Όταν γίνεται αποτίμηση δεκαετιών, το πράγμα ξεφεύγει από το στενό όριο του χρόνου. Οστόσο, αν κάτι θα έπρεπε να έχουμε για πλοηγό της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, είναι το «επί γης ειρήνη». Θα έπιανε αν στα πράγματα βρισκόταν η γενιά που έζησε τον πόλεμο και έχτισε την Ευρώπη της ειρήνης. Αυτή η γενιά ήξερε τη σημασία της γιατί δεν ξέχασε τον όλεθρο των πολέμων.

Η αποτίμηση των δεκαετιών γίνεται και αλλιώς. Λόγου χάρη, με ερωτήσεις. Πόσο τιμά η Ευρώπη τη μεταπολεμική παράδοσή της ως πρόγραμμα ειρήνης ή ως σχέδιο δημοκρατικής ελευθερίας; Και εδώ, η απάντηση συνδέεται με το εάν στηρίζει εντός και εκτός των συνόρων της τον παλαιό Διαφωτισμό της ή, έστω, τον νεωτερικό ορθολογισμό της ή τα υποδείγματα του κράτους δικαίου του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα.

Η απάντηση μπορεί, ενδεχομένως, να συνδέεται με πράγματα διόλου αυτονόητα. Τι έκανε, για παράδειγμα, με τα κινήματα της Αραβικής Άνοιξης στις αρχές της δεκαετίας: στην Αίγυπτο το 2011, την Τυνησία, την Υεμένη, στη Λιβύη με τον εμφύλιο πόλεμο του 2011, στη Συρία με την τραγωδία που συνεχίζεται σήμερα κ.ο.κ. Οι αποκλεισμένοι εικοσάρηδες ζητούσαν δημοκρατία, συμμετοχή, τέλος στο Μεσαίωνα και στη διαφθορά των θεοκρατικών ή των στρατοκρατικών καθεστώτων τους. Η Ευρώπη τους τα αρνήθηκε, επειδή δεν τα ήλεγχε, και άνοιξε τον ασκό του Αιόλου.

Βέβαια, οι επιλογές της Ευρώπης ουδέποτε υπήρξαν ανεξάρτητες από τις πολιτικές των εθνικών συμφερόντων. Αλλά με τον τρόπο που οργανώθηκαν, έγιναν όλες τους πολιτικές μπούμερανγκ που, προφανώς, δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές από την άποψη των εθνικών συμφερόντων και μόνον. Αλλά επειδή έχει ξαναγίνει, για να το καταλάβουμε, δεν έχουμε παρά να πάμε πίσω για λίγο.

Πριν έναν αιώνα ακριβώς, το 1914, η Ευρώπη ήταν γεμάτη από «δαιμονισμένους» Γκραβρίλο Πρίντσιπ έτοιμους να κατασπαράξουν οποιονδήποτε διάδοχο της Αυστροουγγαρίας, Φραγκίσκο Φερδινάνδο, κυκλοφορούσε στον δρόμο. Οι ανισότητες ήταν στα πάνω τους μαζί με τη ληστρική και αρπακτική συσσώρευση κεφαλαίων. Η ιδέα για μια γερμανική Ευρώπη φάνταζε λογική. Ο Μαξ Βέμπερ προέτρεπε τη Γερμανία να κινηθεί επί το ιμπεριαλιστικότερον. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι δεν υφίσταται η παραμικρή συγγένεια ανάμεσα στις δύο δεκαετίες ‒τις χωρίζει ένας αιώνας‒, θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε αν αναβίωσε η «Mitteleuropa» και ο πανγερμανισμός μετά το 2010.

Η «Μεσευρώπη» του 1915, για όσους δεν το κατάλαβαν, οργανώθηκε κανονικά με τις χώρες του Βίζεγκραντ τη δεκαετία που μας πέρασε: ένα μπλοκ κρατών-δορυφόρων του Βερολίνου στην Κεντρική Ευρώπη τα οποία, με την καθοδήγηση της Γερμανίας θα εξυπηρετούσαν τα συμφέροντά της σε πολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο. Βέβαια, αντί να υπηρετηθούν τα γερμανικά συμφέροντα όπως υπέθεσαν οι Μέρκελ και Σόιμπλε, υποβαθμίστηκε ολόκληρη η Ενωμένη Ευρώπη. Παίχτηκαν και χάθηκαν η ελευθερία, η δημοκρατία, το πνεύμα του κοινοτισμού, η αλληλεγγύη, ο πλουραλισμός και η ανεκτικότητα.

Εάν το 1914 οι εθνικισμοί κατέστρεψαν το περήφανο δημιούργημα της Ευρώπης, τον υποτιθέμενο «πολιτισμό της», καθώς οι πλούσιες και ισχυρές χώρες αποφάσισαν να κινητοποιήσουν τους τεράστιους στρατούς τους, το 2014 έγινε κάτι χειρότερο. Ολόκληρος ο κόσμος παρακολούθησε –χωρίς να το καταλαβαίνει, βέβαια, γιατί δεν το εξήγησε κανένας‒ από τι υλικά είναι φτιαγμένη η γέννεση ενός εθνικού κράτους. Με το Ισλαμικό Κράτος και την ανασύσταση του Χαλιφάτου, η νεωτερικότητα σε συνεργασία με τη μεταδημοκρατία έδωσαν τα ρέστα τους: ξεπούλησαν ‒στην κυριολεξία‒ την πραμάτεια της πιο άγριας βαρβαρότητας. Την ξαναέκαναν κανονικότητα.

Σήμερα, δεν ξέρω καν πόσο γόνιμα ή παραγωγικά είναι τέτοια ζητήματα. Ωστόσο υπάρχουν. Υπάρχουν μαζί με το συμπέρασμα του Τομά Πικετί στο έργο του «Το κεφάλαιο τον 21ο αιώνα» (εκδ. Πόλις). Η χρυσή τριακονταετία που βίωσε η Ευρώπη μετά τους δύο πολέμους δεν ήταν η κανονικότητα. Ήταν μια απόκλιση. Και αυτή η απόκλιση ειρήνης, ευημερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, στην ουσία, προέκυψε ως μεταπολεμική διευθέτηση, δηλαδή, ύστερα από βιωμένο όλεθρο.

Υπάρχει σήμερα ζήτημα πολέμου; Κανείς δεν το εύχεται ως λύση. Αλλά κανείς δεν είναι τόσο ανόητος (ή τόσο σίγουρος όσο οι κυβερνώντες) για να πιστέψει ότι όλα αυτά, όπως και η ελληνική κρίση άλλωστε, ήταν ένα κακό όνειρο που πάει, πέρασε μαζί με τη χαμένη δεκαετία. Ο κόσμος δεν μπορεί ‒παρότι το κάνει‒ να γυρίζει πίσω σε πολιτικές που θα τον οδηγήσουν σε βέβαιη καταστροφή∙ ούτε να συνεχίζει να ευημερεί και να αυξάνεται ως μέσο μέγεθος, μόνο και μόνο επειδή το έκανε με επιτυχία στο παρελθόν.