωση, τη μοναξιά, την τραυματισμένη παιδική ηλικία και ό,τι άλλο κάνει ανυπόφορη τη ζωή μας. Για τον Πιπέρνο αυτά είναι παγίδες, που ξέρει πώς να τις αποφύγει.

Γύρω από τον Ματτέο Τζέβι εμφανίζονται πρόσωπα που κατά κάποιον τρόπο έχει επηρεάσει η συμπεριφορά του. Άλλα σε πρώτο πλάνο, άλλα σε δεύτερο. Σε πρώτο πλάνο το κυρίαρχα πρόσωπα είναι η δεύτερη κατά σειρά σύζυγος, η Φεντερίκα Τζέβι και τα δυο του παιδιά, ο Τζιόρτζιο από τον πρώτο του γάμο και η Μαρτίνα από τον δεύτερο με τη Φρεντερίκα. Ο Ματτέο έχει κάνει τέσσερις συνολικά γάμους, δυο στην Ιταλία και δυο στην Αμερική, χωρίς να έχει πάρει διαζύγιο από τη δεύτερη σύζυγό του, τη Φεντερίκα, όπως δεν έχει πάρει διαζύγιο και από την τέταρτη, τη Σαντρίν, στην Αμερική, η οποία είναι μικρότερη σε ηλικία από την κόρη του, τη Μαρτίνα.

Στιγμιότυπο 2020 01 02 12.13.00 μμ

Η Φεντερίκα είναι μια σύγχρονη Πηνελόπη. Έχει μάθει να περιμένει. Προτιμά να είναι εγκαταλειμμένη, παρά χωρισμένη. Έκλεψε τον Ματτέο από την πρώτη του σύζυγο εξ αιτίας ενός κεραυνοβόλου έρωτα, που ως κεραυνοβόλος εξατμίστηκε, δίνοντας όμως τη θέση του σ’ έναν άλλο, ήπιο, ισόβιο έρωτα. Ο θάνατός της θα λειτουργήσει καταλυτικά στη διάλυση της οικογένειας, διαλύοντας τις όποιες διαφορές είχαν μέχρι τότε δημιουργεί και δίνοντας θετική ενέργεια σε όσους επιζήσουν…

Παρότι πρότυπο της Φεντερίκα είναι ο πατέρας της, ένας συνταξιούχος, αλλά εμβληματικός δικαστής τού συνταγματικού δικαστηρίου, σεβαστός Καθηγητής και δημοφιλής πρώην βουλευτής, «άντρας παροιμιώδους νηφαλιότητας», που έχαιρε της φήμης τού «ποντίφικα του πανεπιστημίου», η αγκίστρωσή της στον Ματτέο είναι σχέση υποταγής.

«Η ζωή τού πατέρα ταλαντευόταν ανάμεσα σε μακρινές νοσταλγίες και μεσσιανική προσμονή για ένα μέλλον όπου όλοι θα μάθαιναν να κάνουν το σωστό. Θεοποιούσε το παρελθόν και περίμενε πολλά από το μέλλον, ακριβώς γιατί το παρόν δεν ήταν γι’ αυτόν».

Σε αντίθεση, ο άντρας που την εγκατέλειψε πριν δεκάξι χρόνια, κυνηγημένος από τα χρέη και τις απάτες του, που ξαναπαντρεύτηκε δυο φορές, που ξανάκανε χρέη, απάτες και άλλα παρεμφερή, για να επιστρέψει περισσότερο φτωχός από ό,τι έφυγε, «μισούσε τα μακρόπνοα προγράμματα και δεν αφηνόταν να συντριβεί κάτω από το βάρος των λαθών του. Έχοντας αναπτύξει ανοσία σε αναμνήσεις και προαισθήματα, κοιμόταν ήσυχος, έτρωγε με όρεξη, και στο κρεβάτι δεν αστοχούσε ούτε μια φορά».

 

Ο γιος τού Ματτέο από τον πρώτο του γάμο, ο Τζιότζιο έχει βρει κατανόηση περισσότερο από τη Φεντερίκα, παρά από τη μητέρα του. Δραστηριοποιείται με ιδιαίτερη επιτυχία στον χώρο τής εστίασης, αλλά εκφράζει ένα μίσος για τον πατέρα του, που τον εγκατέλειψε δραπετεύοντας στην Αμερική. Όταν όμως τον ρωτούν «Γιατί τον μισείς τόσο πολύ;», αποφεύγει να απαντήσει. Ξέρει πως αυτό που αισθάνεται δεν είναι μίσος, αλλά κάτι άλλο, που ίσως παράγεται από την αγάπη, από την ανάγκη ν’ αγαπηθεί και ν’ αγαπήσει έναν γονιό τόσο άστατο, και τόσο επιπόλαιο:

«Μίσος; Όχι δεν ήταν η σωστή λέξη. Δεν ήξερε καν αν το λεξικό περιείχε μια λέξη ικανή ν’ αποδώσει αυτό που πραγματικά ένιωθε για τον Ματτέο, όμως ενδεχομένως, επαναλάμβανε στον εαυτό του, είχε να κάνει με φόβο και μ’ ένα είδος δεισιδαιμονικής ανησυχίας, σίγουρα πάντως όχι με μίσος. Πώς να το δώσει στους άλλους να το καταλάβουν;»

Ο Τζιόρτζιο, δυναμικός αλλά και νάρκισσος, θα μεταμορφωθεί μόλις ο ίδιος θα γίνει πατέρας. Η Σάρα, η γυναίκα του, που μάταια πάσχισε να φέρει κοντά πατέρα και γιο, θα δει μια μετάλλαξη, που μάλλον ερμηνεύεται πως είναι ανάγκη ζωής για τον Τζιόρτζιο, να δώσει στον γιό του ό,τι εκείνος δεν πήρε από τον πατέρα του.

Ό,τι δεν κατόρθωσαν οι προσπάθειες της Σάρα, πέτυχε μια τρομοκρατική ενέργεια…

 

Η Μαρτίνα είναι η κόρη που θα πετύχει πολλά, αλλά θα αποτύχει στη συγκρότηση του συναισθηματικού της κόσμου. Σέρνει κι αυτή το κομματιασμένο είδωλο ενός αναξιοπρεπούς πατέρα, αλλά και τη βαριά σκιά τού παππού της, του εμβληματικού δικαστή, Καθηγητή, τ. βουλευτή. Αυτή η δεύτερη, γίνεται το διαβατήριο για ξεχωριστή κοινωνικότητα, που έχει αποτέλεσμα τον γάμο της με τον Λορέντσο Μογκερίνι, γιο διάσημου Καθηγητή ποινικού δικαίου, ο οποίος ζει προστατευμένος στη σκιά τού πατέρα του, απολαμβάνοντας την ιδιαίτερη οικονομική ευμάρεια της οικογένειάς του.

Όμως η Μαρτίνα είναι ερωτευμένη με την αδελφή τού άντρα της, την Μπενεντέττα, συμμαθήτριά της από παλιά. Έρωτας ανέφικτός, αλλά και ανεκπλήρωτος, πηγή δραματικότητας. Το μοίρασμα μιας ζωής σε δυο αδέλφια.

Ο συγγραφέας δίνει την ξεκάθαρη εικόνα τής Μαρτίνα, που δεν είναι μόνο δική της:

«Η Μαρτίνα ανήκε περήφανα στη γενιά την οποία ο λεσβιασμός από διαστροφή είχε μεταλλαχθεί σε υποχρεωτικό σταθμό στη διαπαιδαγώγηση ενός κοριτσιού, όπως είχε συμβεί και με τα τσιγαρλίκια, τα τσιμπούκια και το σεξ με εξωτικούς νεαρούς».

Και σ’ αυτό το αδιέξοδο, τη λύση θα τη δώσει η τρομοκρατία.

 

Η τρομοκρατία θα κλείσει ως επίλογος την ιστορία. Δεν θ’ αναφέρω πώς, γιατί σέβομαι το δικαίωμα του αναγνώστη να ανακαλύψει μόνος του το βιβλίο και να οδηγηθεί στη λύτρωση.

Θα σταθώ σε δυο επισημάνσεις που δείχνουν την ευρύτητα και τη δεινότητα της σκέψης τού Πιπέρνο. Το πρώτο αφορά την αντιμετώπιση των περιστατικών από τα ΜΜΕ:

«Έχοντας συμφωνήσει στον ισχυρισμό ότι οι δολοφόνοι στόχευαν να καταστρέψουν το πρότυπο της ζωής μας, ήταν εξίσου πεισμένοι ότι δεν έπρεπε να υποκύψουν στις πιέσεις τους. Από τη μια μέρα στην άλλη, με τον κίνδυνο μετάδοσης μιας νέας μορφής μανιχαϊσμού, ο κόσμος ξύπνησε χωρισμένος σε δυο αντωνυμικές κατηγορίες: ‘‘εμείς’’ και ‘‘αυτοί’’. Αν και με μια προσεκτική ανάλυση, ο ορισμός του ‘‘αυτοί’’ δεν αποδεικνυόταν λιγότερο δύσκολος από τον ορισμό του ‘‘εμείς’’, κανείς δεν αμφέβαλλε για τον αρχέγονο, αν όχι ολότελα μεταφυσικό, χαρακτήρα μιας τέτοιας διχοτομίας».

Το δεύτερο είναι ένας στοχασμός του ίδιου του συγγραφέα για τη διαμόρφωση της νέας πραγματικότητας: «Από το 1943 η πόλη (Ρώμη) είχε να ζήσει χειμώνα τόσο σκοτεινό και ατελείωτο. Οι γενιές που έκτοτε είχαν διαδεχτεί η μια την άλλη, έχοντας ζήσει μέσα στην ψευδαίσθηση της άφθαρτης ειρήνης και ευημερίας, είχαν κάνει τα πάντα για να ξεχάσουν πως η Ιστορία είναι αίμα, τρέλα και καταπίεση. Θαρρείς πως η μικρή ιστορία τού καθενός τελείωνε ακριβώς εκεί όπου ξανάρχιζε η κούρσα τής Ιστορίας».

Μια προσωπική κατάθεση: Το «Εκεί που τελειώνει η Ιστορία» είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί. Το αγάπησα.

 

 Λάρισα, 2/1/2020