Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα
Κατά καιρούς, ο Κώστας Αρκουδέας, έχει ασχοληθεί με δύσκολα συγγραφικά θέματα, τη μανιάτικη βεντέτα, το χαμένο Νόμπελ του Καζαντζάκη… Εξάλλου, πολλοί από τους «επικίνδυνους» συγγραφείς για την εποχή τους, υπήρξαν οι αγαπημένοι του. Κάπως έτσι, για αρκετό χρόνο δούλευε μέσα του το βιβλίο που πρόσφατα έφτασε στις προθήκες: «Επικίνδυνοι συγγραφείς»,  ο τίτλος του και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, όπως σχεδόν όλα του τα βιβλία.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί μας εξηγεί που ακριβώς βρίσκεται η συγγραφική επικινδυνότητα, τι θεωρείται συγγραφική ηθική και ποια είναι τα επικίνδυνα θέματα του καιρού μας.
-Κύριε Αρκουδέα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι «Το χαμένο Νόμπελ» σας οδήγησε στους «Επικίνδυνους συγγραφείς»; Είναι τρόπον τινά το ένα βιβλίο σας συνέχεια του άλλου;

Τα δύο βιβλία έχουν μεγάλες ομοιότητες στο ύφος και τη δομή, αλλά και σαφείς διαφορές. «Το χαμένο Νόμπελ» εστιάζει στο παρασκήνιο των αμφιλεγόμενων βραβείων λογοτεχνίας, άρα σε ένα θέμα παγκόσμιου ενδιαφέροντος, ωστόσο την παράσταση κλέβει το αμιγώς ελληνικού ενδιαφέροντος θέμα, ήτοι το πώς η Ελλάδα στάθηκε εμπόδιο (και όχι αγωγός) στην προσπάθεια του Νίκου Καζαντζάκη να κατακτήσει το κορυφαίο λογοτεχνικό βραβείο στον κόσμο. Μια πράξη αυτοχειρίας, καθώς ένα βραβείο διεθνούς κύρους θα τόνωνε ψυχολογικά την Ελλάδα και θα τη βοηθούσε να επουλώσει ταχύτερα τα τραύματα που είχε αφήσει πίσω του ο Εμφύλιος. Αντίθετα, οι «Επικίνδυνοι συγγραφείς» ασχολούνται με την ελληνική περίπτωση μονάχα στο παράρτημά τους, κυρίως στις διώξεις που υπέστη ο λαογράφος Ηλίας Πετρόπουλος όχι μόνο από τη χούντα των συνταγματαρχών για τα βιβλία του «Ρεμπέτικα τραγούδια», «Καλιαρντά» και το άσεμνο ποίημά του «Σώμα», αλλά και από τις δημοκρατικές κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης για το «Εγχειρίδιο του καλού κλέφτη». Η εμπάθεια του ελληνικού κράτους στο πρόσωπό του εξανάγκασε τον Πετρόπουλο να ξενιτευτεί και να πεθάνει στο εξωτερικό, στη Γαλλία, όπως είχε συμβεί λίγες δεκαετίες νωρίτερα με τον Καζαντζάκη. Η Ελλάδα διαθέτει τη μοναδική ικανότητα να απαρνείται τα πιο ανήσυχα τέκνα της.

 

epikindynoi syggrafeis

 

-Οι σημαντικοί συγγραφείς είναι και επικίνδυνοι; Ποιοι συγγραφείς, είναι, τελικά, οι επικίνδυνοι;

Υπάρχουν περιπτώσεις σημαντικών συγγραφέων οι οποίοι ούτε λογοκρίθηκαν ούτε υπέστησαν διώξεις. Ωστόσο, προσπάθησα να εστιάσω στις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις συγγραφέων που κρίθηκαν επικίνδυνοι. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ. Το μυθιστόρημά του “Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα” (το μόνο μυθιστόρημα που γράφτηκε τον 20ο αιώνα, σύμφωνα με τον Μπόρχες) ήταν μια ανελέητη σάτιρα του σταλινισμού και βυθίστηκε στη χοάνη της λογοκρισίας. Είδε το φως της δημοσιότητας δεκαετίες μετά τον θάνατο του συγγραφέα, όταν δημοσιεύτηκε (λογοκριμένο, φυσικά) στο μηνιαίο περιοδικό Moskva, τον Νοέμβριο του 1966. Τα εκατόν πενήντα χιλιάδες αντίτυπα έγιναν ανάρπαστα μέσα σε λίγες ώρες. Το βιβλίο είχε ήδη γίνει θρύλος κυκλοφορώντας παράνομα, ενώ κάποιες από τις φράσεις και τις ατάκες του ψιθυρίζονταν από στόμα σε στόμα.

 

-Γιατί μας «ξεβολεύει» το μεγάλο έργο; Ακόμα και τον ίδιο τον συγγραφέα του ξεβολεύει το μεγάλο έργο;

Τα μεγάλα έργα ξεβολεύουν τους πάντες, και φυσικά πρώτα απ’ όλους τους ίδιους τους συγγραφείς τους. Δείτε τι συνέβη με τον «Οδυσσέα» του Τζόυς (απόσπασμα από το βιβλίο):

Οι πρώτες εκδόσεις του Οδυσσέα κατασχέθηκαν και καταστράφηκαν ολοσχερώς από τις τελωνειακές Αρχές της Αγγλίας και τις ταχυδρομικές υπηρεσίες της Αμερικής. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ο Οδυσσέας να γίνει διάσημος ως γλυκιά αμαρτία. Η φήμη του οδήγησε τον Μπένετ Σερφ, τον πολυμήχανο εκδότη του οίκου Random House, στην απόφαση να τον εκδώσει, ή τουλάχιστον να επιχειρήσει να τον εκδώσει νόμιμα στην Αμερική. Για τον σκοπό αυτόν προσέλαβε έναν επιτήδειο δικηγόρο, ειδικό σε θέματα λογοκρισίας, ο οποίος βάσισε την υπερασπιστική του γραμμή στη λογοτεχνική αξία του κειμένου, φροντίζοντας να βεβαιωθεί ότι ο δικαστής που είχε οριστεί ήταν βιβλιόφιλος και είχε ολοκληρώσει την ανάγνωση του Οδυσσέα πριν την έναρξη της δίκης.

Η απόφαση του εντιμότατου δικαστή Τζων Μ. Γούλσεϋ –αξίζει να τον αναφέρουμε– θεωρείται μνημειώδης, καθώς διαμόρφωσε ολόκληρη τη νομολογία σχετικά με τα ζητήματα της λογοτεχνικής αλλά και γενικότερα της καλλιτεχνικής έκφρασης

στην Αμερική.

Αφού πρώτα παραδέχτηκε ότι η ανάγνωση του Οδυσσέα τον

δυσκόλεψε και τον προβλημάτισε, ο δικαστής έθεσε το εξής

ερώτημα: 

«Όταν ο Τζόυς συνέθετε αυτό το κυκλώπειο πόνημα, ποια ήταν η πρόθεσή του; να γράψει ένα πορνογράφημα ή να παρουσιάσει απογυμνωμένους τους ήρωές του στο αναγνωστικό κοινό;»

Και προχώρησε στο διά ταύτα: 

«Ο Οδυσσέας είναι άλλοτε ιδιοφυής και άλλοτε βαρετός, άλλοτε κατανοητός και άλλοτε ακατάληπτος. Υπάρχουν σημεία τα οποία βρήκα αηδιαστικά, μολονότι όμως χρησιμοποιεί κάποιες λέξεις που θεωρούνται πρόστυχες, κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχουν μέσα στο κείμενο απλώς και μόνο για να υπάρχουν. Κάθε λέξη αυτού του βιβλίου είναι η ψηφίδα ενός μωσαϊκού και παίζει τον ρόλο της στο να συνθέσει τη λεπτομερή εικόνα που ο κύριος Τζόυς επιζητεί να παρουσιάσει στους αναγνώστες του».

 

-Οι επικίνδυνοι συγγραφείς γίνονται αποδεκτοί ή όχι από την εποχή τους;

Αποδεκτοί από την εποχή τους; Όχι, βέβαια! Ούτε κατά διάνοια. Αποδιοπομπαίοι, ναι. Λοιδορούνται, σπιλώνονται, πεθαίνουν δυστυχισμένοι. Ο Ντ. Χ. Λώρενς, λόγου χάρη, παρότι υπήρξε ένας από τους πλέον χαρισματικούς συγγραφείς της γενιάς του με έργα όπως «Γιοι και εραστές» και «Ερωτευμένες γυναίκες», έφυγε από τη ζωή με το στίγμα του πορνογράφου. Γιατί; Επειδή τόλμησε να γράψει ένα βιβλίο (τον «Εραστή της λαίδης Τσάτερλυ») για τον έρωτα ανάμεσα σε μια γυναίκα της μεγαλοαστικής τάξης με έναν άνδρα της εργατικής τάξης. Εκείνο που στην ουσία τόνιζε στο βιβλίο του και δεν άρεσε καθόλου στην άρχουσα τάξη ήταν πως ο αληθινός έρωτας καταργεί τις όποιες διακρίσεις. Ο Όσκαρ Ουάιλντ διασύρθηκε όσο κανένας άλλος συγγραφέας της γενιάς του απλώς και μόνο γιατί ήταν ομοφυλόφιλος. Υποχρεώθηκε να γράψει στη φυλακή το «De profundis» χρησιμοποιώντας μονάχα μια λευκή κόλα ημερησίως. Έγραψε το βιβλίο αυτό γιατί, όπως είπε, ήθελε να τον πάρουν από την «γκροτέσκα πινακοθήκη όπου τον είχαν τοποθετήσει».

Πέθανε πάμπτωχος και ρακένδυτος –αυτός ο εστέτ–, σε ένα θλιβερό ξενοδοχείο του Παρισιού, και στην κηδεία του παρευρέθηκαν μόλις δεκατέσσερα άτομα. Ωστόσο η ιστορία τού επεφύλαξε διαφορετική τύχη. Το σύνολο σχεδόν του έργου του εξακολουθεί να διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον από το αναγνωστικό κοινό. Τα θεατρικά του, με πρώτο το Η σημασία να είσαι σοβαρός, ανεβαίνουν στις σκηνές όλου του κόσμου, τα παιδικά του Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας, Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο και Ο εγωιστής γίγαντας μαγεύουν διαχρονικά τα παιδιά, το μυθιστόρημά του Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ θεωρείται υπόδειγμα αισθητισμού, ενώ ακόμα και το κύκνειο άσμα του, Η μπαλάντα της φυλακής του Ρέντινγκ, κατατάσσεται ανάμεσα στα σημαντικότερα ποιήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

 

-Ποιοι επικίνδυνοι συγγραφείς υπήρξαν οι δικοί σας αγαπημένοι;

Πολλοί! Με αυτούς μεγάλωσα. Ενδεικτικά αναφέρω τους Χάξλεϋ, Όργουελ, Κορτάσαρ, Τσάτουιν, Κέρουακ, Μπράντμπερυ και Ναμπόκοφ, φοβούμενος πως έχω αφήσει αρκετούς έξω.

 

-Πού ακριβώς έγκειται η «συγγραφική ηθική»;

Ιδού το ερώτημα στο οποίο απαντά ευθαρσώς ο Λουίς Σεπούλβεδα.

«Οι στρατοκράτες συνέλαβαν τη σύντροφο του Σεπούλβεδα, την ποιήτρια Κάρμεν Γιάνιες, και την μετέφεραν στο κολαστήριο της Βίλας Γκριμάλντι, το επονομαζόμενο Στρατόπεδο Τερανόβα, άντρο ανείπωτης φρίκης. Πάνω από πέντε χιλιάδες άνθρωποι βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν εκεί μέσα, ενώ πολλοί από αυτούς εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να αγνοούνται. Ο διοικητής της Βίλας ονομαζόταν Μανουέλ Κοντρέρας και αναφερόταν απευθείας στον Πινοσέτ. Παρά ταύτα, μετά την πτώση της δικτατορίας, ο Πινοσέτ δήλωσε ότι δεν είχε ιδέα τι έκαναν οι υφιστάμενοί του, μετατρέποντας το χιλιανό στράτευμα σε μια συμμορία από καταδότες, όπου ο ένας κάρφωνε τον άλλον.

Σε αυτήν τη γυναίκα είναι αφιερωμένο το βιβλίο του Σεπούλβεδα Το τέλος της ιστορίας: «Στην Κάρμεν Γιάνιες (“Σόνια”), την κρατούμενη 824».

Πρώτη φορά ένα βιβλίο του Σεπούλβεδα έχει τόσο προσωπική χροιά. Τόσο ο ίδιος όσο και η γυναίκα του δεν έβγαλαν άχνα για όσα υπέστησαν στις διαβόητες φυλακές.

«Από σεβασμό στους συντρόφους μας που πέθαναν», είπε ο συγγραφέας. «Δεν είμαστε επιδειξίες να δείχνουμε τις πληγές μας. Υπάρχει κάτι που ονομάζεται “συγγραφική ηθική”». 

Η Κάρμεν Γιάνιες, η κρατούμενη 824, η Βερόνικα του μυθιστορήματος, γράφει σήμερα στίχους που περιέχουν αίμα και θάνατο, αλλά δεν αναφέρει τίποτα για τον εαυτό της. Απλώς αρκείται να λέει:

«Συγύρισε το σπίτι σου, στρώσε το τραπέζι σου και ζήσε γλυκά εν ονόματι όλων».

 

-Ποιος θα μπορούσε να είναι σήμερα «επικίνδυνος» συγγραφέας;

Εκείνος ο οποίος συλλαμβάνει ένα ευαίσθητο κοινωνικό ή πολιτικό θέμα και το καταθέτει αφυπνίζοντας τις μάζες. Όπως συνέβη, για παράδειγμα, με την “Αντιγόνη” του Σοφοκλή ή με το “1984” του Όργουελ. Είναι άραγε τυχαίο ότι έχουν απαγορευτεί στη σημερινή Κίνα το “1984” και “Η φάρμα των ζώων;” ή ότι είχε απαγορευτεί επί χούντας η “Αντιγόνη;” Έργα σαν αυτά είναι ο φόβος και ο τρόμος των τυράννων.

 

-Τα επικίνδυνα θέματα της εποχής μας;

Τα καθημερινά. Ζούμε στο μεταίχμιο των καιρών, στο χείλος της αβύσσου. Ο πλανήτης είναι έτοιμος να εκραγεί. Όποιος δεν το βλέπει είναι τυφλός.

 

arkoudeas

 

-Κύριε Αρκουδέα, εσείς είστε επικίνδυνος συγγραφέας;

Δεν ξέρω. Κριτής των πάντων, ο χρόνος. Κάποιος μου είπε ότι από τη στιγμή που έγραψα τους «Επικίνδυνους συγγραφείς» εντάχθηκα

αυτομάτως ανάμεσά τους. Κάποιος άλλος μου είπε ότι σε μια μελλοντική κοινωνία ανάλογη με εκείνη στο «451 Φαρενάιτ», ανάμεσα στα βιβλία που θα παραδίδονται στην πυρά θα βρίσκονται και οι «Επικίνδυνοι συγγραφείς».

 

-Ποιοι Έλληνες συγγραφείς υπήρξαν «επικίνδυνοι συγγραφείς» στην εποχή τους;

Ο Ανδρέας Λασκαράτος με “Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς” μπήκε στο μάτι της Εκκλησίας και αφορίστηκε. Το ίδιο συνέβη και με την “Πάπισσα Ιωάννα” του συριανού Εμμανουήλ Ροΐδη. Συνεχίζοντας την παράδοση που θέλει την Εκκλησία να διώκει νησιώτες συγγραφείς, η Ιερά Σύνοδος δεν αφόρισε (παρότι το επεδίωξε) τον Νίκο Καζαντζάκη για τα βιβλία του “Καπετάν Μιχάλης”, “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται” και “Τελευταίος πειρασμός”, αλλά τον αναθεμάτισε και το ανάθεμα αυτό ισχύει, εξ όσων γνωρίζω, μέχρι σήμερα. Επίσης, ο “Μεγάλος Ανατολικός” του Ανδρέα Εμπειρίκου χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες για να κυκλοφορήσει ελεύθερα.

 

-Ο επικίνδυνος συγγραφέας είναι ο συγγραφέας που προηγείται της εποχής του;

Κατά κανόνα. Ο Κάφκα, για παράδειγμα, ήταν τόσο μπροστά από την εποχή του, που έκανε τους υπόλοιπους συγγραφείς της γενιάς του να μοιάζουν άχρωμοι.

 

-Να υποθέσουμε, δηλαδή, ότι στην εποχή του δεν είναι ευπώλητος ο επικίνδυνος συγγραφέας;

Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Ίσα ίσα που στο στόχαστρο της λογοκρισίας μπαίνουν όσα βιβλία γνωρίζουν επιτυχία. Κανένας δεν ασχολείται με κάποιο βιβλίο που πέρασε απαρατήρητο. Η λήθη είναι ο καλύτερος λογοκριτής.

 

-Κύριε Αρκουδέα, ο συγγραφέας οφείλει πίστη στον εαυτό του ή στην εικόνα του;

Στη συνείδησή του και στα οράματά του.

 

-Στο αναγνωστικό κοινό του;

Φυσικά. Το αναγνωστικό του κοινό είναι η άλλη πλευρά του καθρέφτη. Ο καλύτερος φίλος του αλλά και ο χειρότερος εχθρός του.

 

-Να υποθέσουμε ότι μας βάζει δύσκολα ο επικίνδυνος συγγραφέας; Δεν μας ψυχαγωγεί, τουλάχιστον, σίγουρα…

Ο επικίνδυνος συγγραφέας θεωρεί την ψυχαγωγία αποπροσανατολιστικό παράγοντα. Η συγγραφή οφείλει να διαγείρει τις συνειδήσεις, όχι να τις αποκοιμίζει. Ο Ρέι Μπράντμπερυ, ο οποίος παρέμεινε ενεργός πολίτης μέχρι το τέλος της ζωής του, έλεγε πως “τα πάντα έχουν ισοπεδωθεί, έχουν γίνει ένα είδος ανούσιου χυλού. Το σύνθημα είναι: περισσότερα σπορ για όλους. Ζήτω η νίκη και το ομαδικό πνεύμα! Όλα κυλούν ομαλά. Δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας, έτσι δεν είναι;”

 

-Τι οφείλει να επιδιώκει κάθε συγγραφέας;

Να πει την αλήθεια που τον καίει, τη δική του  αλήθεια, χωρίς να λογαριάσει οποιοδήποτε κόστος. Αν δεν το κάνει, θα έχει προδώσει εκτός από την τέχνη του, τα κατάβαθα του εσώτερου είναι του. Το είπε άλλωστε, με τον τρόπο του, ο Όσκαρ Ουάιλντ:

“Το να μετανιώνει κανείς για τις εμπειρίες του είναι ταυτόσημο με το να σταματάει την εξέλιξή του. Το να αρνείται κανείς τις εμπειρίες του είναι σαν να βάζει ένα ψέμα στα χείλη της ίδιας του της ζωής.  Είναι ταυτόσημο με το να απαρνιέσαι την ψυχή σου.”

fractalart.gr 

Μέρος της δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο