Το κείμενο της Ξένης Μπαλωτή δημοσιεύεται στα ΝΕΑ Σαββατοκύριακο 

“Λίγο έξω από τη Βιέννη, στο Heiligenstadt, εκεί όπου ο Δούναβης είναι πραγματικά μπλε, εκεί βρίσκεται το σπίτι, μουσείο πλέον, που έζησε ο Ludwig van Beethoven, μετά το 1792, όταν εγκαταστάθηκε στην Αυστρία.

Ο επισκέπτης με το πρώτο βήμα στο χώρο του συνθέτη συναντά ένα απρόβλεπτο σκηνικό: σπασμένα αγάλματα και πεταμένες παρτιτούρες.

Αμέσως, αισθάνεται την ανάγκη να πει «συγγνώμη, σε λάθος ώρα ήρθα!» πριν χαμογελάσει από τον ευφάνταστο τρόπο που βρήκαν οι μουσειολόγοι της «Οικίας Μπετόβεν» για να μας μυήσουν στην ψυχοσύνθεση του μουσουργού αφότου απώλεσε την ακοή του σε νεαρή ηλικία.

Γιατί ο Μπετόβεν που γεννήθηκε στη Βόννη, στις 16 Δεκεμβρίου 1770, πριν από 250 χρόνια, είχε διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ήταν Γερμανός, με πιθανή καταγωγή από την Ολλανδία, ευγενικός και υπέφερε με στωικότητα το κακό οικογενειακό περιβάλλον του. Η εσωστρέφειά του έγινε μουσική δημιουργία ενώ η ευαισθησία της τον ανέδειξε σε κατεξοχήν εκπρόσωπο του ρομαντικού κινήματος. Ενός κινήματος που ταυτίστηκε με τα επαναστατικά γεγονότα του 18ου και 19ου αι. και τις λαϊκές εξεγέρσεις. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ρομαντικός Μπετόβεν έγινε συνθέτης-επαναστάτης που άντλησε τα ιδεολογικά του επιχειρήματα από την συναναστροφή του με τους αρχαίους Έλληνες κλασσικούς. “Διασκέδαση σημαίνει να είναι κανείς μόνος με τους αρχαίους Έλληνες”, έγραψε σε μία επιστολή του, ενώ δείγμα της επαναστατικότητας του «εισέπραξε» ακόμη και ο Γκαίτε, όταν ο Μπετόβεν τον κατηγόρησε ότι «λατρεύει τον αέρα του Παλατιού.»

Ο Μπετόβεν άντλησε από τον Όμηρο δύναμη για να υποφέρει τη ζωή του με την κώφωση και να κρατήσει την αυτοκυριαρχία του. «Όπως ο Οδυσσέας βρήκε τρόπο να βοηθήσει τον εαυτό του έτσι πρέπει και εγώ να βρω λύσεις στα προβλήματά μου…», έγραψε. Με τον Πλούταρχο, τον πλέον αγαπημένο του συγγραφέα, μυήθηκε στην αξία του ηθικού σθένους που δεν απεμπόλησε ποτέ και εξαιτίας του οποίου πολλοί τον θεωρούσαν δύστροπο άνθρωπο. «Δεν έχω κανενός άλλου είδους προτιμήσεις για τους ανθρώπους εκτός από το να είναι καλοί άνθρωποι. Όπου τους συναντώ, εκεί είναι η πατρίδα μου», έλεγε ο Μπετόβεν. Από τον Αριστοτέλη διδάχθηκε την τραγικότητας της ζωής και από τον Ευριπίδη άντλησε τις αρχές με τις οποίες υπερασπίστηκε τη γερμανική ιδεολογία του 19ου αι.

Συνολικά, ο Μπετόβεν υπέδειξε τον «Ελλαδισμό» (Griechentum) ως χάρτη πορείας για την επίτευξη της γερμανικής εθνικής συνείδησης που όφειλε αργότερα να αποκτήσει και κρατική υπόσταση. Σύμφωνα με τον Μπετόβεν η αρχαιοελληνική γραμματεία παρείχε όλα εκείνα τα στοιχεία που θα επέτρεπαν στο γερμανικό έθνος, όποτε αυτό υλοποιούταν, να έχει τα δικά του υγιή θεμέλια καθώς θα στηρίζονταν στην αρχαιοελληνική γραμματεία και τις αρχές που πρώτη αυτή προσέφερε στην κοινωνία. Για τον Μπετόβεν η επιστροφή στις ρίζες ήταν βασική παράμετρος της προσωπικής του φιλοσοφίας.

Όμως, η σχέση του Μπετόβεν με την Ελλάδα δεν σταματά στην αρχαιότητα. Ήταν διαχρονική και έφτασε πολύ κοντά να γράψει μία όπερα για την Επανάσταση του 1821.
Το έργο του «Τα ερείπια των Αθηνών» ήταν η προαγγελία αυτού που ο Μπετόβεν θα ήθελε να είχε ακολουθήσει και που δεν έγινε από το φόβο της αντίδρασης που θα προκαλούσε στον Καγκελάριο της Αυστρίας, Μέττερνιχ.

Το 1812, ο Μπετόβεν μελοποίησε, για τα εγκαίνια του θεάτρου της πόλης Πέστη της Ουγγαρίας, το έργο «Τα ερείπια των Αθηνών». Το θέμα δεν είναι άσχετο με την ιστορία μας, αφού σύμφωνα μ’ αυτό η θεά Αθηνά ξύπνησε μετά από ύπνο 2.000 χρόνων που της είχε επιβάλλει ως τιμωρία ο Δίας και είδε την Αθήνα κατεστραμμένη, τα ερείπια της Ακρόπολης να χρησιμεύουν πλέον ως τζαμί και τους Έλληνες σκλάβους των Τούρκων. Πάνω στην απογοήτευση της ήρθε ο θεός Ερμής, την πήρε και την οδήγησε στην Πέστη, εκεί όπου εγκαινιαζόταν ένας νέος ναός για τα γράμματα και τις τέχνες.

Για τον Μπετόβεν, τα εγκαίνια ενός νέου θεάτρου δεν μπορούσαν παρά να εμπνέονται και να συνδέονται με την ελληνική αρχαιότητα. Γι’αυτό και όταν το 1822 εγκαινιάστηκε το βιεννέζικο θέατρο Josephstheater, ο Μπετόβεν επέλεξε να διευθύνει το ίδιο έργο. Άλλωστε, η Επανάστασή μας είχε ήδη ξεσπάσει και το έργο του είχε αποκτήσει ιδιαίτερη επικαιρότητα. Ένα χρόνο αργότερα, το 1823, ο Μπετόβεν επηρεασμένος από τη φιλελληνική δράση του Λόρδου Βύρωνα, τον οποίο αποκαλούσε «ορμητικό Έλληνα», εξέφρασε την επιθυμία να διασκευάσει το έργο «Τα ερείπια των Αθηνών» και να το παρουσιάσει στο κοινό ως όπερα με θέμα την Ελληνική Επανάσταση. Ζήτησε από τον ποιητή Grillparzer να του γράψει το λιμπρέτο, όπου πρωταγωνιστικό ρόλο θα είχε ο θεός Ερμής, ο αγγελιοφόρος των θεών που θα ανακοίνωνε στη θεά Αθηνά τον ξεσηκωμό της Αθήνας και πως σύντομα θα ξανάβρισκε τη θέση που της άρμοζε, από την Αρχαιότητα, σ’ αυτή την πόλη

. Ο Grillparzer πήρε την παραγγελία από τον Μπετόβεν και σχολίασε στο Ημερολόγιο του: «…αναλογίζομαι ότι μία παράσταση που θα είχε ως θέμα την σημερινή ελληνική κατάσταση, θα συναντούσε την αποφασιστική απαγόρευση της λογοκρισίας, η οποία έχει και τον τελευταίο λόγο.»

Ίσως, ο επισκέπτης στο «Μουσείο Μπετόβεν» της Βιέννης να έφτασε ακριβώς την στιγμή που ο pop star της κλασσικής μουσικής, όπως τον αποκάλεσε το περιοδικό Spiegel, μάθαινε τι του στέρησε, τι μας στέρησε, ο Grillparzer! ”